Displaying items by tag: ΜΥΘΙΣΤΟΡΗΜΑ

RENA TRIANTAFYLLIDOY 2012

 

Βιογραφικό
Η Ρένα Τριανταφυλλίδου γεννήθηκε και κατοικεί στη Δράμα και έχει δυο γιούς τον Γιάννη και τον Σάκη Δημητριάδη.
Εργάστηκε σε τοπικούς τηλεοπτικούς σταθμούς ως ρεπόρτερ και παρουσιάστρια ενημερωτικών εκπομπών. Είναι μέλος της ΕΣΕΤ και διατηρεί την ηλεκτρονική εφημερίδα www.destanea.com
Το 2010 η Νομαρχιακή Αυτοδιοίκηση Δράμας εξέδωσε το πόνημα της με τίτλο: «Ιστορία Σμιλευμένη σε Μάρμαρο». Μια καινοτόμα ιδέα παρουσίασης της ιστορίας του τόπου μέσα από τα μνημεία και τα αγάλματα.
Το 2012 κυκλοφόρησε το πρώτο της μυθιστόρημα με τίτλο: «Η ζωή είναι εύθραυστη, η αγάπη;» Το βιβλίο που ασχολείται με τις παράνομες υιοθεσίες αγαπήθηκε από το αναγνωστικό κοινό και εξαντλήθηκε μέσα στον πρώτο χρόνο κυκλοφορίας του.
Το 2015 η Ρένα συγγράφει το τρίτο της βιβλίο, το δεύτερο κατά σειρά μυθιστόρημά της με τίτλο «Οι εκλεκτοί της Αγάπης», ένα βιβλίο έντονου κοινωνικού προβληματισμού η ιστορία του οποίου ξεδιπλώνεται στην εποχή της κρίσης, στην Ελλάδα. Και το βιβλίο αυτό έχει εξαντληθεί.
Το 2017 η Ρένα Τριανταφυλλίδου το τέταρτο κατά σειρά βιβλίο της με τίτλο: «ΦΕΣΤΙΒΑΛ ΕΛΛΗΝΙΚΩΝ ΤΑΙΝΙΩΝ ΜΙΚΡΟΥ ΜΗΚΟΥΣ ΔΡΑΜΑΣ 1978-1987. Ο ρόλος της Κινηματογραφικής Λέσχης Δράμας στην ίδρυση και εξέλιξη του θεσμού». Το βιβλίο εξέδωσε το Φεστιβάλ Ταινιών Μικρού Μήκους Δράμας.
Σε αναμονή βρίσκεται το τρίτο κατά σειρά Μυθιστόρημα της Ρένας Τριανταφυλλίδου με τίτλο: «Αιλία», το οποίο θα συζητηθεί πολύ, λόγω της ιδιαίτερης θεματολογίας του.

 

 

 

Ρένα Τριανταφυλλίδου

 

 Η ζωή είναι εύθραυστη,
η αγάπη;

 

 

Δράμα 2012

 

 

 ISBN: 978-960-93-4607-8
2012 Ρένα Τριανταφυλλίδου
Τίτλος: Η ζωή είναι εύθραυστη, η αγάπη;
Υπότιτλος: Μυθιστόρημα
Συγγραφέας: Ρένα Τριανταφυλλίδου, Δημοσιογράφος
Διεύθυνση κατοικίας: Αιγαίου 4 Δράμα 66100
Τηλ: 25210 46611 κιν: 6932416400
e-mail: This email address is being protected from spambots. You need JavaScript enabled to view it.

Εξώφυλλο- Σελιδοποίηση
Σχεδιασμός «Ψίθυροι press»

 

Το ποίημα «Ζωή- Αγάπη» Γράφτηκε από την κ. Καίτη Τσακίρη- Καραμιχάλη με αφορμή το μυθιστόρημα «Η ζωή είναι εύθραυστη, η αγάπη;» και είναι αφιερωμένο με αγάπη στη Ρένα Τριανταφυλλίδου.

 

 

Στον αδελφό μου και τη νύφη μου
Μάκη και Μαρία

 

 

Ο Τζων κοίταξε έξω από το παράθυρο. Από το πρωί χιόνιζε ασταμάτητα. Τα πάντα είχαν καλυφθεί από ένα παχύ στρώμα χιονιού. Η ΕΜΥ στο τελευταίο δελτίο ειδήσεων που παρακολούθησε έκανε λόγο για επιδείνωση των καιρικών φαινομένων. Άρχισε να ανησυχεί. Πήρε στο τηλέφωνο τον αδελφό του.
«Κωστή, ανησυχώ. Πώς θα ταξιδέψει η Έλλη με τέτοιο καιρό; Έχεις κανένα νέο της; Επικοινώνησες μαζί της;»
«Τζων, μιλήσαμε το απόγευμα, είναι προβληματισμένη κι αυτή. Είχε αποφασίσει να έρθει με το αυτοκίνητό της, αλλά οι δρόμοι έχουν κλείσει. Θα ψάξει να βρει αεροπορικά εισιτήρια, αν φυσικά πετάξουν τα αεροπλάνα. Μπορεί τελικά να μη τα καταφέρει να έρθει για τα Χριστούγεννα. Θα μιλήσουμε πάλι το πρωί. Ησύχασε, όλα θα πάνε καλά».
«ΟΚ αδελφέ μου. Λέω να μείνω εδώ σήμερα το βράδυ αν δεν έχεις αντίρρηση».
«Κανένα πρόβλημα Τζων. Καληνύχτα, τα λέμε το πρωί. Αν χρειαστείς κάτι μη διστάσεις να με ξυπνήσεις».
«Καλό βράδυ αδελφέ μου».
Η ώρα κόντευε δώδεκα τα μεσάνυχτα. Τα ξύλα στο τζάκι είχαν αρχίσει να χωνεύουν. Πήρε ένα κούτσουρο και το έριξε πάνω στη θράκα και σε λίγα λεπτά η φλόγα δυνάμωσε. Δεν είχε διάθεση να κοιμηθεί. Πώς θα μπορούσε άλλωστε να το κάνει όταν χιλιάδες σκέψεις περνούσαν από το μυαλό του; Θυμήθηκε τις υπέροχες στιγμές που πέρασε με την Έλλη σ’ αυτό το δωμάτιο. Τώρα έπρεπε να επιστρατεύσει όλη του τη γοητεία για να μπορέσει να κερδίσει πάλι την εμπιστοσύνη της. Θα μπορούσε άραγε να τον συγχωρέσει; Θα είχε αφήσει ανοιχτή μια μικρή χαραμάδα στην καρδιά της για να τρυπώσει; Το μόνο παρήγορο στην όλη ιστορία ήταν ότι είχε έναν πολύ ισχυρό σύμμαχο, τον αδελφό του. Ήταν κάτι παραπάνω από βέβαιος ότι ο Κωστής θα τον βοηθούσε.
«Μακάρι να μπορούσα να γυρίσω το χρόνο πίσω. Μακάρι να μην έφευγα σαν τον κλέφτη. Πόσο διαφορετικά θα ήταν σήμερα τα πράγματα. Δύο χρόνια χαμένα, γεμάτα δυστυχία και μιζέρια για όλους μας» σκέφτηκε ο Τζων και ένας αναστεναγμός ξέφυγε από τα χείλη του.
Τα πάντα μέσα στο δωμάτιο τού θύμιζαν την Έλλη, ακόμη και τα δεκάδες βιβλία στη βιβλιοθήκη. Αυτά εξάλλου στάθηκαν αφορμή για τη γνωριμία τους. Η φιλομάθεια ήταν ένα από τα πολλά κοινά τους ενδιαφέροντα.
Άρχισε να κοιτά τους τίτλους των βιβλίων αναζητώντας κάποιο που θα τραβούσε την προσοχή του, κάποιο που θα του έκανε συντροφιά τις υπόλοιπες ώρες μέχρι να ξημερώσει. Έως ότου να φτάσει η Έλλη στο σπίτι, μέχρι να την αντικρύσει και γονατιστός στα πόδια να της ζητήσει συγνώμη.
Αρκετά από τα βιβλία που είχε η Έλλη στη βιβλιοθήκη τα είχε διαβάσει. Κοιτάζοντάς τα προσεκτικά, ένα-ένα ξαφνικά το μάτι του έπεσε σ’ ένα τετράδιο με χοντρά εξώφυλλα. Το τράβηξε από το ράφι και το άνοιξε. Ήταν το ημερολόγιο της Έλλης. Κοντοστάθηκε για λίγο και μετά το έκλεισε. Τα κόκκινα τριαντάφυλλα στο εξώφυλλο έμοιαζαν ζωντανά. Πήγε να το βάλει στη θέση του, αλλά το χέρι του έμεινε μετέωρο.
«Δεν είναι σωστό» σκέφτηκε, αλλά ο πειρασμός ήταν μεγαλύτερος. Το άνοιξε όσο πιο προσεκτικά μπορούσε και άρχισε να διαβάζει …

 

«Τη μέρα που ήρθα στη ζωή, όλα άλλαξαν για τους γονείς μου. Με είπαν τυχερή, γουρλού. Τέρμα η αγροτική ζωή, τα καπνά και τα ζώα. Η σοδιά εκείνο το χρόνο πήγε πολύ καλά και τα χρήματα που κέρδισε ο πατέρας μου ήταν πολύ περισσότερα από άλλες χρονιές. Η μάνα μου του πρότεινε να κατεβούν στην πόλη, να αγοράσουν ένα οικόπεδο για τα παιδιά. Ήταν το επιχειρηματικό μυαλό της οικογένειας, έμοιαζε του πατέρα της. Δεν νοιαζόταν ποτέ για τον εαυτό της, μόνο για τα παιδιά της. Και ο πατέρας μου πάντα την άκουγε, της είχε μεγάλη αδυναμία. Έτσι και έκαναν. Βρήκαν μάλιστα οικόπεδο με σπίτι. Ό,τι καλύτερο.
Τα χρόνια που ακολούθησαν δεν ήταν και τόσο εύκολα για τους γονείς μου. Τα χρήματα από την υπηρεσία όπου διορίστηκε ο πατέρας μου ήταν λιγοστά. Έτσι η ζωή τους κύλησε με οικονομία και μόνο οικονομία, για να μπορέσουν να κάνουν ένα κομπόδεμα, για ώρα ανάγκης, για τα παιδιά τους.
Η ζωή μας ωστόσο κυλούσε ήρεμα. Ποτέ δεν άκουσα τους γονείς μου να μαλώνουν. Σαν παιδιά δεν είχαμε να ζηλέψουμε τίποτα. Μπορεί να μην είχαμε ανέσεις, αλλά οι γονείς μας, δεν άφηναν να φαίνεται η διαφορά.
Ζούσαμε απομονωμένοι από τον κόσμο. Το σπίτι μας, αν και σήμερα βρίσκεται σχεδόν στο κέντρο της πόλης, τότε λόγω της άγριας βλάστησης και τα πλούσια νερά που ανέβλυζαν από παντού, έμοιαζε περισσότερο με τα σπίτια του χωριού, παρά μ’ αυτά της πόλης. Η αξιοποίηση της περιοχής ήρθε πολλά χρόνια αργότερα για να την μετατρέψει σε ένα αξιοζήλευτο παράδεισο.
Στα παιδικά μου χρόνια δεν πολυθυμάμαι τον αδελφό μου, λόγω της διαφοράς ηλικίας που είχαμε. Έφηβος εκείνος, μωρό εγώ. Όταν πήγα στο δημοτικό, εκείνος πήγε στρατιώτης, μετά ήρθαν οι σπουδές, κι έτσι εγώ μεγάλωσα σαν μοναχοπαίδι. Ωστόσο, ήταν πάντα παρών σε κάθε σημαντικό γεγονός της ζωής μου και πάντα αντιμετώπιζε με σεβασμό τις επιλογές μου.
Τα παιδικά μου χρόνια ήταν δύσκολα. Οι γονείς μου δεν το κατάλαβαν ποτέ. Δεν ξέρω ποια δύναμη είχα μέσα μου ή τι ήταν εκείνο που με εμπόδιζε να τους μιλήσω. Ίσως φοβόμουν τις αντιδράσεις τους, ίσως πάλι να μην ήθελα να τους πικράνω. Αν και ήμουν μικρή, άκουγα τις συζητήσεις τους και κατανοούσα τον αγώνα που έδιναν για την επιβίωσή μας. Δεν είχαν καμιά βοήθεια από πουθενά. Πολύ συχνά η μητέρα μου θυμόταν, πως όταν παντρεύτηκαν, ο πατέρας μου δεν είχε μια δεύτερη αλλαξιά.
Τα χρήματα ήταν πάντα λιγοστά. Για να τα βγάλει πέρα η μαμά μου πήγαινε στον μπακάλη και αγόραζε λίγο ελαιόλαδο και το ανακάτευε με σπορέλαιο. Το κατοστάρικο το χαλούσε μόνο όταν δεν είχε κάτι πολύ απαραίτητο για το φαγητό. Δραχμή- δραχμή αποταμίευε από το υστέρημά της, για να τακτοποιήσει τα παιδιά της. Και τα κατάφερε. Τους δόθηκε και μια ευκαιρία να μετατρέψουν το μικρό σπιτικό μας σε ξενοδοχείο, για ένα επιπλέον εισόδημα και με πολύ δουλειά, μεράκι και κυρίως αγάπη, η ζωή μας σταδιακά άρχισε να αλλάζει προς το καλύτερο.
Ήμουν ένα όμορφο και λεπτεπίλεπτο κοριτσάκι. Η μητέρα μού έλουζε τα μαλλιά μου με χαμομήλι, για να μη χάσουν το χρυσαφένιο τους χρώμα. Όταν για πρώτη φορά σε ηλικία δέκα χρονών τα έκοψα, ο πατέρας μου στεναχωρήθηκε τόσο πολύ που έκανε μια βδομάδα να συνέλθει.
Ήμουν η κουκλίτσα της μικρής μας γειτονιάς. Πάντα με καθαρά ρουχαλάκια ντυμένη, με τα μαλλάκια χτενισμένα όμορφα και μια ζωντάνια μοναδική. «Το αρχοντόπουλο», έλεγε η συχωρεμένη η κυρά Σουλτάνα που έμενε απέναντί μας. Μόνη στον κόσμο, χωρίς παιδιά, συχνά με έπαιρνε στο σπίτι της για να μου πει παραμύθια. Στο σπίτι της όμως με έπαιρνε και η κυρία Μάχη, χήρα με δυο μεγάλα αγόρια. Αργότερα συγγενέψαμε, βάφτισε την εξαδέλφη μου. Εκεί, στο παλιό αρχοντικό τουρκικής αρχιτεκτονικής, έμελε να χάσω την παιδική μου αθωότητα, στα έξι μου χρόνια.
Η κουζινούλα του σπιτιού της κυρίας Μάχης ήταν σαν «κρεμαστή» γέφυρα. Καθόμουν στο ντιβάνι που υπήρχε μπροστά στο παράθυρο και από κάτω έβλεπα να περνά ο κόσμος και τα κάρα. Μετά από χρόνια άρχισαν να περνούν και κάποια αυτοκίνητα. Εκεί, κρεμασμένη στο παραθύρι, άκουγα τις ιστορίες και τα παραμύθια της κυρίας Μάχης, για να φάω. Αυτό το φαγητό, πάντα με κυνηγούσε σαν κατάρα. Σε κάποια στιγμή της ζωής μου, το μίσησα θανάσιμα…
Το σπίτι της κυρίας Μάχης ήταν για μένα ένας χώρος εξερεύνησης και μυστηρίου. Δε θυμάμαι τι δουλειά ακριβώς έκανε ο άνδρας της. Μάλλον ήταν ναυτικός. Είχε τόσο παράξενα αντικείμενα και πολύ ωραία αρχοντικά έπιπλα, που σα μαγνήτης με τραβούσαν και ήθελα να πηγαίνω συνέχεια στο σπίτι της για να τα χαζεύω, χωρίς όμως να αγγίζω τίποτα. Η μητέρα μου, μου είχε πει να μην πειράζω τίποτα!
Θυμάμαι ότι είχε ένα δωμάτιο, το σαλόνι θα ήταν, γεμάτο ακριβά κρύσταλλα και πολλά, πάρα πολλά κύπελλα και μετάλλια. Δεν καταλάβαινα τι ήταν αυτά. Ήταν όμως πολύ όμορφα και λαμποκοπούσαν. Αργότερα έμαθα ότι ο γιος της ήταν αθλητής και ότι αυτά ήταν τα μετάλλιά του, οι νίκες του. Τον θαύμαζα. Ήταν ένα γεροδεμένο ψηλό παλικάρι, πολύ όμορφο που έπαιζε μαζί μου με αγάπη. Τον άλλο της γιο δεν τον θυμάμαι πολύ. Θυμάμαι μόνο που όταν τους μάλωνε η μητέρα τους επειδή μιλούσαν πολύ την ώρα του φαγητού, αυτός της απαντούσε γελώντας: «Αν δεν μιλάμε μητέρα πώς θα χωνέψουμε!».
Πολλά πράγματα ξέχασα από τη ζωή μου, ίσως γιατί δεν ήθελα να τα θυμάμαι ή γιατί πάλι δεν μπορούσα να τα αντέξω. Αυτό το σπίτι όμως δεν το ξέχασα ποτέ. Ακόμη και σήμερα τριγυρνώ στα δωμάτιά του και στην πέτρινη, γεμάτη λουλούδια, αυλή του, αναζητώντας εκδίκηση. Σήμερα δεν υπάρχει τίποτε από την παλιά του αίγλη. Από το μυστήριο που μάγευε την ψυχή μου. Ένας τοίχος όλος κι όλος, μισό μέτρο από τη γη, έχει απομείνει και μια σιδερένια πόρτα που μόλις και μετά βίας φαίνεται μέσα απ’ τα χαλάσματα. Χάθηκαν όλοι. Κανείς δε γύρισε να διεκδικήσει την κληρονομιά του. Ήταν έξυπνοι, ήταν τυχεροί, η μοίρα τούς οδήγησε σε άλλους δρόμους; Ποιος ξέρει; Το κοριτσάκι των έξι χρόνων δεν τους ξέχασε ποτέ! Ίσως αυτοί να την ξέχασαν και ιδιαίτερα ο γιος, ο λεβέντης με τα πολλά μετάλλια!
Σε μια από εκείνες τις συχνές επισκέψεις στο σπίτι τής κυρίας Μάχης βρέθηκα μόνη με το γιο αθλητή που θαύμαζα. Με έβαλε στο ντιβάνι και άρχισε να με χαϊδεύει στα τρυφερά απόκρυφά μου μέρη. Μου έκλεισε με το μεγάλο του χέρι το στόμα, και μου είπε ότι δεν είναι τίποτα, ένα παιχνιδάκι θα παίξουμε, που θα μου αρέσει πολύ. Σαν τώρα θυμάμαι εκείνο το μεγάλο γεννητικό του όργανο που έβγαλε από το παντελόνι του και άρχισε να το τρίβει πάνω στην τρυφερή βελουδένια επιδερμίδα μου. Ήμουν μόλις έξι χρονών! Τον μισώ τόσο πολύ!
Το μυστικό μου, τον πόνο μου, δεν τον έμαθε κανείς μέχρι σήμερα. Έξι χρονών, και μπορούσα να κρατώ μυστικά!
Δεν ξαναπάτησα στο σπίτι τής κυρίας Μάχης από τη μέρα εκείνη. Δεν κατάλαβε ποτέ η δύστυχη γιατί δεν θέλησα να ξαναπάω σπίτι της. Κι όλο μου έταζε λαγούς με πετραχήλια. Τίποτε εγώ. Είχα μεγαλώσει απότομα.
Μου είχε πει ο γιος της, να μη πω τίποτα σε κανένα, γιατί κανείς δε θα με πίστευε και θα έτρωγα πολύ ξύλο. Σίγουρα θα με πίστευαν και δε θα έτρωγα ξύλο αν το έλεγα καθώς λίγες μέρες αργότερα τον συνέλαβε η αστυνομία για βιασμό μιας δωδεκάχρονης και μετά το ξύλο που έφαγε στην Ασφάλεια ομολόγησε ότι το είχε κάνει και σε άλλα έξι παιδιά. Δεν ξέρω ποια είναι, δεν θέλησα ποτέ να μάθω. Τον έκλεισαν φυλακή. Η κυρία Μάχη τα έλεγε στη μητέρα μου και έκλαιγε. Της έλεγε για το κακό που τη βρήκε. Εγώ άκουγα χωρίς να μιλώ. Οι γυναίκες νόμιζαν πως δεν καταλάβαινα για ποιο πράγμα μιλούσαν. Εγώ καταλάβαινα γιατί ακόμη πονούσα, στο σώμα και στην ψυχή. Μέχρι και σήμερα δεν βρήκα το κουράγιο να ομολογήσω σε κανένα πόσο οδυνηρό ήταν αυτό που πέρασα!
Ταρακουνήθηκε όλη μου η ύπαρξη, έχασα την ισορροπία μου. Είναι στιγμές που ακόμη και σήμερα νιώθω ότι είναι φοβερά εύκολο να χάσω τα λογικά μου. Σε κάθε δυσκολία τα πελαγώνω. Κλείνομαι στον εαυτό μου και μετρώ τις πληγές μου. Βυθίζομαι, πνίγομαι και μετά απεγνωσμένα προσπαθώ να αναδυθώ, ν’ ανασάνω! Κουράστηκα να αγωνίζομαι. Άλλωστε τι νόημα έχει. Όλοι νομίζουν ότι είμαι δυνατή!
Αργότερα στο σχολείο, είχα δάσκαλο τον τύπο εκείνο που είχε ερωτευτεί τη μητέρα μου, όταν ο πατέρας μου ήταν στρατιώτης. Χριστέ μου, πόσο ξύλο «έφαγα», απ’ αυτόν τον άνθρωπο! Ξύλο που δεν το ομολόγησα ποτέ στους γονείς μου, για να μην οξύνω τα πράγματα. Έπρεπε κι αυτόν να τον αντιμετωπίσω μόνη μου.
Ο έρωτας, αχ αυτός ο έρωτας, που με χίλιες μορφές έκανε τη ζωή μου κουρέλι. Κι ας ήμουν ακόμη παιδί. Όταν τα άλλα κορίτσια έπαιζαν με τις κούκλες, εγώ σα γυναίκα θα έπρεπε να προστατεύω την οικογένειά μου, το όνομά της, την αξιοπρέπειά της. Έτσι κι αλλιώς, εγώ δεν αισθανόμουν ότι είχα ποτέ αξιοπρέπεια, την είχα χάσει στα έξι μου χρόνια.
Πάντα στη ζωή μου ένα τραγικό γεγονός άλλαζε τη ρότα πλεύσης μου και με ωρίμαζε απότομα. Από το βιασμό που δέχθηκα, μέχρι τα συνταρακτικά γεγονότα που έμελλε να ακολουθήσουν στο διάβα της ζωής μου. Πάντα η ωρίμανση, που θα έφερνε και την πολυπόθητη γαλήνη στην ψυχή μου, περνούσε μέσα από πόνο ψυχής και σώματος.
Οι δυσκολίες δεν είχαν σταματημό στη ζωή μας.Τα δύσκολα και τραγικά γεγονότα προσπαθούσα επιδέξια να τα φυλακίζω σε κάποιο μέρος του μυαλού μου. Πίστευα ότι έτσι θα πονούσα λιγότερο. Αυτό συνέβη και με το θάνατο των γονιών μου. Η απώλειά τους αβάστακτη για όλους μας. Ακόμη δεν είμαι έτοιμη να μιλήσω για την ημέρα εκείνη. Την έκρυψα από το φως του ήλιου, την άφησα να περιπλανάται στα σκοτάδια του μυαλού μου. Αρνούμαι ακόμη και σήμερα να παραδεχτώ ότι τους έχασα.
Μετά το δυστύχημα, την απώλεια των γονιών μου προσπάθησαν να καλύψουν η νονά και ο νονός μου. Με αγάπησαν περισσότερο κι απ’ το παιδί τους, την κόρη τους τη Φρόσω. Η Φρόσω ήταν και εξακολουθεί να είναι αξιαγάπητη. Όχι μόνο λόγω της εκπληκτικής ομορφιάς της, αλλά και για το χιούμορ της, την ανθρωπιά της, το ζεστό χαμόγελό της και τη «μεγάλη» αγκαλιά της. Είχε εξάλλου να μοιάσει! Έτσι, πέρα από τον Κωστή, που εκείνο το διάστημα σπούδαζε στο εξωτερικό οικονομικά, απέκτησα και μια αδελφή, αλλά πάνω απ’ όλα μια πολύ καλή φίλη.
Ο νονός και η νονά ήταν τόσο απλοί και καλοί άνθρωποι, που όταν συνέβη το μοιραίο, με πήραν υπό την προστασία τους. «Το πνευματικό μας παιδί, θα είναι από εδώ και πέρα το δεύτερο παιδί μας» είπαν και στάθηκαν στο πλευρό μου σαν πραγματικοί γονείς.
Στην απόφασή τους αυτή συναίνεσαι και ο Κωστής ο οποίος και ανέλαβε τη διεύθυνση του μικρού ξενοδοχείου που διατηρούσε η οικογένειά μας, αφήνοντας στο περιθώριο τα όνειρά του. Δεν το σήκωνε η συνείδησή του να αφήσει το ξενοδοχείο να ρημάξει κι αυτός να αναζητήσει την τύχη του αλλού. Στρώθηκε στη δουλειά και όχι απλά το διατήρησε, αλλά και το αναβάθμισε, φέρνοντάς το πρώτο στις προτιμήσεις των πελατών. Τρία χρόνια αργότερα, ζήτησε το «χέρι» της Φρόσως από το νονό και τη νονά μου, κι αυτοί του το έδωσαν, μαζί με τις ευχές τους. Κι έτσι μεγάλωσα κοντά σε ανθρώπους που μ’ αγαπούσαν και μου το έδειχναν με κάθε τρόπο.
Ο αδελφός μου ήταν αυτός που επέμενε ότι έπρεπε να συνεχίσω τις σπουδές μου, να κυνηγήσω τα όνειρά μου και να μη σκεφτώ ούτε στιγμή τα έξοδα. Η δουλειά πήγαινε πολύ καλά. Εξάλλου, μερίδιο του ξενοδοχείου μού ανήκε δικαιωματικά, αν και του είπα ότι δεν επιθυμώ μερίδιο από την περιουσία των γονιών μας. Έτσι κι αλλιώς, τα όνειρά μου δεν είχαν να κάνουν με επιχειρήσεις και ξενοδοχεία. Είχα μεράκι με την Αρχαιολογία. Διάβαζα ασταμάτητα ό,τι έπεφτε στα χέρια μου. Στο σχολείο ήμουν από τις πρώτες μαθήτριες. Κατάφερα να περάσω στην Αρχαιολογική Σχολή της Θεσσαλονίκης. Επιμελής και στο Πανεπιστήμιο το τελείωσα με βαθμό οκτώ, για να συνεχίσω μεταπτυχιακές σπουδές στη Βυζαντινή Ιστορία. Ένας άλλος κλάδος που με συγκινούσε ιδιαίτερα. Ταξίδεψα σε πολλές χώρες, παρακολούθησα πολλά σεμινάρια. Έλαβα μέρος σε διάφορες έρευνες ανασκαφών. Κάποια στιγμή μού πρότειναν να ασχοληθώ και με τα κοινά, αλλά απέρριψα αμέσως την πρόταση. Δεν ήμουν για τέτοια. Δεν μπορούσα ούτε τις δεσμεύσεις, ούτε τις υποσχέσεις.
Πάντα μού άρεσαν τα ταξίδια και δεν είχα σκοπό να τα εγκαταλείψω τόσο σύντομα βάζοντας άλλες προτεραιότητες. Μετά ήρθαν και τα βιβλία. Η άλλη μεγάλη αγάπη της ζωής μου. Ξεκίνησα με τη συγγραφή ταξιδιωτικών εγχειριδίων και στη συνέχεια εξέδωσα το πρώτο μου μυθιστόρημα το οποία έτυχε πολύ καλών κριτικών. Χάρη τελικά σ’ αυτό το βιβλίο γνώρισα και τον Τζων. Ίσως κάτω από άλλες συνθήκες να μην είχαμε γνωριστεί ποτέ. Μια γνωριμία που έμελε ν’ αλλάξει ριζικά τον τρόπο της σκέψης μου, αλλά και να γεμίσει με έρωτα τη ζωή μου. Έρωτα μοναδικό, εφηβικό, από εκείνους που δεν μπορείς να τους ελέγξεις, που σε συνεπαίρνουν, αλλά και σε τσακίζουν αλύπητα.
Δεν είμαι καμιά άβγαλτη, ούτε και παιδούλα. Στα τριανταπέντε μου χρόνια είχα αρκετές εμπειρίες. Καμιά όμως απ’ αυτές τις εμπειρίες δεν ήταν ικανή για να λάβει τον τίτλο της μοναδικής, της ανεπανάληπτης. Ερωτεύτηκα τον Τζων με την πρώτη ματιά. Είχα την αίσθηση ότι τον γνώριζα από πάντα, ότι ήταν το κισμέτ, το πεπρωμένο μου, ότι είχαμε συναντηθεί σε κάποια προηγούμενη ζωή, ότι η ασημένια κλωστή που μας είχε ενώσει μάς κρατούσε φυλακισμένους στο όνειρο της πιο ζηλευτής αγάπης».

 

 

 

 

 

2

 

 

Ο κόσμος είχε αρχίσει σιγά- σιγά να συγκεντρώνεται στη μεγάλη αίθουσα του Πνευματικού Κέντρου «Π. Μελά», για την παρουσίαση του βιβλίου τής Έλλης Παυλίδη. Μετά την πολλή επιτυχημένη παρουσίαση στην Θεσσαλονίκη και την Αθήνα, ο εκδοτικός οίκος «ΛΕΩΝ» παρουσίαζε το απόγευμα της πρώτης Κυριακής του Δεκέμβρη του 1999, το κοινωνικό μυθιστόρημα τής Έλλης Παυλίδη στη γενέτειρά της, μετά από επιθυμία τής ιδίας. Η Έλλη μπορεί ν’ απουσίαζε αρκετά χρόνια από την πόλη που γεννήθηκε και μεγάλωσε, ωστόσο διατηρούσε δεσμούς με τους συντοπίτες της. Αποτελούσαν γι’ αυτήν σημείο αναφοράς. Ήταν πάντα παρούσα σε κάθε αίτημά τους, επειδή μέσα από τη δουλειά της είχε δεκάδες προσβάσεις σε υψηλόβαθμα στελέχη, εντός και εκτός χώρας.
Στην παρουσίαση αναμενόταν να προσέλθει πολύς κόσμος, από στελέχη της τοπικής αυτοδιοίκησης, έως βουλευτές και τοπικοί φορείς. Βέβαια, δεν μπορούσαν να απουσιάζουν οι φίλοι και συμμαθητές της από το σχολείο, όπως και τα συγγενικά της πρόσωπα.
Το πρώτο της βιβλίο με τίτλο «Κόντρα στο ρεύμα» διαπραγματευόταν τη ζωή μιας νεαρής γυναίκας, η οποία μετά από ένα επώδυνο διαζύγιο, προσπαθούσε να σταθεί στα πόδια της, να χαράξει τη δική της πορεία, κόντρα στα θέλω του ανδρικού πληθυσμού και στα προσχηματικά πρέπει. Ένας αγώνας θάρρους και πείσματος για τα δικά της θέλω, τα δικά της πρέπει, τη δική της επιβίωση και επικράτηση, σ’ έναν ανδροκρατούμενο χώρο. Οι κριτικές ήταν ήδη πολύ ενθαρρυντικές, αν και η θεματολογία του βιβλίου δεν ήταν ιδιαίτερα πρωτότυπη. Ωστόσο, ο τρόπος και η οπτική γωνία μέσα από την οποία παρουσίαζε το θέμα η Έλλη Παυλίδη, όχι απλά κέρδισε το γυναικείο αναγνωστικό κοινό, αλλά προβλημάτισε και τους πλέον σκληροπυρηνικούς έως και μισογύνηδες άνδρες, που σε πείσμα των καιρών εξακολουθούσαν στη χαραυγή του 21ου αιώνα να βλέπουν επιφυλακτικά την είσοδο των γυναικών στην οικονομική, πολιτική και κοινωνική ζωή του τόπου.
Την παρουσίαση του βιβλίου θα έκανε μια πολύ καλή φίλη της Έλλης από τα γυμνασιακά τους χρόνια, η Δώρα Κοσμίδου, Φιλόλογος στο επάγγελμα, ενώ για το βιβλίο θα μιλούσαν ο Δήμαρχος της πόλης, και δύο τοπικοί συγγραφείς. Ο ένας εξ αυτών υπήρξε και καθηγητής της στο Λύκειο.
Η ώρα πλησίαζε επτά το απόγευμα και η αίθουσα του Πνευματικού Κέντρου είχε γεμίσει ασφυκτικά. Η Έλλη συγκινημένη από την ανταπόκριση του κόσμου, αφού τους καλωσόρισε όλους, γνωστούς και μη, μ’ ένα εγκάρδιο χαμόγελο, κάθισε στη θέση της στο πάνελ μαζί με τους παρουσιαστές για να ξεκινήσει η εκδήλωση. Το κοινό παρακολουθούσε σιωπηλό και με ιδιαίτερο ενδιαφέρον τις αναλύσεις των παρουσιαστών και στο τέλος τους χειροκρότησε θερμά. Τα σχόλια, όλα κολακευτικά και επαινετικά. Μπορεί η ηρωίδα του μυθιστορήματος να μιλούσε με αρκετά σκληρά λόγια για τον ανδρικό πληθυσμό, αλλά κανείς δεν αμφισβήτησε το γεγονός ότι στη ζωή τίποτε δε χαρίζεται, ότι όλα με κόπους αποκτώνται, είτε ο χώρος είναι ανδροκρατούμενος, είτε όχι. Εξάλλου, δεν είναι το φύλο του ανθρώπου που καθορίζει την ποιότητα της παιδείας και της εκπαίδευσης που θα λάβει, αν και συχνά πυκνά χρησιμοποιείται από κάποιους ως πρόσχημα της όποιας αποτυχίας τους.
Η συγκίνηση αλλά και η ικανοποίηση για την έκβαση τής παρουσίασης ήταν χαραγμένη στο όμορφο και λαμπερό πρόσωπο τής Έλλης, η οποία παρά το γεγονός ότι κουβαλούσε τριανταπέντε Μάηδες στην πλάτη της, φαινόταν σαν παιδούλα, με τα μακριά ξανθά μαλλιά και τα λεπτοκαμωμένα χαρακτηριστικά του προσώπου της.
Μετά από μιάμιση ώρα σιωπής και προσήλωσης, η αίθουσα πλημμύρισε από φωνές, γέλια, φιλιά και αγκαλιές. Όλοι έσπευσαν να τη συγχαρούν και να της ζητήσουν να τους υπογράψει το βιβλίο. Και φυσικά η Έλλη, με περισσή ευχαρίστηση δεν αρνήθηκε τίποτα σε κανένα. Φωτογραφήθηκε με όσους τής το ζήτησαν, ευχαρίστησε όλους για τα θετικά τους σχόλια, αλλά και για την αγάπη τους, που πόσο απλόχερά της την προσέφεραν.
Μοναδική «πληγή» για την Έλλη ήταν η απουσία των γονιών της απ’ όλες τις μεγάλες και σημαντικές στιγμές της ζωής της. Παρά το γεγονός ότι είχαν περάσει πάνω από δύο δεκαετίες από τον χαμό τους, η απουσία τους ήταν πάντα αισθητή. Είχε την ανάγκη να μοιραστεί μαζί τους τα όνειρά της και τις επιτυχίες της. Ήξερε ότι θα ήσαν πολύ υπερήφανοι γι’ αυτήν. Θα καμάρωναν που το ανήσυχο και ζαβολιάρικο κοριτσάκι τους είχε καταφέρει να κάνει τόσα πολλά πράγματα στη ζωή του. Μετά τους δύο ταξιδιωτικούς οδηγούς που είχε εκδώσει από τις περιπλανήσεις της σε Ευρώπη και Αφρική, παρουσίαζε το πρώτο της μυθιστόρημα, που όπως όλα έδειχναν δεν θα ήταν και το τελευταίο. Δυστυχώς όμως η ζωή είχε επιλέξει να είναι απόντες και οι δύο. Το κενό τους αναπλήρωνε με το παραπάνω ο αδελφός της ο Κωστής, ο οποίος και είχε αναλάβει τη διοργάνωση της παρουσίασης και φυσικά το αποτέλεσμα ήταν πέραν του δέοντος ικανοποιητικό.
«Αδελφούλα μου, τα συγχαρητήριά μου. Πάντα πίστευα σε σένα και πάντα μ’ έβγαζες ασπροπρόσωπο» της είπε ο Κωστής και την αγκάλιασε με τον δικό του μοναδικό, τρυφερό και ζεστό τρόπο.
«Να σου συστήσω τον κύριο Τζων Μπράουν. Είναι πελάτης μας στο ξενοδοχείο και όταν έμαθε για την παρουσίαση, ζήτησε να έρθει μαζί μου γιατί είχε ακούσει για το βιβλίο σου στη Θεσσαλονίκη και ήθελε να σε γνωρίσει από κοντά», πρόσθεσε ο Κωστής.
«Κυρία Παυλίδη, γοητευμένος. Δεχθείτε τα θερμά μου συγχαρητήρια. Μαγέψατε το κοινό με το συγγραφικό σας ταλέντο και την εξαίσια φωνή σας», συμπλήρωσε ο άγνωστος λυγερόκορμος καλεσμένος με ένα πλατύ χαμόγελο, και υποκλίθηκε με λεπτότητα μπροστά της.
Η Έλλη αν και έμπειρη στις φιλοφρονήσεις, ένοιωσε το κορμί της να μυρμηγκιάζει. Έμεινε αποσβολωμένη να κοιτά αυτό το άγνωστο και συνάμα τόσο οικείο γι’ αυτήν πρόσωπο. Δε φημιζόταν για τον αυθορμητισμό της, τουλάχιστον τα τελευταία χρόνια καθώς οι επανωτές ερωτικές αποτυχίες την είχαν κάνει αρκετά απόμακρη και επιφυλακτική. Εκεί που είχε πάρει την απόφαση να αφοσιωθεί στη δουλειά της, στα δεκάδες σχέδια που είχε στο μυαλό της, στην αστείρευτη δημιουργικότητά της που αναζητούσε γόνιμο έδαφος για να καρποφορήσει, εμφανίστηκε μπροστά της ο Τζων Μπράουν. Ξύπνησε τη γυναικεία φιλαρέσκειά της, αν και το ένστικτό της της έλεγε ότι δεν ήταν τυχαία η συνάντηση αυτή. Ο άνθρωπος αυτός θα έπαιζε σημαντικό ρόλο στη ζωή της, το ένιωθε. Το πόσο σημαντικό, δεν μπορούσε να το φανταστεί, όπως δεν μπορούσε να αντισταθεί στη γοητεία του. Ξέχασε τις υποσχέσεις και τους όρκους που έδωσε στον εαυτό της και άφησε να κυλήσει στο αίμα της, η ηδονή τής παιδούλας που πρωτογνωρίζει τον έρωτα.
«Σας ευχαριστώ πολύ κύριε Μπράουν» είπε αμήχανα η Έλλη.
«Θα μου υπογράψετε το βιβλίο σας;»
«Μα φυσικά, τιμή μου» είπε η Έλλη. Έμεινε για λίγο μετέωρη, αναποφάσιστη. Κούνησε με αβεβαιότητα το στυλό της και μειδιάζοντας έγραψε: «Εύχομαι η χαραυγή της νέας χιλιετίας να σας επιφυλάξει μοναδικές αξέχαστες στιγμές, επαγγελματική άνοδο, υγεία και ευτυχία όπως εσείς τη θέλετε, τη ζητάτε και την επιδιώκετε».
Ασυνήθιστη αφιέρωση, περισσότερο έμοιαζε με πρόκληση, αλλά δεν την ένοιαζε, μάλλον την επιδίωκε. Έκλεισε το βιβλίο και του το έδωσε αποφεύγοντας να τον κοιτάξει στα μάτια. Ένοιωσε τα μάγουλά της να πυρώνουν, κι ένα κύμα καυτής μάζας αέρα να της κόβει την ανάσα. Προσπάθησε να κρατήσει την ψυχραιμία της, να το παίξει άνετη και αδιάφορη. Συνέχισε να υπογράφει τα βιβλία της μηχανικά «Στον κύριο ... με εκτίμηση…». Έδειχνε χαρούμενη κι ευγενική με τον κόσμο που την τίμησε με την παρουσία του, αλλά τα μάτια της συνεχώς έψαχναν μέσα στο πλήθος τον Τζων. Ένοιωσε ανακούφιση όταν τον αντίκρισε σε μια γωνιά της αίθουσας να συζητά με τον αδελφό της.
Ο κόσμος είχε αρχίσει σιγά- σιγά να λιγοστεύει, μέχρι που έμειναν στην μεγάλη αίθουσα μόνο η Έλλη, ο αδελφός της και ο Τζων Μπράουν.
«Τι θα λέγατε να πηγαίναμε για ένα ποτό, να γιορτάσουμε την επιτυχία σας κυρία Παυλίδη,» πρότεινε ο Τζων.
Τα δυο αδέλφια δέχτηκαν την πρόσκληση χωρίς δεύτερη σκέψη. «Αν δεν το πρότεινε αυτός, θα το πρότεινα εγώ», σκέφτηκε η Έλλη και χαμογέλασε. Δεν μπορούσε να κρύψει τον ενθουσιασμό της, ωστόσο μπορούσε να τον δικαιολογήσει, προφασιζόμενη την αίσια έκβαση της εκδήλωσης. Και ο Κωστής είχε συμπαθήσει τον Τζων. Αν και δεν γνώριζε τίποτε γι’ αυτόν, τον έβρισκε πολύ ενδιαφέροντα άνθρωπο και κάτι του έλεγε ότι θα γίνονταν με τον καιρό, καλοί φίλοι.
Έδωσαν ραντεβού για τις ένδεκα το βράδυ και γύρισαν όλοι μαζί στο ξενοδοχείο για να φρεσκαριστούν. Στη διαδρομή που δεν κράτησε περισσότερο από δέκα λεπτά έγιναν και οι επιπλέον συστάσεις. Ο Τζον Μπράουν τους ανέφερε αόριστα ότι επισκέφθηκε την πόλη τους για επαγγελματικούς λόγους, αποφεύγοντας να δώσει λεπτομέρειες, ενώ κανένα από τα αδέλφια δεν ένοιωσε την ανάγκη να ρωτήσει ή να μάθει τι είδους δουλειές μπορεί να είχε ένας σύμβουλος μιας από τις μεγαλύτερες πολυεθνικές του κόσμου, σε μια μικρή επαρχιακή πόλη. Για έναν ανεξήγητο λόγο, τόσο η Έλλη, όσο και ο αδελφός της, ένοιωθαν σαν να γνώριζαν από πάντα τον Τζων.
Η βραδιά κύλησε όμορφα και η συζήτηση περιστράφηκε γύρω από πολλά και ενδιαφέροντα θέματα, που τέθηκαν προς συζήτηση απ’ όλους. Μίλησαν για τα πάντα εκτός από αυτά που πραγματικά θα ήθελαν να πουν. Ο Τζων και η Έλλη προσπάθησαν να κρατήσουν τους τύπους, αν και γνώριζαν πολύ καλά και οι δύο, ότι δε θα το κατάφερναν για πολύ ακόμη. Η έλξη μεταξύ τους ήταν εμφανής και φυσικά αντιληπτή και από το Κωστή.
Την άλλη μέρα το πρωί, η Έλλη δέχθηκε μια υπέροχη ανθοδέσμη από κόκκινα τριαντάφυλλα που συνοδεύονταν από μια πρόσκληση σε γεύμα.
Κοίταξε το ρολόι της. Ήταν περασμένες έντεκα. Δεν είχε πολύ χρόνο στη διάθεσή της. Έπρεπε να ετοιμαστεί. Να κάνει μπάνιο, να χτενίσει τα μαλλιά της, να δει τι θα φορέσει. Ξαφνικά είχε ξυπνήσει μέσα της η γυναικεία φιλαρέσκεια, και ρίχνοντας μια ματιά στην ντουλάπα της ανακάλυψε ότι κανένα από τα φορέματά της δεν ήταν κατάλληλο για την έξοδο ή δεν της άρεσαν.
Η ώρα κυλούσε επικίνδυνα γρήγορα και αυτή μπροστά στον καθρέπτη δοκίμαζε μπλούζες, παντελόνια, φορέματα, αδυνατώντας να αποφασίσει τι θα φορέσει. Τελικά γύρω στη μία το μεσημέρι, αγανακτισμένη με τον εαυτό της, για την πολύτιμη ώρα που έφαγε μπροστά στον καθρέπτη, φόρεσε ένα τζιν παντελόνι με μια σιέλ ζιβάγκο μπλούζα, πήρε το πανωφόρι της και κατέβηκε στη ρεσεψιόν. Ο Τζων ήταν ήδη εκεί και μετά τις τυπικές χαιρετούρες και τις ευχαριστίες για την υπέροχη ανθοδέσμη, ξεκίνησαν.
«Έλλη επειδή δε γνωρίζω που θα μπορούσαμε να πάμε αφήνω σε σένα την πρωτοβουλία» της είπε.
Η αλήθεια είναι ότι ούτε και η ίδια γνώριζε και πολλά από χώρους διασκέδασης, μιας και απουσίαζε πολλά χρόνια και κάθε φορά που επέστρεφε την πόλη της, ανακάλυπτε πόσο γρήγορα άλλαζε. Ευτυχώς πάντα προς το καλύτερο. Παρ’ όλα αυτά το παραδοσιακό ταβερνάκι δίπλα στο άλσος της Παναγιάς, ήταν πάντα εκεί, με μοναδικές νοστιμιές και οικογενειακό σέρβις, που «σκλάβωνε» τους πελάτες.
Ο διάκοσμος της μικρής συμπαθητικής ταβέρνας, άρεσε πολύ στον Τζων. Οι πίνακες από την παλιά Θεσσαλονίκη που στόλιζαν τους τοίχους, του θύμισαν στιγμές από τα όμορφα εφηβικά του χρόνια. Τα τραπέζια με τα χειροποίητα στρωμένα τραπεζομάντιλα, και οι πλεκτές στο χέρι κουρτίνες, που σχημάτιζαν μπουκέτα από λουλούδια, ανέδυαν το άρωμα ενός ζεστού φιλόξενου σπιτιού, κι όχι την τσίκνα μιας απρόσωπης παραδοσιακής ταβέρνας. Οι γλάστρες με τα ανθισμένα Αλεξανδρινά, στα περβάζια των παραθύρων, προδιέθεταν τον ερχομό των Χριστουγέννων. Λίγες μέρες απέμεναν για την μεγάλη γιορτή της Χριστιανοσύνης και ήδη οι δρόμοι και οι πλατείες είχαν στολιστεί με πολύχρωμα λαμπιόνια, δίνοντας μια άλλη μοναδική αίσθηση γιορτής και χαράς, σαν αυτή που πλημύριζε την ψυχή της Έλλης το τελευταίο εικοσιτετράωρο.
Δεν χρειάστηκε πολύ για να σπάσει ο πάγος. Η έλξη, άλλωστε, ήταν αμοιβαία από την πρώτη στιγμή. Η Έλλη βρήκε στο πρόσωπο του Τζων έναν πολύ καλόν συνομιλητή, έναν άνθρωπο που μπορούσε να ερεθίσει το πνεύμα της και να δώσει απαντήσεις στις ατέρμονες πνευματικές της αναζητήσεις. Και ο Τζων, από την άλλη, έβλεπε στο πρόσωπο της Έλλης μια έξυπνη και δραστήρια γυναίκα που ήξερε να κρατά ζωντανό το ενδιαφέρον του άνδρα που της ενδιέφερε. Την έβρισκε ιδιαίτερα ενδιαφέρουσα, καθόλου βαρετή και θα μπορούσε να πει ότι η διαφορετικότητά της, την οποία είχε παρατηρήσει από την πρώτη στιγμή, την έκανε μοναδική. Διαβάζοντας το βιβλίο της, αλλά και αργότερα όταν την πρωτοαντίκρισε στην παρουσίαση τού, διαισθάνθηκε ότι η γυναίκα αυτή ήξερε να αγαπά και να δίνεται, χωρίς να κρατά τίποτε για τον εαυτό της, χωρίς να ζητά ανταλλάγματα. Ήταν ρομαντική και ταυτόχρονα απόλυτη, ανυποχώρητη εκεί που έπρεπε, όπου χρειαζόταν. Την έβλεπε σαν πρόκληση, αλλά και σαν απειλή…
Ο διάκοσμος της παραδοσιακής ταβέρνας, το καλό χύμα κρασάκι, τα βαθυπράσινα μάτια της Έλλης, το χαμόγελό της, ο τρόπος με τον οποίο έγερνε ελαφρά το κεφάλι, ήταν αρκετά για να χαλαρώσουν τον Τζων και να ξεδιπλώσει σημαντικές πτυχές της ζωής του, κάτι που δεν το έκανε συχνά και μάλιστα σε ανθρώπους που δεν γνώριζε τόσο καλά. Της ανέφερε ότι έμενε στην Αμερική, ότι ταξίδευε συχνά στην Ελλάδα και την Γερμανία, για επαγγελματικούς κυρίως λόγους, ότι είχε σπουδάσει Νομική στη Θεσσαλονίκη, τόπο καταγωγής τής μητέρας του, ενώ στη συνέχεια αναζήτησε την τύχη του στην Αμερική, εκεί όπου έζησε τα πρώτα χρόνια της ζωής του. Τα καλοκαίρια πάντα επισκεπτόταν την Ελλάδα, για να δει τη μητέρα του και τους συγγενείς του. Είχε παντρευτεί στην Αμερική και είχε δύο γιούς. Με τη γυναίκα του, της είπε, πως χώρισαν πρόσφατα, αλλά παρέλειψε να αναφέρει τους λόγους.
«Τυπικές συστάσεις, σχεδόν τηλεγραφικές, με αρκετή δόση αμηχανίας, λες και βρίσκεται σε interview», σκέφτηκε η Έλλη. Όχι πως δεν ήθελε να μάθει ποιος είναι και από πού κρατά η σκούφια του, αλλά περισσότερο ενδιαφερόταν να γνωρίσει τον άνθρωπο και την ψυχή του, να αγγίξει τις λεπτές χορδές του. Δεν μπορούσε να αρνηθεί, ούτε να παραβλέψει το γεγονός ότι ασκούσε πάνω της μια περίεργη γοητεία. Ήταν πρόθυμη να του δοθεί ψυχή τε και σώματι, να αφεθεί στα χάδια του.
«Τζων, αν δεν είμαι αδιάκριτη τι σε έφερε εδώ; Σίγουρα δε θα πρόκειται για δουλειές όπως είπες. Αν θέλεις βέβαια μου λες. Νομίζω όμως ότι θα ήταν καλύτερα και για τους δυο μας…» είπε κάποια στιγμή η Έλλη διακόπτοντας τον Τζων από την τυπική διαδικασία « ανάγνωσης» του «βιογραφικού» του.
«Κατανοώ την επιφυλακτικότητά σου. Δε με γνωρίζεις και όλα αυτά μπορεί να ακούγονται περίεργα. Όμως δεν έχω σκοπό να σου πω κανένα ψέμα. Δε σου αξίζει» της απάντησε φιλώντας ευγενικά το χέρι της. «Σε δυο μέρες θα φύγω για τη Θεσσαλονίκη, έχω κάτι δουλειές να τελειώσω. Θα γυρίσω όμως σύντομα», συνέχισε.
Απέφυγε να της πει πότε ακριβώς. Απλά έσκυψε και την φίλησε απαλά και τρυφερά, αυτή τη φορά όμως στα χείλη. Η Έλλη ένοιωσε να χάνει τη γη κάτω από τα πόδια της.
«Κάνε Θεέ μου να είναι το άλλο μου μισό. Αυτό που χρόνια αναζητούσα!» σκέφτηκε. Δε χρειαζόταν να πει ή να κάνει κάτι. Δε χρειαζόταν να παλέψει για την αγάπη του. Ήξερε, ήταν βέβαιη ότι τα ίδια αισθήματα έτρεφε κι αυτός για κείνη, κι ας είχαν γνωριστεί μόλις πριν από ένα εικοσιτετράωρο. Το έβλεπε στο πρόσωπό του, στο καθάριο βλέμμα του. Τον πίστεψε ή θέλησε να τον πιστέψει. Άλλωστε είχε στη διάθεση της άλλες δύο μέρες και δεν είχε σκοπό να τις αφήσει να περάσουν έτσι. Θα έκανε κάθε προσπάθεια να γνωρίσει καλύτερα τον άνθρωπο που τρύπωσε απρόσκλητος στη ζωή της, αν και η λογική της τής έλεγε ότι η σχέση αυτή μπορεί να ήταν απλά ένα ταξίδι, μια στάση, ότι οι δρόμοι τους θα χώριζαν, ότι πιθανόν να μη ξανάσμιγαν ποτέ. Παρόλα αυτά, ήθελε να ζήσει μαζί του την κάθε στιγμή, καλή ή κακή. Ήθελε να γίνει για άλλη μια φορά «μεγαλόψυχη», απέναντι στη ζωή και στον έρωτα. Και που ξέρεις ίσως τελικά και να μην έφευγε…

 

Αφού απόλαυσαν το φαγητό τους, η Έλλη του πρότεινε να πάνε μια βόλτα στο κέντρο της πόλης κι αυτός αποδέχθηκε πρόθυμα. Τελικά ο δρόμος τούς έβγαλε στο Δημοτικό Κήπο, μια τεράστια καταπράσινη έκταση, με σιντριβάνια και ζωολογικό κήπο, μια όαση στην καρδιά τής πολύβουης πόλης. Κάθισαν στον εξωτερικό χώρο της δημοτικής καφετέριας, κάτω από τα μεγάλα, γέρικα πλατάνια. Ο αρκετά ζεστός καιρός για την εποχή ήταν μια πρόκληση. Παρήγγειλλαν από μια ζεστή σοκολάτα και αφέθηκαν στο χάδι του χειμωνιάτικου ήλιου λίγο πριν βουτήξει πίσω από τα ψηλά βουνά, ακολουθώντας αιώνες τώρα την ίδια διαδρομή.
«Τζων, μίλησέ μου για τη ζωή σου, για τα παιδικά σου χρόνια.»
«Τι θέλεις να μάθεις Έλλη;»
«Τα πάντα», του απάντησε «ή όσα θέλεις να μου πεις, γιατί στην πορεία θα μου τα πεις όλα…», συμπλήρωσε γελώντας.
«Εσείς οι γυναίκες πάντα ξέρετε να παίρνετε αυτό που θέλετε, με τον έναν ή με τον άλλο τρόπο… ΟΚ λοιπόν θα σου πω με έναν όρο…»
«Αν και δε μου αρέσουν οι όροι… στην περίπτωσή σου θα κάνω μια εξαίρεση», απάντησε ευδιάθετα η Έλλη και η «συμφωνία» έκλεισε με υπονοούμενα, και από τις δύο πλευρές.
«Λοιπόν…», είπε ο Τζων ρουφώντας λίγη από τη ζεστή σοκολάτα του, «εξαιρετική… σαν και σένα…!»
«Λοιπόν;» επανέλαβε με αγωνία η Έλλη, «δώσε κλώστο να γυρίσει παραμύθι να αρχινίσει… κι άσε τις υπεκφυγές!»
«Είσαι και ανυπόμονη… Λοιπόν. Μεγάλωσα στην Αμερική. Η μητέρα μου ήταν Ελληνίδα και ο πατέρας μου Αμερικάνος. Λέω ήταν, γιατί δεν είναι πλέον στη ζωή και οι δύο. Γνωρίστηκαν στην Ελλάδα, όταν ο πατέρας μου υπηρετούσε ως αξιωματικός στο ΝΑΤΟ. Πέρασα όμορφα παιδικά χρόνια. Ο πατέρας μου αγαπούσε πάρα πολύ τη μητέρα μου και δεν της χαλούσε κανένα χατίρι. Δυστυχώς όμως τον χάσαμε γρήγορα. Πέθανε πολύ νέος από καρκίνο. Τότε η μητέρα μου, μη έχοντας κανένα στήριγμα στα ξένα, πήρε την απόφαση να γυρίσει πίσω, στους γονείς της, που ζούσαν στη Θεσσαλονίκη. Στην αρχή η προσαρμογή ήταν δύσκολη γι’ αυτήν. Άλλες συνήθειες, άλλες νοοτροπίες, άλλος τρόπος ζωής. Υπήρχε όμως πολύ αγάπη και από τις δύο πλευρές και τα εμπόδια ξεπεράστηκαν γρήγορα.
Όταν έγινα 15 χρονών η μητέρα μου αποφάσισε να ξαναπαντρευτεί. Ήταν πολύ νέα ακόμη για να μείνει μόνη στη ζωή. Εγώ μεγάλωνα, ο παππούς και η γιαγιά ήδη ήταν ηλικιωμένοι, έπρεπε να αποκτήσει ένα στήριγμα, ένα αποκούμπι.
Ο κύριος Γιώργος ήταν ένας καλοκάγαθος άνθρωπος, είχε και τον τρόπο του. Και για να πω και όλη την αλήθεια, στάθηκε στο πλευρό της μάνας μου σαν πραγματικός σύντροφος και σε μένα σαν πραγματικός πατέρας. Εκείνο που έντονα θυμάμαι απ’ αυτόν, είναι τα σαββατοκύριακα που πηγαίναμε για ψάρεμα. Περισσότερο περνούσαμε την ώρα μας κουβεντιάζοντας, για ότι μπορείς να φανταστείς, παρά ψαρεύαμε. Πάντως στο σπίτι επιστρέφαμε πάντα με ψάρια… τα αγοράζαμε φρεσκότατα από τα καΐκια που γύριζαν φορτωμένα, με λογιών- λογιών ψάρια! Ήταν το μικρό μας μυστικό. Κλείναμε ο ένας το μάτι στον άλλο και κρυφογελούσαμε με την μικρή μας αταξία. Η μητέρα μου σίγουρα καταλάβαινε τι σκαρώναμε, αλλά ποτέ δεν είπε κουβέντα. Κάθε φορά που γυρνούσαμε κουβαλώντας τη δήθεν ψαριά μας, έλεγε: «Ω! μπράβο Γιώργο, πάλι έπιασες ωραία ψάρια!» και έστηνε τη φουφού για να τα ψήσουμε. Στο τσιμπούσι που ακολουθούσε με τσιπουράκι, συμμετείχαν και κανά δυο γείτονες, φίλοι καλοί. Ο ένας προσέτρεχε στη χαρά και στον πόνο του άλλου. Μια πόρτα ήταν τα σπίτια μας. Εδώ που τα λέμε, μια πόρτα ήταν τα σπίτια όλων στη γειτονιά που ζούσαμε. Μικρά προσφυγικά σπιτάκια, άλλα μονώροφα, κι άλλα διώροφα. Πρόσφυγες και οι παππούδες μου εγκαταστάθηκαν στην περιοχή της Νεάπολης. Με κόπο και προσευχή στέγασαν τα όνειρα και τις προσδοκίες τους στις μικρές καμαρούλες, «στολισμένες» όμως από την αγάπη και την ανθρωπιά τους.
Ο παππούς μου ήταν τσαγκάρης και η γιαγιά μου μοδίστρα. Έκαναν μόνο ένα παιδί, τη μάνα μου, τη Βασιλική. Όταν αυτή ερωτεύτηκε τον πατέρα μου και τους ανακοίνωσε ότι θα τον παντρευτεί και θα φύγει μαζί του στην Αμερική, η αρχική χαρά έδωσε τη θέση της στη λύπη. Από τη μια χαίρονταν για το παιδί τους και ήθελαν να το δουν ευτυχισμένο, κι απ’ την άλλη ένοιωθαν ότι θα έχαναν το μοναχοπαίδι τους.
Ο πατέρας μου ήταν ένας λεβέντης! Ψηλός, ξανθός με ένα πλατύ χαμόγελο. Υποσχέθηκε στον παππού και στη γιαγιά ότι κάθε χρόνο θα έφερνε στην Ελλάδα την κόρη τους, για να την βλέπουν. Κράτησε την υπόσχεσή του. Μόνο, όπως σου είπα, τον χάσαμε πολύ γρήγορα. Μόνο 15 χρόνια έζησαν μαζί. Τουλάχιστον ήταν ευτυχισμένα αυτά τα χρόνια.
Όταν γυρίσαμε από την Αμερική εγώ ήμουν 10 χρονών. Πέντε χρόνια αργότερα, μια γειτόνισσα έφερε στη μητέρα μου το προξενιό για τον κύριο Γιώργο. Στην αρχή η Βασιλική δεν ήθελε να ακούσει κουβέντα. Σιγά σιγά όμως πείστηκε.
Δεν είδα ποτέ το πρόσωπο της μάνας μου φωτεινό και ευτυχισμένο όπως όταν ήταν στην Αμερική, δίπλα στον άνθρωπο που ερωτεύτηκε και ακολούθησε στην άλλη άκρη της γης. Ωστόσο, τίμησε με το παραπάνω τον Γιώργο. Ήταν καλός άνθρωπος. Την πρόσεχε σαν τα μάτια του. Δυστυχώς δεν έκαναν παιδιά, αν και θα ήθελα πάρα πολύ να έχω έναν αδελφό ή μία αδελφή. Μεγάλωσα μόνος κι αυτό με βαραίνει.
Ο Γιώργος υπήρξε για μένα και πατέρας και φίλος. Είχε ένα επίπεδο και μια κουλτούρα τόσο διαφορετική, τόσο ξεχωριστή για τα δεδομένα της εποχής! Και να φανταστείς δεν είχε τύχει και της ανάλογης εκπαίδευσης. Συχνά έλεγε: «εγώ σπούδασα στο πεζοδρόμιο. Εκεί ακούς και μαθαίνεις περισσότερα από οποιοδήποτε Πανεπιστήμιο» και δεν είχε και άδικο εδώ που τα λέμε…
Είχε ένα μικρό φορτηγάκι με είδη προικός και γυρνούσε τις γειτονιές για να προικίσει τις ομορφονιές, όπως έλεγε. Κάποιες φορές τα καλοκαίρια που δεν είχα σχολείο, πήγαινα κι εγώ μαζί του. Είχε πολύ χάζι. Όλες οι γυναίκες έτρεχαν στο κάλεσμά του. Είχε και μια βροντερή φωνή… άλλο πράγμα! Τα χωρατά πήγαιναν σύννεφο… αλλά και η τσέπη γέμιζε με παράδες… «Έναν καλό λόγο θέλουν όλοι, δεν κοστίζει τίποτα. Οι άνθρωποι έχουν ανάγκη από έναν καλό λόγο για να αισθανθούν καλύτερα, για να γίνουν καλύτεροι» έλεγε. Πόσο δίκιο είχε, και πόσο μου έλειψε ο καλός του λόγος!
Τον Γιώργο τον πόνεσα περισσότερο και από τον πατέρα μου. Έζησα μαζί του περίπου τριάντα χρόνια. Έφυγε ευτυχισμένος. Και η μάνα μου τον έκλαψε πολύ. Τελικά τα όμορφα, ήρεμα και γεμάτα στοργή χρόνια που έζησε κοντά του, έφεραν και την αγάπη. Έτσι ο θάνατός του ήταν ένα ακόμη πλήγμα γι’ αυτήν».
Η Έλλη που μέχρι εκείνη τη στιγμή άκουγε με πολύ προσοχή τα όσα τής εξιστορούσε ο Τζων, άπλωσε το χέρι της και έσφιξε το δικό του, ως ένδειξη κατανόησης. Γνώριζε από πρώτο χέρι πόσο πονά η απώλεια αγαπημένων προσώπων. Όσο κι αν λένε «ο χρόνος γιατρεύει τις πληγές», γι’ αυτήν αρκούσε μια αφορμή για να ξαναματώσουν. Η ίδια απέφευγε συστηματικά να τις «ξύνει», προσπαθούσε με κάθε τρόπο να τις σβήσει από τη μνήμη της. Ήταν η άμυνά της. Άλλοτε το κατάφερνε και άλλοτε όχι.
Ο Τζων τής χαμογέλασε με αγάπη, και αντί για ευχαριστώ την αγκάλιασε τρυφερά από τους ώμους και της έδωσε ένα πεταχτό φιλί στο μέτωπο. Μετά σήκωσε το ποτήρι και είπε: «Στην ψυχή τους».
Οι ώρες πέρασαν γρήγορα. Ο χειμωνιάτικος ήλιος βασίλεψε γρήγορα παραχωρώντας τη θέση του στην κρύα νύχτα του Δεκέμβρη. Τελικά αποφάσισαν να εγκαταλείψουν τον πλάτανο και να ζητήσουν καταφύγιο στο ξενοδοχείο και στο μικρό ζεστό δωμάτιο της Έλλης.

 

«Τζων, πότε φεύγεις;»
«Αύριο το απόγευμα καλή μου. Έχω κάποιες εκκρεμότητες στη Θεσσαλονίκη, θα τις τελειώσω και θα επιστρέψω όσο πιο σύντομα μπορώ. Θα συνδυάσω τις διακοπές μου με κάποια προσωπική μου υπόθεση, που σκοπεύω να αναθέσω σε συνάδελφο μου δικηγόρο, εδώ».
«Είναι κάτι για το οποίο θα μπορούσα ίσως να βοηθήσω και εγώ;»
Ο Τζων ζύγισε τα λόγια του πριν πει:
«Τι να σου πω; Είναι μεγάλη ιστορία! Μέρος αυτής της παράξενης για μένα ιστορίας ήδη σου έχω διηγηθεί. Αυτό που πραγματικά μ’ έφερε εδώ και δεν σου το έχω ομολογήσει ακόμη, είναι η αναζήτηση των βιολογικών μου γονιών. Θέλω να μάθω τις ρίζες μου! Η μητέρα μου πριν πεθάνει μου είπε ότι είμαι υιοθετημένος!»
Η νέα αυτή αποκάλυψη σόκαρε την Έλλη. Στύλωσε το βλέμμα της στο δικό του και έμεινε αποσβολωμένη. Έσμιξε τα φρύδια, αλλά δεν είπε κουβέντα.
«Ας το αφήσουμε προς το παρόν το θέμα», είπε τελικά ο Τζων.
Ξαφνικά χάθηκε η «μαγεία» τής στιγμής. Έμειναν και οι δύο σιωπηλοί. Ο καθένας στο δικό του κόσμο, στις δικές του σκέψεις. Αγκαλιάστηκαν σαν δυο πληγωμένα πουλιά και μέσα στη σιωπή «διήνυσαν» την απόσταση…
«Δεν ξέρω τι να πω. Η ζωή γράφει τα πιο περίεργα σενάρια», είπε μετά από λίγη ώρα η Έλλη,.«Αν ήμουν στη θέση σου, πιστεύω ότι δε θα μπορούσα να το χειριστώ!»
«Περίεργα είναι και τα δικά μου συναισθήματα. Μη νοιώθεις άβολα. Έκανα τρία χρόνια για να πάρω την απόφαση αν θα έπρεπε να αναζητήσω τους βιολογικούς μου γονείς ή όχι. Και τώρα που τελικά την πήρα, δεν είμαι καθόλου βέβαιος ότι θα καταφέρω να τους βρω. Έχω ελάχιστα στοιχεία στα χέρια μου. Ελπίζω να έχω την τύχη με το μέρος μου».
«Σου το εύχομαι από καρδιάς, μάτια μου!»

 

Εκείνη τη νύχτα η Έλλη δεν μπόρεσε να κλείσει μάτι. Η εξομολόγηση του Τζων την είχε ταράξει πολύ. Σκεφτόταν συνεχώς τα όσα της είχε πει για τη ζωή του. Αναρωτήθηκε αν κάποια μέρα της έλεγαν ότι ο Παύλος και η Κατερίνα δεν είναι οι βιολογικοί της γονείς, αν θα το πίστευε, αν θα έμπαινε η ίδια στον πειρασμό να αναζητήσει τους βιολογικούς της γονείς.
Το ξημέρωμα τους βρήκε αγκαλιασμένους. Όλη τη νύχτα η Έλλη κούρνιαζε στην αγκαλιά του και αφουγκραζόταν την ανάσα του. Δεν ήθελε να κοιμηθεί για να μη χάσει τη μαγεία της στιγμής. Τελικά όλες τις νύχτες που πέρασε στην αγκαλιά του αγαπημένου της, μετά τον γεμάτο πάθος έρωτά τους, παρέμενε ξάγρυπνη. Δεν ήθελε να κοιμηθεί. Ήθελε απλά να φωλιάζει στις φτερούγες του, να ανασαίνει από το δικό του αέρα, μέχρι, βαριά από την κούραση, να βασιλέψουν τα ματόκλαδά της.
Ο Τζων δεν γνώριζε τίποτα για τις αγρυπνίες τής Έλλης, γι’ αυτό και την αποκαλούσε υπναρού, αφού το πρωί δεν έλεγε να ανοίξει τα μάτια της με τίποτα.
Πλησίαζε δέκα το πρωί. Ο Τζων είχε ξυπνήσει από ώρα. Η Έλλη ήταν ακόμη παραδομένη στην αγκαλιά του Μορφέα. Δεν θέλησε να την ξυπνήσει. Της έδωσε ένα πεταχτό φιλί στο μέτωπο, της χάιδεψε τα μαλλιά, και έφυγε. Δεν ήθελε να την ενοχλήσει. Θα πήγαινε στο ραντεβού με το δικηγόρο που του σύστησε μια συνάδελφός του και μετά θα γευμάτιζε με την Έλλη, πριν αναχωρήσει για τη Θεσσαλονίκη. Είχε να τελειώσει εκεί κάποιες υποθέσεις τής εταιρείας του και στη συνέχεια θα έπαιρνε λίγες μέρες άδεια για να περάσει τα Χριστούγεννα με την Έλλη και τον Κωστή. Ένοιωθε ιδιαίτερα τυχερός με την γνωριμία τους αυτή. Μπορεί η Έλλη να ήταν μια εξαιρετική γυναίκα, αλλά και με τον αδελφό της τον Κωστή έβρισκε ότι είχαν πολλά κοινά. Ήταν σχεδόν του ιδίου αναστήματος, αυτός λίγο πιο καστανός στα χρώματα. Είχαν τα ίδια μεγάλα καστανά μάτια, λεπτά χείλη και το ίδιο χαμόγελο, μόνο που ο Κωστής όταν χαμογελούσε έκανε λακουβάκια στα μάγουλα και είχε λίγα περισσότερα κιλά απ’ αυτόν. Πάντως, όποιος τους έβλεπε δίπλα -δίπλα θα μπορούσε να ισχυριστεί ότι είχαν κάποια συγγένεια μεταξύ τους. Τις ομοιότητες αυτές τις είχε παρατηρήσει εξ αρχής ο Τζων, όταν πρωτοείδε τον Κωστή στη ρεσεψιόν του ξενοδοχείου. Είχε ακόμη την αίσθηση, αν και τον έβλεπε για πρώτη φορά στη ζωή του, ότι από κάπου τον γνώριζε. Ίσως αυτός να ήταν ένας από τους λόγους της τόσο αυθόρμητης προσέγγισής τους.

 

Σταύρος Παυλικιανός, Δικηγόρος, έγραφε η πινακίδα στην είσοδο της οικοδομής, δίπλα στο Δικαστικό Μέγαρο. Ο Τζων ανέβηκε με τον ανελκυστήρα στον τέταρτο όροφο. Κοίταξε το ρολόι του, ήταν έντεκα ακριβώς. «Άγγλος» στα ραντεβού του. Χτύπησε το κουδούνι και μόλις άκουσε το χαρακτηριστικό ήχο έσπρωξε την πόρτα και βρέθηκε σ’ έναν όχι και τόσο μεγάλο χώρο υποδοχής, κομψά διακοσμημένο όμως, με ένα μικρό σαλονάκι κι ένα επίσης μικρό γραφείο στο οποίο καθόταν μια κοπέλα με μακριά μαλλιά και ένα ζευγάρι γυαλιά που της έκρυβε σχεδόν όλο το πρόσωπο. Αν και η εικόνα ήταν κάπως περίεργη, έως και απωθητική θα μπορούσε να πει κανείς, όταν άνοιξε το στόμα της να μιλήσει, η γλυκύτητα τής φωνής της και οι ευγενικοί της τρόποι, ως δια μαγείας εξάλειφαν την πρώτη αρνητική εικόνα.
«Ο κ. Μπράουν;», είπε η γραμματέας πηγαίνοντας προς το μέρος του.
«Μάλιστα», απάντησε ο Τζων μέσα στη σαστιμάρα του, και άπλωσε το χέρι του να τη χαιρετήσει.
«Παρακαλώ κ. Μπράουν, περάστε στο γραφείο. Ο κ. Παυλικιανός σας περιμένει», του απάντησε ανταποκρινόμενη με χλιαρότητα στη χειραψία του, γεγονός που ανέτρεψε εκ νέου την εικόνα της.
Ο Σταύρος Παυλικιανός άκουσε με προσοχή όλα όσα είχε να του πει ο Τζων για την υπόθεση τής υιοθεσίας του και αφού κράτησε τις απαραίτητες σημειώσεις, του είπε:
«Κύριε Μπράουν, πρέπει να γνωρίζετε και από προσωπική σας εμπειρία, επειδή είστε συνάδελφος, ότι τα χρόνια εκείνα συνέβησαν πολλά με τις παράνομες υιοθεσίες. Ελάχιστες απ’ αυτές ήρθαν στο φως της δημοσιότητας και ακόμη πιο ελάχιστες πήραν το δρόμο της δικαιοσύνης, λόγω έλλειψης ενοχοποιητικών στοιχείων τόσο για τους γιατρούς, όσο και για τους μεσάζοντες. Απ’ ότι βλέπω, εσείς δεν έχετε και πολλά στοιχεία στη διάθεσή σας, πέρα απ’ όσα σάς είπε η θετή σας μητέρα λίγο πριν το θάνατό της, όπως μου είπατε. Έχουμε λοιπόν την πόλη στην οποία έχετε γεννηθεί, καθώς και την ημερομηνία γεννήσεώς σας, αν δεν είναι πλαστή. Στα αρχεία του Νοσοκομείου δεν εκτιμώ ότι θα βρούμε κάτι. Όπως και να έχει θα κάνω ό,τι καλύτερο μπορώ και ελπίζω σύντομα να έχετε νέα μου».

 

3

 

Όταν ο χρόνος γίνεται ο μεγαλύτερος εχθρός του ανθρώπου, όταν δεν μπορείς να δεις μπροστά, όταν δεν μπορείς να ονειρευτείς, τότε μοιραία στρέφεις το βλέμμα στο χθες. Στις πλημυρισμένες από αγάπη μέρες. Επιλέγεις να ζεις στο χθες, γιατί φοβάσαι το σήμερα, γιατί σε τρομάζει το αύριο. Σ’ αυτό το χθες ζούσε τον τελευταίο χρόνο και η Έλλη μετά την αναίτια εξαφάνιση τού Τζων από τη ζωή της. Περιπλανώμενη δεξιά και αριστερά, προσπαθούσε να ισορροπήσει, να βρει απαντήσεις στα ανεξήγητα γιατί.
Όπως απρόσμενα είχε εμφανιστεί στη ζωή της, έτσι απρόσμενα και εξαφανίστηκε. Χωρίς να αφήσει κανένα ίχνος πίσω του. Σαν να μην υπήρξε ποτέ. Σαν να ήταν όλα ένα κακόγουστο όνειρο. Τι τον οδήγησε έτσι ξαφνικά μακριά της; Τι είχε συμβεί; Γιατί εξαφανίστηκε από προσώπου γης, σβήνοντας πίσω του, κάθε ίχνος ζωής; Βασανιστικά ερωτήματα, χωρίς απάντηση, χωρίς εξήγηση.
Το πλοίο της γραμμής ήταν γεμάτο κόσμο, όμως η Έλλη ένοιωθε μόνη. Οι σκέψεις της μπερδεμένες. Τα συναισθήματά της για τον άνδρα που αγάπησε με τόσο πάθος, ένα με τη φουρτουνιασμένη θάλασσα. Στη σκοτεινιά τού ουρανού, η ψυχή της έτρεμε. Πριν από ενάμιση περίπου χρόνο ήταν γεμάτη ζωή, έκανε όνειρα. Στο γαλάζιο τού ουρανού ύψωνε το βλέμμα και ονειρευόταν όλα όσα δεν είχε ζήσει, όλα όσα ήθελε να ζήσει. Άνοιγε διάπλατα τα χέρια, χαμογελούσε στον άνεμο, κι εκεί που το βλέμμα της συναντούσε το δικό του, ζωγραφιζόταν η ευτυχία. Κοντά του κατάφερε να τακτοποιήσει τις εκκρεμότητες του χθες και να ανοίξει πανιά για το άγνωστο αύριο. Ενάμιση χρόνο μετά, μόνη πια, μακριά από το ταίρι της, αναζητούσε το δρόμο που θα την οδηγούσε από το χθες στο αύριο.
Στην παγωνιά του Μάρτη αναγνώριζε την ματαιότητα των προσδοκιών της. Δεν είχε πια τη δύναμη να πετάξει. Δεν ήξερε να πετά. Είχε γαντζωθεί σε ξένα φτερά και τώρα βουτούσε στ’ αφρισμένα κύματα αδιαφορώντας για την ζωή της. Το τίμημα πολύ βαρύ!
Τα δάκρυα χαράκωναν το πονεμένο της πρόσωπο σαν τα οργισμένα κύματα που σφυροκοπούσαν το γέρικο σκαρί, συντηρώντας τον πόνο στην πληγωμένη της ψυχή. Ασάλευτη με το βλέμμα καρφωμένο στο κενό, άφησε την απόγνωση να λεηλατήσει τη ζωή της. Με το κεφάλι τυλιγμένο σε μια μαύρη εσάρπα, τα χέρια σταυρωμένα, το σώμα να τρέμει, την καρδιά να πονά, αναζητούσε το άγγιγμά του.
Σταδιακά ο άνεμος άρχισε να κοπάζει, οι γλάροι έκαναν την επανεμφάνισή τους. Το πλοίο της γραμμής σε λίγο θα έπιανε λιμάνι. Ο κόσμος άρχισε να μαζεύει τα πράγματά του για την αποβίβαση. Φωνές και γέλια παντού. Μόνο η Έλλη έμενε ακίνητη, χαμένη στις σκέψεις της.
«Σκέψου λογικά… έχεις δυνατό, εύστροφο μυαλό. Μέσα από τον παραλογισμό των συναισθημάτων σου, την πνιγερή μοναξιά και την πίεση τής ζωής, θα βρεις τη δύναμη να σηκώσεις και πάλι το κεφάλι, να κοιτάξεις το μέλλον με αισιοδοξία. Αν το κατορθώσεις τότε θα δεις πίσω απ’ τα βουνά, γιατί αυτά είναι ακίνητα, ενώ εσύ είσαι άνθρωπος με αισθήματα, μυαλό και θέληση.» άκουγε να της λέει, ψιθυριστά, μια φωνή από τα βάθη της ψυχής της.
Δυο φωνές μέσα σ’ ένα κορμί. Η μία της καρδιάς, κι η άλλη της λογικής. Εκεί που άρχιζε η μία, σταματούσε η άλλη. Κι άντε πάλι απ’ την αρχή. Μονόπρακτο, στο θέατρο του παραλόγου. Αναζήτηση, προσδοκία, ικεσία για λίγη χαρά, λίγη ευτυχία.
Στις ερημιές και στους απάτητους γκρεμούς, εκεί που τα κύματα άλλοτε αλύπητα κτυπούν τα βράχια μετατρέποντάς τα σε άκακους γίγαντες, επέλεξε η Έλλη να μιλήσει με τον εαυτό της, να ακούσει τις αισθήσεις της, να φωνάξει δυνατά στους τέσσερις ανέμους, «Σ’ αγαπώ, σε θέλω, σε χρειάζομαι, θέλω να γευτώ και να γευτείς τους χυμούς του έρωτά μας!»

 

Η Θάσος, είναι ένα από τα ομορφότερα νησιά του Β. Αιγαίου. Καταπράσινο, με απέραντους ελαιώνες και πευκοδάση που κατηφορίζουν μέχρι τα σμαραγδένια νερά του γυαλού. Χρυσές αμμουδιές, πανέμορφα χωριά, πέτρινα σπίτια με λουλουδιασμένες αυλές. Πλαγιές γεμάτες θυμάρι και πεύκο. Δεκάδες ξωκλήσια και μοναστήρια σκαρφαλωμένα στα βράχια αγναντεύουν το πέλαγος. Είναι ένας από τους πολλούς μικρούς σκορπισμένους παράδεισους της χώρας μας.
Η Έλλη λάτρευε τη Θάσο. Τα τελευταία 10 χρόνια την επισκεπτόταν κάθε καλοκαίρι, μόνο που αυτή τη φορά δεν την είχε επιλέξει ως τόπο χαλάρωσης και ξενοιασιάς, αλλά ως τόπο λύτρωσης. Σε μια από τις απόκρημνες και απάτητες από τον πολύ κόσμο ακρογιαλιές, εκεί που οι ρίζες των γέρικων δένδρων γλύφουν τα βότσαλα τής καταγάλανης θάλασσας, την οδήγησαν τα βήματά της με το που πάτησε στο νησί. Αναζητούσε ένα ήσυχο και απόμερο μέρος για να βάλει σε τάξη τις σκέψεις της, να φωνάξει, να ξεσπάσει, να εκτονώσει τη συσσωρευμένη πίεση των τελευταίων μηνών.
Ο υπόκωφος θόρυβος των κυμάτων που έσκαγαν στις μεγάλες κουφάλες των βράχων, οι άναρθρες κραυγές που λυτρωτικά βγήκαν από τα βάθη της ψυχής της, τρόμαξαν τους γλάρους που αγνάντευαν το πέλαγος καθισμένοι στα απόκρημνα βράχια. Άνοιξαν τα μεγάλα κατάλευκα φτερά τους και πέταξαν ψηλά, μακριά από την απρόσκλητη επισκέπτρια που τάραξε την ησυχία τους.
Μακριά από τον άνθρωπο που τόσο πολύ αγάπησε, μακριά από τα μέρη που μοιράστηκε μαζί του τις πιο όμορφες στιγμές της ζωής της, η Έλλη προσπαθούσε τώρα να ξεπεράσει τις ανασφάλειές της, να διώξει τις μαύρες σκέψεις του μυαλού της. Να βρει τη δύναμη και το κουράγιο να συνεχίσει τη ζωή της, να μεγαλώσει την μονάκριβη κόρη της, τον καρπό του έρωτά της. Βαθιά μέσα της ήλπιζε σένα φωτεινό και δημιουργικό αύριο, όπως της άξιζε.
Ο καθένας μας έχει τις δικές του ελπίδες, άλλες εκπληρώνονται κι άλλες όχι. Διακινδυνεύουμε τις καρδιές μας χωρίς να ξέρουμε αν τελικά αξίζει τον κόπο. Πολλές φορές προκαλούμε οι ίδιοι προβλήματα στους εαυτούς μας. Όμως, είναι ο μοναδικός τρόπος για να φτάσουμε εκεί που ονειρευτήκαμε. Πολεμάμε ανύπαρκτους εχθρούς, στο φως του φεγγαριού, στη λάμψη των άστρων. Διαβάτες του πιο μακρινού και δύσκολου δρόμου. Μοναδικό εφόδιό μας, λίγα ψίχουλα αγάπης!
Έτσι και η Έλλη, με αλφάβητο το ένστικτό της, μίλησε στους ανέμους, στα άστρα, στην πλανεύτρα νύχτα, στο φως της ημέρας. Αναγνώρισε τα λάθη της και αποφάσισε καρτερικά και στωικά να αντιμετωπίσει τη δυσχερή κατάσταση.
Εκεί, σε μέρη που δεν περπάτησε μαζί του, δίπλα στα βράχια και τις απόκρυφες ακρογιαλιές της Θάσου, αναζήτησε τη λύτρωση. Ήξερε ότι δεν ήταν εύκολη υπόθεση να κρύψει, αλλά και να σβήσει μονομιάς τα αισθήματά της. Ήταν τόσα πολλά αυτά που δεν πρόλαβε να πει, αλλά και να μοιραστεί μαζί του! Ήθελε να τα φωνάζει στους τέσσερις ανέμους, να τους ικετεύσει να μετατρέψουν την κραυγή της σε ψίθυρο αγάπης, σε χάδι, στο κορμί και την ψύχη του, όπου κι αν ήταν, στα πέρατα του κόσμου!
Είναι στιγμές που δεν μπορείς να κρύψεις, αλλά ούτε και να εκφράσεις με λόγια τον έρωτά σου για έναν άνθρωπο. Όλα φαντάζουν μικρά και ασήμαντα μπροστά στην ταχυπαλμία, το σφίξιμο στο στομάχι, στα μάτια που μονίμως είναι βουρκωμένα, στο κεφάλι του γέρνει ελαφρά μπροστά.
Προσπαθούσε, αλλά πώς μπορούσε να ξεχάσει το τρυφερό του άγγιγμα; Τις δυνατές και συνάμα τρυφερές του παλάμες που «αγκάλιαζαν» με τόση αγάπη, τα αναψοκοκκινισμένα της μάγουλα.
Έκλεισε τα μάτια, ακούμπησε τα χέρια της στα πυρωμένα της μάγουλα, κράτησε την ανάσα της και ταξίδεψε, για άλλη μια φορά, κοντά του. Στις μοναδικές εκείνες στιγμές που για πάντα θα μείνουν χαραγμένες στη μνήμη της. Γλυκιά παραίσθηση. Ανεκπλήρωτος πόθος.
Ένοιωσε να χάνει τον κόσμο κάτω από τα πόδια της. Οι φωνές των γλάρων έγιναν ξαφνικά απόμακρες, το μυαλό της άρχισε να πονά τόσο πολύ… Ποθούσε απελπισμένα τη μεγάλη κάθετη σχισμή στο πηγούνι του, τα πλούσια και άστατα φρύδια του. Της άρεσε τόσο πολύ να αγγίζει το πρόσωπό του, με τις άκρες των δακτύλων της…
«Αγάπη μου, πώς να ξεχάσω τις όμορφες εξορμήσεις μας στην εξοχή; Έγερνα στο μπράτσο σου, άφηνα το χέρι μου να ακουμπά τρυφερά στο μηρό σου και συ, με τον ενθουσιασμό εφήβου, οδηγούσες επιδέξια και γρήγορα μέσα στους χωματόδρομους. Χαιρόμουν και γελούσα σα μικρό παιδί. Άλλες πάλι φορές, καθόμουν λοξά στο κάθισμα τού αυτοκινήτου και χάζευα το πρόσωπό σου, το βαθυστόχαστο βλέμμα σου, το υπερήφανο στήσιμο του κεφαλιού σου. Χαμογελούσα από ευτυχία. Κοντά σου έμαθα να αγαπώ τη ζωή και τους ανθρώπους!», μονολογούσε η Έλλη, άλλοτε κλαίγοντας και άλλοτε χαμογελώντας.
Εκεί, μέσα στη θολούρα του μυαλού και της ψυχής της, κουλουριασμένη πάνω στην υγρή άμμο και τον αέρα να τρυπά τα κόκαλα της, ξαφνικά ένοιωσε ότι δεν ήταν μόνη. Αναρρίγησε, μα δεν βρήκε ούτε τη δύναμη, ούτε το θάρρος να σηκώσει το κεφάλι. Την κυρίευσε ο φόβος και ο πανικός. Έμεινε ασάλευτη.
«Θεέ μου βοήθα με!», σιγοψιθύρισε.
«Όποιος αγαπά τους ανθρώπους είναι υπεύθυνος και δυστυχώς αυτό σπανίζει», άκουσε μια φωνή να της λέει.
«Κοντά σου αγάπησα τη ζωή, αγάπησα εσένα. Δεν μπόρεσα να αγαπήσω την ασχήμια της ζωής», απάντησε αυθόρμητα χωρίς καν να γυρίσει να δει σε ποιόν μιλούσε.
«Την ομορφιά και την ασχήμια της ζωής τη δημιουργεί η ψυχική μας διάθεση και η οπτική γωνία με την οποία αποδεχόμαστε το λόγο τού άλλου», άκουσε να της λέει η φωνή.
«Οι περισσότεροι διαφωνούν μαζί μου», είπε η Έλλη.
«Μπορεί, όμως μέσα τους ζηλεύουν που δεν έχουν το θάρρος να πουν και να κάνουν αυτά που εσύ τόλμησες, τολμάς και θα τολμήσεις στο μέλλον. Σ’ αγαπώ γιατί είσαι ελεύθερη και αληθινή», της απάντησε η φωνή.
Ξαφνικά ο αέρας κόπασε, οι γλάροι άρχισαν και πάλι να σκούζουν επαναφέροντας την Έλλη στην πραγματικότητα. Διστακτικά σήκωσε το κεφάλι και κοίταξε γύρω της. Ερημιά. Δεν υπήρχε κανείς, μόνο αυτή και οι γλάροι. Αποφάσισε να μαζέψει το συντρίμμια της και να ανηφορίσει προς το δρόμο. Ο ήλιος είχε κατεβεί αρκετά. Σε λίγο θα έπεφτε η νύχτα. Ήδη ένοιωθε πολύ κουρασμένη ψυχικά και σωματικά. Τίναξε την άμμο από τα ρούχα της, άνοιξε την τσάντα της και κοίταξε το κινητό της. Δεν την είχε καλέσει κανείς. «Καλύτερα», σκέφτηκε. Στην παραζάλη του μυαλού της δεν υπήρχε χώρος για τίποτε πλέον. Μόνο κάπου εκεί στο βάθος της ψυχής της υπήρχε μια φωνή λογικής που της έλεγε: «Προχώρα, μη κοιτάς πια πίσω».
Σηκώθηκε και με μικρά βήματα άρχισε να ανηφορίζει προς τον κεντρικό δρόμο ακολουθώντας το μονοπάτι ανάμεσα στις γέρικες ελιές. Τότε πρόσεξε κάτι που ήταν σίγουρη πως δεν υπήρχε πριν εκεί, όταν κατέβηκε την πλαγιά. Στη ρίζα μιας γέρικης ελιάς είδε ακουμπισμένο ένα τετράδιο με χοντρά εξώφυλλα πάνω στα οποία ήταν ζωγραφισμένα δύο κόκκινα τριαντάφυλλα. Πλησίασε, κοίταξε δεξιά και αριστερά, δεν είδε κανένα. Πήρε στα χέρια της το τετράδιο και το άνοιξε. Ήταν άδειο. Μόνο στην πρώτη σελίδα έγραφε:
«Κανείς δεν μπορεί να τραγουδήσει το τραγούδι σου. Κανείς δεν μπορεί να χορέψει το χορό σου. Κανείς δεν μπορεί να γράψει την ιστορία σου. Αν αφουγκραστείς το παρελθόν, θα μπορέσεις να δεις τη σχέση των γεγονότων στο πέρασμα του χρόνου. Γράψε τα πάντα για να παρακολουθείς το χρόνο»
Διάβασε και ξαναδιάβασε τις λιγοστές αράδες του τετραδίου και μετά το έκλεισε με ευλάβεια. Το έσφιξε στο στήθος της, έκλεισε τα μάτια και «ένοιωσε» το άρωμα των ρόδων. Τώρα ήξερε με ποιόν μιλούσε πριν από λίγο στην παραλία! Τώρα ήξερε πως κάθε τι που είχε περάσει, κάθε τι που είχε ζήσει, ήταν για να προετοιμαστεί γι’ αυτήν την στιγμή! Κατανόησε ότι ήταν ο δημιουργός της μοίρας της.
«Κανείς δεν μπορεί να χορέψει το χορό σου. Κανείς δεν μπορεί να τραγουδήσει το τραγούδι σου. Κανείς δεν μπορεί να γράψει την ιστορία σου...»
Υπήρχε μια δύναμη μέσα της που ήταν μεγαλύτερη από τον κόσμο όλο. Είχε αρχίσει να αναβλύζει για να αναλάβει τη ζωή της, για να θρέψει τις πληγές της, για να την οδηγήσει, να την προστατεύσει, για να στηρίξει την ίδια την ύπαρξή της.
«Γράψε τα πάντα για να παρακολουθείς το χρόνο…»
Ναι, θα κατέγραφε τα συναισθήματα, τις σκέψεις, τους προβληματισμούς, τα θέλω της σ’ αυτό το τετράδιο με τα κόκκινα τριαντάφυλλα, για να εξαγνίσει την ψυχή της, για να δει τη σχέση των γεγονότων στο πέρασμα του χρόνου, για να ακούσει τα μελλούμενα…

 

Η Έλλη τα καλοκαίρια, όποτε επισκεπτόταν τη Θάσο, επέλεγε για τη διαμονή της ένα από τα μικρά και φιλόξενα δωμάτια της Αλέκας με τη γεμάτη χρώματα και αρώματα αυλή όπου συγκεντρώνονταν οι ένοικοι για το απογευματινό τους καφεδάκι, κάτω από την παχιά σκιά της κληματαριάς. Η γραφική αυτή γωνιά του νησιού, στους πρόποδες τις πλαγιάς με τη χρυσή αμμουδιά και τη σμαραγδένια θάλασσα να γλύφει τις λιγοστές αυλές των σπιτιών, έμοιαζε με ονειρικό πίνακα ζωγραφικής δεξιοτέχνη καλλιτέχνη.
Η Έλλη φτάνοντας στο νησί προσπάθησε να επικοινωνήσει με την Αλέκα για να της δώσει ένα δωμάτιο για όσο χρόνο θα έμενε στο νησί, όμως εκείνη απουσίαζε και όπως της είπε ακόμη δεν είχε ξεκινήσει τις ετοιμασίες για το καλοκαίρι, επομένως δε θα μπορούσε να την εξυπηρετήσει, αν και θα το ήθελε πολύ. Της πρότεινε όμως, αν ήθελε, να τη φιλοξενήσει στο σπίτι της αφού στα χρόνια που πέρασαν μαζί, είχε αναπτυχθεί μεταξύ τους μια καλή φιλία. Δε χρειάστηκε και πολύ για να αποδεχτεί την πρόσκληση η Έλλη, πολύ δε περισσότερο όταν η Αλέκα της είπε ότι βρισκόταν για επαγγελματικό ταξίδι στην Αθήνα και θα επέστρεφε σε μία εβδομάδα. Άρα θα είχε όλο το σπίτι στη διάθεσή της, χωρίς να την ενοχλεί κανείς και χωρίς να χρειάζεται να δίνει εξηγήσεις για την κακή ψυχολογική της διάθεση. Αφού έγιναν οι απαραίτητες ενημερώσεις για το που θα απευθυνόταν για να πάρει το κλειδί του σπιτιού, η Έλλη αναχώρησε για την Ποταμιά. Εκεί, κλεισμένη τρία μερόνυχτα, έβγαλε τα εσώψυχα της πάνω στο τετράδιο με τα κόκκινα τριαντάφυλλα. Κατέγραψε τα πάντα για να παρακολουθεί το χρόνο.

 

Στα δύσβατα μονοπάτια του μυαλού

«Αγαπημένε μου,
Κρατώ σα φυλακτό τις αναμνήσεις της σύντομης, αλλά τόσο εκρηκτικής γνωριμίας μας. Κάποια στιγμή την είχες αποκαλέσει «όαση». Είναι στιγμές που αμφιβάλλω. Μήπως ήμουν μια ανάπαυλα και τίποτα παραπάνω; Θα ήθελα πάντως να ξέρεις πως ακόμη και έτσι να ήταν, η ανάπαυλα αυτή στιγμάτισε τη ζωή μου. Αποδέκτες των συναισθημάτων μου, τώρα πια, οι λευκές κόλες ενός τετραδίου. Οι πιο πιστές μου φίλες, υπομονετικές, καρτερικές στο σβήσιμο και στο γράψιμο. Ρουφούν με πάθος το μελάνι της πικραμένης μου καρδιάς.
Είναι πολύ δύσκολο να ζητάς λίγη αγάπη, μια ζεστή αγκαλιά, ένα χάδι, ένα γλυκό χαμόγελο, ένα καλό λόγο και να μη το βρίσκεις πουθενά!
Πόσο δρόμο διήνυσα πηγαινέλα στην κόλαση και στον παράδεισο, μέρα νύχτα, αναζητώντας την αγάπη!
Έψαξα να βρω το κάλεσμα της μοίρας μου. Αρνήθηκα να υπακούσω στη λογική, να ακολουθήσω τις διεξόδους που έβλεπα μπροστά μου. Ήθελα μαζοχιστικά να ζήσω με τον πόνο μου και τα αναπάντητα γιατί μου.
Κάθε δρόμος κι άλλο παρακλάδι, κάθε παρακλάδι κι άλλη σκέψη, μια άλλη εκδοχή, μια άλλη παραλλαγή της ζωής που έζησα μέχρι τώρα.
Μπορεί οι αποστάσεις στις μέρες μας να έχουν εκμηδενιστεί, όταν όμως είναι ψυχικές μοιάζουν με ταξίδι στο άπειρο!
«Φως μου, γιατί δε δίνεις σημεία ζωής;», σου είχα πει μέσω μηνύματος προσπαθώντας να σε προσεγγίσω.
«Το φως, χαρά μου, είναι ενέργεια, δεν είναι οργανικό για να δώσει σημεία ζωής!», ήταν η απάντησή σου, μέσω μηνύματος.
Τότε συνειδητοποίησα γιατί το τελευταίο διάστημα είχα τόση ενέργεια στη ζωή μου! Γιατί ήσουν το «φως» που έφεγγε στο κάθε μου βήμα. Καθοδηγούσες τη σκέψη μου, έδινες αέρα δημιουργίας στην ανιαρή και ανούσια μέχρι τότε ζωή μου!
Θέλω να πιστεύω ότι όλα αυτά που ζήσαμε δεν θα πάνε χαμένα, ότι θα γίνει κάποιο θαύμα!
Θέλω να πιστεύω ότι θα μείνουμε νέοι, στο μυαλό και την ψυχή, ότι δεν θα μετατραπούμε σε κουφάρια πνευματικής και ψυχικής «πτώχευσης»!

 

Ο σταυρός του νότου

«Αγαπημένε μου,
Η κόρη που τόσο ήθελες να αποκτήσεις δεν έμελε να τη γνωρίσεις. Δεν ευφραίνει την καρδιά σου, κάθε που βραδιάζει και με τα μάτια βαριά από την κούραση, την αναζητάς. Είναι τότε που τα δικά μου μάτια με νοσταλγία ψάχνουν στον έναστρο ουρανό, το Σταυρό του Νότου. Είναι τότε που αναζητώ τα γλυκά σου λόγια, το ζεστό σου άγγιγμα. Είναι τότε που αναζητώ ψεύτικα όνειρα, στην ψεύτικα φωτισμένη ζωή.
Φώτα-φώτα-φώτα. Υπέρλαμπρα φώτα, τυφλώνουν κάθε βράδυ το κουρασμένο μου βλέμμα. Μια ζωή, μια εκπομπή. Μια στιγμιαία προβολή της ύπαρξής μας. Μια ουτοπία. Ερχόμαστε και φεύγουμε από τη ζωή αφήνοντας πίσω μας εικόνες. Τις μνήμες τις παίρνουμε μαζί μας. Είναι το άτολμο πέρασμά μας από την ζωή!
Η αγαπημένη μας κόρη ήθελες να μοιάζει στη μητέρα της. Σ’ αυτήν την αγαπημένη, τρυφερή, αισθησιακή γυναίκα που άλλαξε τη ρότα της ζωής σου, όπως συνήθιζες να λες. Σ’ αυτήν που με την αγάπη της, ομόρφαινε το δικό σου κόσμο. Σου χάρισε το χαμόγελό της, σου πρόσφερε την ψυχή της. Σου άπλωσε τα χέρια σα γέφυρες ζωής, ανάμεσα στη φαντασίωση και το όνειρο! Σου έμαθε να αγαπάς, να ζεις και να σιγοτραγουδάς τον έρωτα. Μέσα στα φουρτουνιασμένα της μάτια, βρήκες το λιμανάκι σου, το αποκούμπι της ζωής σου. Κι όμως, δε στάθηκαν ικανά όλα αυτά για να σε κρατήσουν κοντά της! Δεν ξέρω τελικά αν το καθήκον, το χρέος τιμής ή κάτι άλλο που δεν τόλμησες ποτέ να μου πεις, σε κράτησαν μακριά μου. Τα μάτια σου, η καρδιά σου, η ψυχή σου, έμειναν πίσω.
Το ξέρω, το νοιώθω, το πιστεύω, το αισθάνομαι…»

 

Το άγγιγμα

«Αγαπημένε μου,
Μου είπες πως μ’ αγαπάς, πως είμαι το ομορφότερο και τρυφερότερο πλάσμα που γνώρισες στη ζωή σου. Όμως δεν τόλμησες να με ακολουθήσεις. Ήμουν για σένα η γυναίκα οπτασία, η γυναίκα που στο πέρασμα της σήκωνε θύελλες και άφηνε συντρίμμια. Εσύ ήθελες μια ήσυχη, βολεμένη ζωή.
Ήσουν πολύ «μικρός» για να με ακολουθήσεις και πολύ «μεγάλος» για να με αντέξεις. Μου είπες πως δεν είναι κακό, στη ζωή, να είσαι πρόβατο… Συμβιβάστηκες με τους κανόνες της κοινωνίας. Μου ζήτησες να κάνω το ίδιο, για να μη χαθώ.
Με εκτίμηση και σεβασμό πήρες από τη ζωή ότι σου πρόσφερε, δε ζήτησες τίποτε περισσότερο. Μπορεί, σε αναλαμπές ερωτικής έκστασης, να ονειρεύτηκες ότι είχες κάτι παραπάνω! Ανήκεις στο σύστημα.
Πίσω από την παγωμένη μάσκα του προσώπου μου, κρύβεται μια καρδιά ανένταχτη, ανυποχώρητη, πεισματάρα, οραματίστρια. Μια καρδιά που ηρωικά, καρτερικά, θαρραλέα περιμένει, χρόνια τώρα, το άγγιγμα. Δεν ήρθε ποτέ… Παραλογίστηκα, ακροβάτησα στις αποχρώσεις των συναισθημάτων μου. Ωρίμασα μέσα από τον πόνο. Χάραξα το δικό μου δρόμο. Έβαλα τη δική μου σφραγίδα, στο διαβατήριο της ζωής μου.
Κλείνω τα μάτια και αναζητώ εκείνη τη μοναδική αίσθηση του δικού σου αγγίγματος. Φωνάζω απελπισμένα το όνομά σου. Τα μάγουλα μου πυρώνουν, το κορμί μου ανατριχιάζει, τα χείλη μου στεγνώνουν και στο τέλος σιωπούν…
Σαν τη δική σου φλύαρη, ώρες ώρες, σιωπή…»

 

Τα μηνύματα

«Αγαπημένε μου,
Πήγα στην κόλαση και γύρισα. Το κλάμα μου, βουητό στο απέραντο κενό. Παρακαλούσα απελπισμένα να γυρίσεις. Υπέβαλα τον εαυτό μου στη χειρότερη δοκιμασία. Άδειασα μιλώντας σε ένα όνειρο, σε σένα που πότε εμφανιζόσουν και πότε χανόσουν, στα βουρκωμένα μου μάτια. Ο φόβος της νύχτας, η απέραντη μοναξιά, η απουσία σου, σημάδεψαν τη ζωή μου.
Ήσουν πάντα παρών και απών.
Με μηνύματα, άλλοτε προσπαθούσαμε να εκφράσουμε την αγάπη μας, κι άλλοτε να ισορροπήσουμε τον πόνο και τη δυστυχία του σαρκικού πόθου και της πνευματικής αναζήτησης.
Κάποτε σε ρώτησα:
«Ποιος δρόμος είναι σωστός; Της λογικής ή της καρδιάς;»
«Αυτός που έχει το λιγότερο κόστος, άρα και απώλειες (ψυχικές-κοινωνικές κλπ). Μη ξεχνάς και τα πρότυπα που διαιωνίζουμε» μού απάντησες.
Ψυχρή λογική.
Όταν προσπάθησα να δω τα γεγονότα με την ψυχρή λογική, ένοιωσα σαν αετός με κομμένα φτερά. Κοιτούσα τις απάτητες κορυφές τσαλαβουτώντας στο βούρκο του κάμπου.
Η φωνή της καρδιάς, εκτοπίζει τη φωνή της λογικής. Ο δρόμος της καρδιάς, πονά. Ο δρόμος της λογικής, σε αφήνει χωρίς καρδιά.
Κοντά σου έμαθα να πετώ. Τώρα μπορώ να πετάξω με τα δικά μου φτερά, όμως, εξακολουθώ να θέλω να πετώ στο δικό σου ουρανό!
«Είμαι μέσα στον ‘κύκλο’ και πονώ» σου είχα πει.
«Όλοι ζουν μέσα στο δικό τους ‘κύκλο’. Μπορούν να βγουν μόνο για λίγο, για να δουν τα πράγματα αντικειμενικά και ξαναμπαίνουν», μου είχες απαντήσει.
«Η μάχη που δίνω είναι πολύ δύσκολη. Είναι στιγμές που λυγίζω, αλλά δεν υποχωρώ, θέλω να νικήσω» σου είχα πει. Και μου απάντησες: «Όπως τον μάθεις τον πόλεμο έτσι τον αντιμετωπίζεις στην καριέρα σου. Αν τον μάθεις εύκολα, τότε δεν θα του δώσεις την πρέπουσα σημασία. Αν τον αντιμετωπίσεις δύσκολα, τότε σου φαίνεται εύκολος στην πράξη. Αν τον αντιμετωπίσεις με ευκολία, τότε στις δυσκολίες αποτυγχάνεις».
Το «πέταγμα» προς στη σοφία της ζωής είναι δύσκολη υπόθεση. Πόσο μάλλον, όταν δεν ξέρεις ούτε τον τρόπο, ούτε το δρόμο…
«Οι άνθρωποι ονομάζουν τρέλα, αυτό που κάνει κάποιος χωρίς να το σκεφτεί… Όταν οι σοφοί σκέφτονται κάτι κι αυτό αποτυγχάνει, τους λένε τρελούς…» έλεγε ο σοφός μας ποιητής Καβάφης.
Μετά από μήνες αγώνα και πάλης, με τη φαντασίωση και την ψυχρή πραγματικότητα, κατάλαβα πως έπρεπε να «βυθιστεί» η ζωή μου, για να μπορέσω να αναδυθώ, κρατώντας μόνο τα θετικά στοιχεία της θυελλώδους επανάστασής μου.
Τώρα πια είμαι λίγο πιο σοφή και σίγουρα διαφορετική.
Τώρα πια η μοναξιά δεν είναι αβάστακτο βάρος ψυχής, αλλά μια συνειδητή επιλογή ζωής.
Μια ακροβασία σε τεντωμένο σχοινί».

 

Το άρωμα του έρωτα

«Αγαπημένε μου,
Πήγα στο εκκλησάκι της «Αγίας Τριάδας» το μέρος όπου για δεύτερη φορά αποχαιρετιστήκαμε.
Τελικά η σχέση μας ήταν ένα ατελείωτο πήγαινε έλα. Ένας διαρκής αποχαιρετισμός. Μέχρι που χάθηκες για πάντα, το ίδιο αθόρυβα, όπως μπήκες και στη ζωή μου.
Θέλω να σου πω ότι στο εκκλησάκι της «Αγίας Τριάδας» όλα πια είναι ή μοιάζουν διαφορετικά. Πρώτα απ’ όλα λείπεις εσύ.
Θυμάμαι πόσο σφιχτά με κρατούσες στην αγκαλιά σου και με τρυφερότητα έγειρες το κεφάλι σου, στον ώμο μου. Θυμάμαι που ανεβαίναμε χέρι-χέρι τα σκαλοπάτια της «Αγίας Τριάς», όπως από άγνοια ή από λάθος έγραφε η επιγραφή και γελούσαμε σατιρίζοντας τις πράξεις μας, κάτω από το βάρος της ηλικίας μας.
Πήγα και ξαναπήγα στο εξωκλήσι αναζητώντας τη μοναδική εκείνη αίσθηση. Όμως όλα ήταν διαφορετικά. Έλειπες εσύ, έλειπε το χαμόγελο, έλειπε η ζωή.
Μάταια πισωγύριζα. Έπρεπε να δω μπροστά. Έτσι, σταμάτησα να πηγαίνω. Έμεινα με τις αναμνήσεις.
Δεν επιζητώ πια την επανάληψη, δεν υπάρχει πισωγύρισμα, ίσως να μην υπάρξει ποτέ…
Χριστέ μου… Πόσο θα ήθελα να ξαναζήσω εκείνες τις στιγμές…
Ζω και συνεχίζω να ζω μέσα σ’ ένα ψέμα.
Προσπάθησα να νεκρώσω την αγάπη μου για σένα και νεκρώθηκα η ίδια.
Οι δρόμοι μας χώρισαν. Ακολούθησες το δικό σου συμβατικό τρόπο ζωής. Έκτισες έναν δικό σου γυάλινο κόσμο, γεμάτο γνώση, χωρίς αγάπη και κλείδωσες εκεί την καρδιά σου, απαγορεύοντας την να ξεφύγει από τους κανόνες, τα πρέπει και τα μη της κοινωνίας.
Φοβήθηκες την αγάπη μου, γιατί δεν είχες αγαπηθεί ποτέ όπως θα έπρεπε, γιατί δεν ένοιωσες ποτέ πραγματική αγάπη, παρά μόνο σαρκική έλξη.
Δεν μπόρεσες να καταλάβεις ότι ήσουν για μένα η ανάσα τής ζωής. Πως θα μπορούσα να κάνω την μεγαλύτερη τρέλα για να γευτώ την ευτυχία κοντά σου! Αρκεί να ήσουν εκεί και να με περίμενες.
Δυστυχώς οι άνθρωποι δεν μπορούν να αντέξουν τη μεγάλη ευτυχία. Νοιώθουν ανασφάλεια απέναντι σε μια ειλικρινή έκφραση αγάπης.
Προσπάθησα να κλειδώσω βαθιά στην καρδιά μου, τα αισθήματα μου για σένα και να σεβαστώ τις επιλογές σου.
Η σχέση μας ήταν ένα παραλήρημα ευτυχίας, αγάπης, πόνου και δυστυχίας. Ξεκίνησε από το πουθενά, φούντωσε και ξεπέρασε τους εαυτούς μας. Η λογική δεν μπορεί να τη συλλάβει.
Νοιώθω ζωντανή νεκρή μακριά σου. Ζω και αναπνέω με την κρυφή ελπίδα ότι κάποια στιγμή θα κερδίσω την αιωνιότητα στην αγκαλιά σου. Μύρισα το άρωμα του έρωτα τόσο λίγο, μα τόσο έντονα, που αρκεί να κλείσω τα μάτια και να ονειρευτώ τον παράδεισο…»

Της αγάπης τα παιχνίδια,
θύμηση γλυκιά,
κόκκινο κρασί το βλέμμα σου,
θλίψη και αγάπη το φιλί σου,
έξαρση κι απόγνωση ο έρωτάς σου.

Άσβεστο φως της ψυχής μου,
στην σκέψη μου πάντα θα ζεις,
στην καρδιά μου πάντα θα βασιλεύεις,
τις αισθήσεις μου πάντα θα εξουσιάζεις.

Ποτέ δε θα πω πως ήσουν όνειρο,
μήτε μάταιες ελπίδες θα καταδεχτώ.
Σ’ αγαπώ και δε μετανιώνω,
κι αν πονώ δε θέλω να το ξέρεις.

Η ζωή να σου χαρίσει αγάπη, ευτυχία
και μια ζεστή αγκαλιά.
Μόνο που ακόμη απορώ!
Πως μπόρεσες να πάρεις πίσω,
το «Σ΄ αγαπώ και εγώ;»

 

Το αγκαθωτό σύρμα

«Αγαπημένε μου,
Ξέρεις τι προκύπτει από τη διασταύρωση ενός σκουληκιού κι ενός σκαντζόχοιρου; Μισό μέτρο αγκαθωτό σύρμα!» Έτσι ήταν και η δική μας σχέση. Μισό μέτρο αγκαθωτό σύρμα. Μέσα σ’ αυτό τυλιχτήκαμε και κομματιαστήκαμε.
Όσο προσπαθούσα να σ’ αγκαλιάσω, τόσο εσύ χανόσουν, σαν τα άστρα που πέφτουν απ’ τον ουρανό, χωρίς ποτέ να προλάβω να κάνω μια ευχή.
Μάταια έκλαιγα σα μικρό παιδί και ζητούσα να μου δώσουν πίσω το άστρο μου. Πίστευα πως ήσουν το δικό μου άστρο και σε διεκδικούσα απ’ τον ουρανό. Όμως τα άστρα είναι για να στολίζουν τον ουρανό, δεν ανήκουν σε κανένα. Όπως κι εσύ δεν ανήκες σε μένα!
Ήθελα τόσο πολύ να ερωτευτώ! Δεν ήξερα ότι ο έρωτας πονά τόσο πολύ! Δεν φαντάστηκα ποτέ, πως θα μπορούσε να γίνει επικίνδυνος, ακόμη και για την ίδια μου τη ζωή!
Θυμάμαι, σε μια από τις τόσες φορές που ήρθες και έφυγες από κοντά μου, σου είχα δώσει μια κασέτα με επιλογές από παλιά ερωτικά τραγούδια. Τα τραγούδια αυτά μιλούσαν για τη δική μας αγάπη, τον πόνο του αποχωρισμού και τη λαχτάρα του έρωτα. Όταν θα άκουγες τα τραγούδια αυτά, θα ήσουν μαζί μου, στην αγκαλιά μου, θα σκούπιζες τα δακρυσμένα μου μάτια.
Μετά από καιρό μου είπες: «Δεν ακούω άλλο την κασέτα γιατί με τρελαίνει. Στα έργα που βλέπω στην ΤV νομίζω ότι οι πρωταγωνίστριες έχουν τα δικά σου μάτια και με βλέπουν με τη δική σου αγάπη».
Τελικά η ζωή μοιάζει με πρόβα επί σκηνής. Η ζωή κοντά σου μοιάζει με τραγούδι, με τη γεύση του παλιού καλού κρασιού. Μπορεί να πόνεσα, αλλά την έζησα μ’ όλες μου τις αισθήσεις. Κοντά σου ένοιωσα την ομορφιά της ζωής.
Τις μεγάλες αγάπες πρέπει να τις θυμόμαστε και να τις τιμούμε!
Ατελείωτα βράδια ξενύχτησα αναζητώντας την αιτία του χωρισμού μας. Το κορμί μου ριγούσε στην προσμονή του δικού σου αγγίγματος. Ό,τι πιο τέλειο υπάρχει στη ζωή είναι αυτό που ένοιωσα κοντά σου. Ψυχή, σώμα, μυαλό σε μια μόνιμη υπερδιέγερση.
Ερωτεύτηκα τον άνθρωπο, την σάρκα, το πνεύμα, την έκσταση της ίδιας της ζωής. Η μοναξιά και ο πόνος της εγκατάλειψης ανταμοιβή μου, για την ασέβεια που έδειξα προς το κατεστημένο.
Τα σημάδια της μάχης, λάφυρα της κατάκτησής μου. Μπροστά μου απλώνονται τα λάθη της ζωής μου. Σε καρτερώ υπομονετικά. Το μυαλό μου αναζητά τη δική σου πνευματική διαύγεια και γνώση».

 

Οι ευχές

«Αγαπημένε μου,
Κάποτε με είπες εγωίστρια και πεισματάρα. Δεν συμφώνησα μαζί σου, όμως άρχισα να το σκέφτομαι. Διαπίστωσα ότι άπειρες φορές φέρθηκα εγωιστικά, ακόμη και σε σένα, που αγαπώ τόσο απόλυτα.
Εγωιστικά και πιεστικά προσπάθησα να μπω στη ζωή σου, να την αλλάξω, κι ας μη το επιθυμούσες. Σε ήθελα δικό μου. Αψήφησα τα πάντα, αρκεί να ήμουν μαζί σου.
Μπήκα στην καταιγίδα της ζωής. Εσύ με φρόνηση την απέφυγες. Ήταν στιγμές που αναρωτήθηκα αν έκανα καλά, άλλες πάλι θύμωσα που δε με ακολούθησες.
Ήταν στιγμές που φώναζα «Θεέ μου έλεος!» κι άλλες που είπα «Δε φοβάμαι, μπορώ ν’ αντέξω, θα νικήσω, θα βγω ζωντανή, θα δαμάσω την καταιγίδα της ζωής μου!».
Πόσο άπειρη, μικρή και ανόητη ήμουν! Τις καταιγίδες της ζωής, μόνο ο Θεός τις ορίζει. Εγώ το μόνο που μπορούσα να κάνω ήταν κουράγιο και υπομονή.
Ο δρόμος που διάλεξα είναι μονόδρομος, χωρίς επιστροφή. Τουλάχιστον δε θέλω να επιστρέψω στα ίδια. Το μόνο που μπορώ πλέον να κάνω είναι να βλέπω μπροστά και να περιμένω να καταλαγιάσει η καταιγίδα. Να βγει ο ήλιος, να ξαναζεστάνει την πλάση.
Όμως τι ειρωνεία, η καταιγίδα πέρασε, ο ήλιος έλαμψε, ο κάμπος πρασίνισε, τα πουλιά άρχισαν και πάλι να τραγουδούν, εσύ όμως δεν είσαι εδώ, κι εγώ δεν είμαι πια θυμωμένη μαζί σου! Έχεις κάθε δικαίωμα να ορίσεις τη ζωή σου, όπως εσύ θέλεις. Είναι εγωιστικό να σε θέλω δικό μου. Ανήκεις σε μια άλλη οικογένεια και τελικά αυτή σε κράτησε μακριά μου, παρά τα όποια προβλήματα, όπως μου είχες πει ότι είχες. Μπορείς να απαρνηθείς τα πάντα, όχι όμως τα παιδιά σου. Και τελικά πίστεψε με, το σέβομαι απόλυτα.
Στο τελευταίο μήνυμα που σου έστειλα την ημέρα της γιορτής σου, θυμάσαι τι σου έγραψα;
«Στην αξιοπρέπεια της σιωπής, σπούδασα το μέγεθος της θέλησης και μέτρησα το βάθος της αδυναμίας μου. Χρόνια σου Πολλά».
Δεν περίμενα απάντηση. Ορκίστηκα πως δε θα σε ενοχλήσω ξανά. Αισθάνθηκα ότι έγινα βάρος στη ζωή σου. Ένα χρόνο πριν, την ημέρα των γενεθλίων σου, τις ευχές μου σού τις είχα πει τηλεφωνικά.
«Εύχομαι οι τρεις μοίρες που ήρθαν στο προσκεφάλι σου και σου χάρισαν Σοφία, Αγάπη και Δικαιοσύνη, να σε συντροφεύουν και στα υπόλοιπα χρόνια τής ζωής σου. Σου εύχομαι επίσης περισσότερη γαλήνη, τρυφερότητα, υγεία, ευτυχισμένες στιγμές. Η ζωή να σου χαρίσει όσα σου αξίζουν. Σ’ ευχαριστώ που έδωσες άλλον αέρα στη ζωή μου. Θα ήθελα σήμερα να ήμουν κοντά σου και να σου χάριζα μια αξέχαστη μέρα. Σ’ αγαπώ!».
Και τότε και τώρα, είσαι μακριά μου. Μοναδική παρέα μου οι αναμνήσεις. Όλα είναι τόσο άδεια, τόσο κενά χωρίς εσένα.
Χριστέ μου! πόσο πολύ τον αγαπώ! άραγε να έκτισα τη ζωή μου, πάνω στην άμμο;»

 

Μοναξιά και εξάρτηση

«Αγαπημένε μου,
Το ταξίδι των μεγάλων αποφάσεων ήταν μακρύ και για τους δυο μας. Σ’ αυτό το ταξίδι γευτήκαμε τη χαρά, την ευτυχία, τη λήθη, το πέρασμα από το χθες στο αύριο. Δρομέας σ’ έναν άνισο αγώνα δρόμου, για την επιβίωση, για τη λύτρωση.
«Ο καθένας μας τις αποφάσεις του πρέπει να τις παίρνει μόνος. Εγώ είμαι εδώ, δεν πουλώ τους ανθρώπους που αγαπώ, αλλά δε θέλω να γίνω και δεκανίκι τους», μου είχες πει κάποια στιγμή.
Ήξερες πολύ καλύτερα απ’ τον καθένα, τι θα πει να είσαι ευάλωτος και ανίκανος να αντισταθείς στις σειρήνες της ζωής.
«Είσαι μια σειρήνα, που παίζει ανελέητα με την καρδιά και το πνεύμα μου!» μου είχες πει επίσης.
«Σειρήνα!» Ακόμη αναρωτιέμαι ποιος έπαιξε με ποιόν, ανελέητα! Εσύ μ’ εμένα ή εγώ μ’ εσένα;
Νοιώθω σαν ένα ξένο, επικίνδυνο σώμα που τάραξε βάρβαρα την ύπαρξή σου, γι’ αυτό και βιάστηκες να απαλλαγείς γρήγορα απ’ αυτό, για να μπορέσεις να συνεχίσεις τη ζωή σου ήρεμα, χωρίς τυμπανοκρουσίες, εξάρσεις, πάθη και έρωτες αχαλίνωτους. Επέλεξες τη ζωή του χθες! Εύχομαι, το πέρασμά σου από το σήμερα στο χθες, να έχει διαμορφώσει τις υπάρχουσες συνθήκες προς το καλύτερο.
Σ’ αγαπώ και θέλω το καλύτερο για σένα, ακόμη κι αν είσαι μακριά μου. Με απαρνήθηκες περισσότερες φορές απ’ ότι με αποδέχτηκες. Δε ξέρω αν θα δω ποτέ τα οφέλη αυτής της σχέσης, τώρα πάντως, βιώνω όλα τα αρνητικά, με συναισθηματική φόρτιση μεγαλύτερη απ’ όση μπορώ να αντέξω. Συχνά χάνω τον έλεγχό μου.
Ξέρω, θα μου πεις «Ζήσε το σήμερα, πάψε να παλεύεις με το πρόβλημα, άφησέ το να εκτονωθεί, αδιαφόρησε, σκέψου πως σου αξίζουν τα καλύτερα».
Πρέπει να μάθω να βλέπω με τα μάτια του μυαλού, να χρησιμοποιώ όλες μου τις αισθήσεις, ίσως έτσι μετατρέψω το μειονέκτημά μου σε πλεονέκτημα».

 

Άξιζε τον κόπο;

«Αγαπημένε μου,
Ονειρεύομαι... Φωλιάζω το κεφάλι μου στο λαιμό σου, τυλίγομαι σαν κισσός στο κορμί σου, κλείνω τα μάτια και ονειρεύομαι…
Αισθάνομαι την ανάσα σου στο μέτωπό μου. Χαμογελώ… Νοιώθω το άγγιγμά σου. Ριγώ…
Δε θέλω να ξημερώσει, η μέρα θα σε πάρει για άλλη μια φορά μακριά μου. Μένω ακίνητη. Αφουγκράζομαι. Χαϊδεύω το δασύτριχο στήθος σου, με σφίγγεις στην αγκαλιά σου.
Άρχισε να χαράζει… Δε σε ξαναείδα από τότε.
Στο ομιχλώδες τοπίο της μοναξιάς, ακόμη σ’ αγαπώ, ακόμη δακρύζουν τα μάτια μου, ακόμη νοσταλγώ, ακόμη σε καρτερώ.
Υπήρξες η μεγαλύτερη νίκη και συνάμα η μεγαλύτερη ήττα της ζωής μου. Αν ήσουν εδώ θα μου έλεγες πως δεν πρέπει, ούτε το ένα, ούτε το άλλο να τα σχολιάζουμε, απλά να τα αφουγκραζόμαστε…
Αφουγκράζομαι τους κτύπους της καρδιάς μου, τους ήχους της ζωής. Αντί για αντίο θα σου πω συγνώμη.
Ποτέ ένας αγώνας δεν πάει χαμένος, κάτι κερδίζεις κάτι χάνεις. Έτσι επέρχεται η ισορροπία των πραγμάτων.
Μπορεί ο δρόμος που διάλεξα να είναι δύσβατος, όχι όμως και απροσπέλαστος. Φοβάμαι σε κάθε στροφή του για το άγνωστο, όμως θα τον διαβώ. Θα ματώσω, μα δε θα βγάλω μιλιά. Στο τέρμα του δρόμου, θα αναρωτηθώ:
«Άξιζε τον κόπο;»
Δεν είμαι σίγουρη για την απάντηση. Ένα μόνο παρακαλώ και εύχομαι, να μη με αξιώσει ο Θεός να το ξαναζήσω!»

 

Τρία ολόκληρα ημερόνυχτα, η Έλλη έγραφε, έγραφε ασταμάτητα στο τετράδιο με τα κόκκινα τριαντάφυλλα. Οι λέξεις γλιστρούσαν στο λευκό χαρτί και της έφερναν μια γλυκιά λύτρωση. Ο έρωτας και ο πόνος μεταλλασσόταν αργά αλλά σταθερά σε ήρεμη εσωτερική ανάπαυλα... Γύρω από τα μάτια της είχαν σχηματιστεί μαύροι κύκλοι, ενώ ο πόνος στο στομάχι της όλο και δυνάμωνε. Ήθελε όσο τίποτε άλλο να κάνει ένα ζεστό μπάνιο και να κοιμηθεί. Όσο για το φαγητό, θα βολευόταν με ό,τι υπήρχε στο ψυγείο της Αλέκας. Δεν είχε διάθεση ούτε και κουράγιο να αναζητήσει κάτι καλύτερο σε κάποια από τις ταβέρνες του νησιού. Ωστόσο, είχε πάρει την απόφασή της.
Αρκετά είχε θρηνήσει για τον ανεκπλήρωτο έρωτά της. Θα τον τοποθετούσε εκεί που του άρμοζε. Εκεί που εκατομμύρια άνθρωποι σ’ όλο τον κόσμο τοποθετούν τις μεγάλες αγάπες. Αυτές που ποτέ δε σβήνουν από την καρδιά και το μυαλό των ανθρώπων. Θα κρατούσε ότι θετικό είχε να της προσφέρει η εμπειρία αυτή, θα έδινε πλέον όλη της την αγάπη στην μονάκριβη κόρη της, το καλύτερο δώρο που της είχε κάνει η ίδια η ζωή.
Τελικά όλα είναι μια ιδέα και η ζωή σύντομη. Σε προσπερνά χωρίς καν να το αντιληφθείς…
Έκλεισε το τετράδιο με τα κόκκινα τριαντάφυλλα, και με ευλάβεια το τοποθέτησε στην τσάντα της. Θα ήταν το «φυλακτό της» για τις δύσκολες ώρες.
Ήταν έντεκα το πρωί όταν το τηλέφωνο άρχισε να χτυπά. Παρά τις επίμονες κλήσεις η Έλλη δεν μπήκε στον κόπο να δει ποιος την καλούσε. Δεν είχε διάθεση να μιλήσει σε κανένα. Καθισμένη σε μια αναπαυτική πολυθρόνα μπροστά στην μπαλκονόπορτα αγνάντευε το απέραντο γαλάζιο της θάλασσας. Το τηλέφωνο δεν έλεγε να σταματήσει. Χτυπούσε και ξαναχτυπούσε ασταμάτητα, διαταράσσοντας τη γαλήνη της στιγμής. Μετάνιωσε που δεν το είχε κλείσει.
«Ποιος διάολος να ‘ναι», σκέφτηκε. Για να επιμένει, μάλλον κάτι σοβαρό συμβαίνει!
Σηκώθηκε βιαστικά από την πολυθρόνα και άρχισε να ψάχνει μέσα στην τσάντα της. Στο καντράν του τηλεφώνου εμφανίσθηκε το όνομα του Κωστή. Ένοιωσε το στομάχι της να σφίγγεται.
«Θεέ μου, κάτι κακό συνέβη!», σκέφτηκε και πάτησε βιαστικά το πράσινο κουμπάκι.
«Έλα Κωστή, τι πάθατε;», είπε με αγωνία.
«Πού είσαι βρε παιδί μου. Κοντεύω να τρελαθώ! Όπου κι αν βρίσκεσαι παράτα τα όλα και γύρνα αμέσως στο σπίτι. Είναι απόλυτη ανάγκη!»
«Κωστή με τρομάζεις! Τί έγινε; Είστε όλοι καλά; Η Φρόσω, το παιδί;»
«Καλά, καλά. Έλα αμέσως σε παρακαλώ, σε χρειάζομαι. Δεν μπορώ να σου πω τίποτα περισσότερο από το τηλέφωνο».
«Εντάξει Κωστή, ότι κι αν είναι, θα το αντιμετωπίσουμε μαζί. Μη πανικοβάλλεσαι. Παίρνω το πρώτο πλοίο και έρχομαι. Είμαι στη Θάσο.»
«Στη Θάσο; Τι κάνεις τέτοια εποχή εκεί; Πότε θα έρθεις;»
«Ηρέμισε σε παρακαλώ. Μα γιατί πρόκειται; Πες μου μια λέξη για να ξέρω. Θα με φάει η αγωνία!», του είπε η Έλλη
Μετά από μια παύση δευτερολέπτων, ακούστηκε και πάλι η φωνή του Κωστή, αυτή τη φορά πιο ήρεμη.
«Πρόκειται για τον Τζων».
«Τον Τζων; Μου λες αλήθεια; Εμφανίστηκε ξανά ύστερα από τόσο καιρό; Δεν έρχομαι, ξέχνα το!», είπε η Έλλη θυμωμένα «Το κεφάλαιο αυτό έκλεισε, ή μάλλον το έκλεισε εκείνος. Σε παρακαλώ δε θέλω ν’ ακούσω κουβέντα!»
«Έλλη, δεν είναι αυτό που νομίζεις!»
«Δηλαδή τί νομίζω Κωστή; Παίρνεις το μέρος του τώρα; Λίγα υπέφερα; Εσύ τουλάχιστον ξέρεις!»
«Έλλη δεν είναι αυτό που νομίζεις», επανέλαβε ο Κωστής.
«Αλλά τί;», απάντησε και πάλι θυμωμένα η Έλλη.
«Πρέπει να μιλήσουμε. Έμαθα κάτι που με συγκλόνισε. Δεν μπορώ να σου πω τίποτε άλλο από το τηλέφωνο. Έλα σε παρακαλώ. Υπάρχουν πράγματα που πρέπει να μάθεις».
«Εντάξει Κωστή, παρόλο που δεν καταλαβαίνω την ταραχή σου και μου φαίνονται περίεργα τα όσα μου λες, θα έρθω».
«Τι ήταν πάλι αυτό το τηλεφώνημα», αναρωτήθηκε η Έλλη. «Ο Κωστής είναι από τη φύση του, ψύχραιμος. Αντιμετωπίζει με θετική σκέψη τις όποιες δυσκολίες. Προς τι λοιπόν αυτός ο πανικός και μάλιστα για τον Τζων; Από πού κι ως πού; Αυτός δεν ήταν που μου έλεγε να τον ξεχάσω και να προχωρήσω τη ζωή μου; Αυτός δεν ήταν που έλεγε ότι δε μου άξιζε αφού δεν μπόρεσε να εκτιμήσει το «διαμάντι» που είχε στα χέρια του;
Πολύ μπερδεμένα ακούγονται όλα αυτά, εκτός κι αν συμβαίνει κάτι άλλο… αλλά τί; Γιατί επέμενε ότι τα πράγματα δεν ήταν όπως τα ξέραμε; Δηλαδή τί ξέραμε που δεν είναι όπως το ξέραμε; Αχ βρε Κωστή, νέες φουρτούνες ξεσήκωσες… εκεί που πίστεψα ότι μπορώ να βρω το απάνεμο λιμάνι!», μονολογούσε η Έλλη, ενώ παράλληλα μάζευε τα πράγματά της. Έπρεπε να συγυρίσει το σπίτι, να ενημερώσει την Αλέκα ότι θα έφευγε, να δει πότε είχε καράβι... Εκεί που ένοιωσε ανακούφιση και χαλάρωσε κάπως,, μετά την ειλικρινή καταγραφή των συναισθημάτων της στο τετράδιο με τα κόκκινα τριαντάφυλλα, ήρθε το τηλεφώνημα του Κωστή για να την αναστατώσει και πάλι...
«Ω Θεέ μου, τι ήθελα και το σήκωσα το παλιοτηλέφωνο; Τελικά πουθενά δεν μπορώ να βρω ηρεμία!», είπε και με νευρικότητα άρχισε να πετά όπως-όπως τα λιγοστά πράγματα που είχε μαζί της στο σακ-βουαγιάζ. Πήρε βιαστικά το τηλέφωνο και σχημάτισε τον αριθμό του λιμεναρχείου.
«Παρακαλώ τί ώρα έχει καράβι για Καβάλα; Α! μάλιστα… Ευχαριστώ πολύ.»
Μετά το τηλεφώνημα του Κωστή καθόταν σε αναμμένα κάρβουνα. Η διαίσθησή της, τής έλεγε ότι κάτι κακό είχε συμβεί, δεν μπορούσε διαφορετικά να εξηγήσει την ταραχή του Κωστη που φημιζόταν για την ψυχραιμία του.
Έριξε μια τελευταία ματιά στο σπίτι για να βεβαιωθεί ότι ήταν όλα στη θέση τους, πήρε την τσάντα της και άρχισε να κατηφορίζει βιαστικά προς τον κεντρικό δρόμο. Έκανε μια στάση στο μίνι μάρκετ της κυρίας Αναστασίας, τής έδωσε τα κλειδιά του σπιτιού και τη ρώτησε αν υπήρχε κάποιο μέσον που θα μπορούσε άμεσα να τη μεταφέρει στον Πρίνο. Για καλή της τύχη, ο γιός τής κυρίας Αναστασίας, ο Στρατής, θα πήγαινε στην πόλη για να φέρει προμήθειες για το μαγαζί και όπως της είπε, δεν ήταν κόπος γι’ αυτόν να την πάει μέχρι τον Πρίνο.
Ο Στρατής ήταν ένα όμορφο γεροδεμένο παλικάρι, που βοηθούσε τη μάνα του στο μαγαζί, ενώ παράλληλα ασχολείτο και με τους ελαιώνες της οικογένειας. Αν και ήταν μόνο είκοσι τριών χρονών, είχε πάρει για τα καλά τη ζωή στα χέρια του. Ήταν ψημένο παιδί στις δουλειές και πολύ πιο ώριμο από άλλους συνομήλικούς του.
Η Έλλη έτρεφε ιδιαίτερη συμπάθεια στον Στρατή. Της άρεσε να κουβεντιάζει μαζί του, να ακούει τους προβληματισμούς τής ηλικίας του, μόνο που εκείνη τη στιγμή είχε τόσα πολλά πράγματα στο κεφάλι της που αδυνατούσε να τον παρακολουθήσει. Περιορίστηκε στα τυπικά, και προσποιήθηκε ότι είχε πονοκέφαλο για να μη φανεί αγενής.
Το πλοίο αναχωρούσε στις 17.30 από τον Πρίνο. Η Έλλη είχε φτάσει μία ώρα νωρίτερα, έτσι είχε χρόνο να παραγγείλει έναν καφέ πριν την αναχώρηση. Επέλεξε ένα από τα παραδοσιακά καφέ τής παραλίας με τις ψάθινες καρέκλες και τα σιδερένια, στρόγγυλα τραπεζάκια και παρήγγειλε έναν ελληνικό διπλό. Άναψε ένα τσιγάρο, από τις κακές συνήθειες που δεν ήθελε να αποχωριστεί και προσπάθησε να χαλαρώσει χαζεύοντας τη θάλασσα και το λιγοστό κόσμο που πηγαινοερχόταν.
Η ώρα μέχρι την αναχώρηση του πλοίου, αλλά και η μετέπειτα διαδρομή μέχρι το πατρικό της, τής φάνηκε αιώνας. Η διαίσθησή της τής έλεγε ότι κάτι κακό είχε συμβεί ή θα συνέβαινε, όμως δεν μπορούσε να προσδιορίσει τι μπορεί να ήταν αυτό.
Αργά το βράδυ της ίδιας μέρας, η Έλλη πάρκαρε το αυτοκίνητό της μπροστά στο ξενοδοχείο. Δεν είχε επικοινωνήσει ξανά με τον αδελφό της, οπότε δεν γνώριζε την ακριβή ώρα άφιξής της. Αν και η ώρα ήταν προχωρημένη, η Έλλη ήξερε ότι ο Κωστής δεν πήγαινε για ύπνο τόσο νωρίς. Έτσι, κατευθύνθηκε προς το γραφείο του. Το φως ήταν αναμμένο και από μέσα ακούγονταν έντονες συζητήσεις. Κοντοστάθηκε. Δεν ήταν μόνος. Μιλούσε με τη Φρόσω, τη γυναίκα του.
«Πρόσεχε Κωστή, χρειάζονται λεπτοί χειρισμοί», άκουσε τη Φρόσω να λέει.
«Τι τρέχει αδέλφια, τι φουρτούνες μας βρήκαν πάλι; Για ποιο πράγμα χρειάζονται λεπτοί χειρισμοί;», είπε η Έλλη μπαίνοντας στο γραφείο.«Γιατί ξαφνιαστήκατε έτσι; Δε με περιμένατε;», συνέχισε διαισθανόμενη την αμηχανία και την έντασή τους.
«Αδελφέ μου», είπε ανοίγοντας διάπλατα τα χέρια για να αγκαλιάσει τον αδελφό της, αφού πρώτα έσκυψε και φίλησε τη Φρόσω. Ο Κωστής πετάχτηκε αμέσως από την καρέκλα του και κυριολεκτικά έπεσε στην αγκαλιά της σφίγγοντας την τόσο δυνατά που ένοιωσε να της κόβεται η ανάσα.
«Θεέ μου κάτι τραγικό συμβαίνει», σκέφθηκε και ένιωσε τα πόδια της να λυγίζουν.
«Έλα πάμε στο δωμάτιό σου», είπε τελικά ο Κωστής σηκώνοντας το σακ-βουαγιάζ που της είχε πέσει εντωμεταξύ από τα χέρια. Έκανε να τον ακολουθήσει, αλλά κοντοστάθηκε. Γύρισε προς τη Φρόσω και της είπε;
«Εσύ δε θα έρθεις;»
«Όχι Έλλη μου, καλύτερα να τα πείτε οι δυο σας. Εγώ πηγαίνω να δω το παιδί. Τα λέμε αργότερα».
Της φάνηκε περίεργη η συμπεριφορά της Φρόσως, αλλά δεν είπε τίποτα. Ακολούθησε τον Κωστή ο οποίος εν τω μεταξύ είχε κοντοσταθεί στη ρεσεψιόν για να δώσει κάποιες οδηγίες στην υπάλληλο του ξενοδοχείου.

 

4

 

«Κύριε Μπράουν καλημέρα σας».
«Χαίρετε κύριε Παυλικιανέ πώς είστε;»
«Πολύ καλά, και πιστεύω ότι και εσείς θα είστε εξίσου καλά με μένα, όταν ακούσετε τα νέα που έχω να σας μεταφέρω».
«Σας ακούω», είπε ευδιάθετα ο Τζων.
«Καλό θα ήταν, να προγραμματίσετε κάποιες από τις επόμενες ημέρες να έρθετε, για να συναντήσετε μια γυναίκα που έχει να σας αποκαλύψει σημαντικά πράγματα για τους βιολογικούς σας γονείς. Είναι κατά πάσα πιθανότητα η μαία που σας έφερε στον κόσμο. Μου είπε ότι θυμάται πολύ καλά την υπόθεσή σας, γιατί ήταν καθοριστική και για τη δική της τύχη».
«Μιλήστε μου ανοιχτά κ. Παυλικιανέ. Βρήκατε τους πραγματικούς μου γονείς;»
«Όχι ακριβώς, γιατί η γυναίκα αυτή επιμένει ότι θέλει να μιλήσει προσωπικά σε σας και σε κανέναν άλλον. Πιθανόν να φοβάται μηνύσεις και τα σχετικά... Καταλαβαίνετε!»
«Μα πως είστε σίγουρος ότι θα μου πει την αλήθεια και ότι δεν είναι κάποια απατεώνισσα;»
«Αυτό δεν είμαι σε θέση να σας το διαβεβαιώσω. Ωστόσο, γιατί να το κάνει; Θα μπορούσε να προσποιηθεί ότι δε γνωρίζει τίποτε και να κλείσει το θέμα».
«Και πως φτάσατε σ’ αυτή τη γυναίκα;»
«Ακούστε με προσεκτικά», συνέχισε ο Παυλικιανός. «Από μια έρευνα που έκανα, ανακάλυψα ότι κατά το παρελθόν μπερδεύτηκε το όνομα κάποιου γιατρού και μιας μαίας, σε υποθέσεις παράνομων υιοθεσιών. Κάποιες από τις περιπτώσεις αυτές οδηγήθηκαν στη δικαιοσύνη, αλλά λόγω έλλειψης στοιχείων, απλώς αρχειοθετήθηκαν. Ο γιατρός αυτός δεν είναι πια στη ζωή. Όσο για τη μαία, έμαθα ότι έγινε καλόγρια, ίσως υπό το βάρος των τύψεών της. Έψαξα και βρήκα σε πιο μοναστήρι μονάζει. Λίγο ο Θεός, λίγο το προχωρημένο της ηλικίας της, δέχθηκε να μου μιλήσει. Όταν της είπα το όνομα του παιδιού που αναζητά τους βιολογικούς γονείς του, τα μάτια της βούρκωσαν. Κατάλαβα ότι κάτι γνώριζε και την πίεσα λίγο… ξέρετε πως είναι αυτά».
«Εντάξει, εντάξει …σε δεκαπέντε μέρες επιστρέφω από Αμερική και σας τηλεφωνώ για να με πάτε στο μοναστήρι αυτό».
«Θα σας αναμένω κύριε Μπράουν, καλή σας μέρα ή μάλλον καληνύχτα σας, ξέχασα τη διαφορά ώρας», είπε γελώντας ο Παυλικιανός.

 

Δεκαπέντε μέρες μετά τη συνομιλία εκείνη ο Παυλικιανός μαζί με τον Τζων ανηφόριζαν με προσοχή το δρόμο προς το μοναστήρι της Παναγίας της Ελεούσας που επιβλητικά δέσποζε στην κορυφή του λόφου.
Είχε φτάσει η ώρα για τη μεγαλύτερη και σημαντικότερη αποκάλυψη της ζωής του. Θα μάθαινε επιτέλους ποιοι είναι ή ποιοι ήταν οι βιολογικοί του γονείς. Ευχόταν να είναι ζωντανοί, να τους γνωρίσει, να μάθει την αλήθεια από τους ίδιους. Γιατί τον είχαν δώσει για υιοθεσία; Είχε άραγε άλλα αδέλφια;
Πλήθος ερωτήματα βασάνιζαν το μυαλό του, ενώ τα συναισθήματά του ήταν ποικίλα. Απ’ τη μια ένοιωθε χαρά, απ’ την άλλη λύπη και φόβο συνάμα. Φόβο για το άγνωστο. Αναρωτιόταν αν αυτό που θα μάθαινε σε λίγη ώρα δεν ήταν αυτό που περίμενε. Άραγε πώς θα αντιδρούσε; Προβληματιζόταν γιατί η Βασιλική είχε κρατήσει επτασφράγιστο το μυστικό της. Γιατί δεν του είπε την αλήθεια κάποια στιγμή και επέλεξε να το κάνει μόνο όταν παρέδιδε το πνεύμα της στον Κύριο;
Όση ώρα ο Τζων ήταν χαμένος στις σκέψεις του, ο Παυλικιανός σεβόμενος τη φόρτιση της στιγμής, οδηγούσε με προσοχή το αυτοκίνητο στο στενό δρόμο προς το μοναστήρι αποφεύγοντας να μιλήσει.
Στο μοναστήρι η αδελφή Πελαγία περιμένοντας τον επισκέπτη της σταυροκοπιόταν γονατιστή μπροστά στο εικόνισμα της Παναγίας. Στο χέρι της κρατούσε ένα μακρύ κομποσκοίνι, ενώ τα δάκρυα κυλούσαν στα χαρακωμένα από τα χρόνια μάγουλά της. Είχε φτάσει η ώρα να απολογηθεί, να λυτρωθεί από τις αμαρτίες της επίγειας ζωής της. Ζητούσε σιωπηλά συγχώρεση από τη Μάνα του Χριστού, αλλά και από τη μάνα του παιδιού. Του παιδιού που περίμενε να αντικρίσει από λεπτό σε λεπτό, μετά από τόσα χρόνια. Για άλλη μια φορά ένοιωσε πόσο ανόητα φέρθηκε, με πόση απερισκεψία είχε παραδώσει τη ζωή της στα χέρια ενός τυχοδιώκτη! Μπορεί να πέρασαν πολλές δεκαετίες, μπορεί να γέρασε, αλλά συγχώρεση στον εαυτό της δεν έδωσε ποτέ, για τα λάθη που έκανε. Μπορεί να ήταν νέα, να παρασύρθηκε από τις αγάπες και τα φούμαρα που τής πούλησε ο μορφονιός γιατρός εκμεταλλευόμενος τις αδυναμίες της, όμως αυτό δεν αποτελούσε πια γι’ αυτήν δικαιολογία. Όσο τα χρόνια περνούσαν, τόσο οι ενοχές βάραιναν την κυρτή της ράχη.
Είχε καταφέρει να «βιάσει» την ψυχή και το κορμί της και ύστερα να την πετάξει στα αζήτητα, διαφυλάσσοντας τα νώτα του. Ήταν τόσο πανούργος, κι αυτή τόσο αφελής. Και μέσα από την αφέλειά της έγινε συνένοχος σ’ ένα μεγάλο έγκλημα.
«Ήρθε επιτέλους η ώρα της απολογίας», ψιθύρισε η αδελφή Πελαγία γονατιστή μπροστά στην Παναγία. «Ήρθε η ώρα να αντιμετωπίσω τους εφιάλτες μου. Να απελευθερωθώ από τις ενοχές μου. Και ίσως να τύχω της συγχώρεσης του Μεγαλοδύναμου και του παιδιού που εξαιτίας μου στερήθηκε τους γονείς του. Δώσ’ μου δύναμη Παναγιά μου!»
Αν ο γιατρός δεν έβαζε την αδελφή Πελαγία κατά κόσμο Ελένη Σταύρου, στο παιχνίδι των παράνομων υιοθεσιών, σήμερα η ζωή της θα ήταν εντελώς διαφορετική. Όπως και η ζωή κάποιων άλλων ανθρώπων. Τότε, ο ομορφονιός γιατρός που ήθελε να βγάλει χρήματα, γρήγορα και χωρίς κόπο, της είχε υποσχεθεί μια άνετη ζωή. Της είχε πουλήσει αγάπες και έρωτες, για να μπορέσει να ικανοποιήσει τις δικές του ορέξεις, αλλά και για να την έχει συνένοχο στις δικές του ανομίες. Κι αυτή τον πίστεψε, τόσο εύκολα… Mε την ευγλωττία του κατάφερε να την πείσει ότι αυτό που με την πρώτη ματιά φαινόταν παράνομο, δεν ήταν, ότι επιτελούσαν κοινωνικό έργο παρακάμπτοντας το δυσκίνητο σύστημα.
Τον κάλυψε, συνέργησε μαζί του για να περιθωριοποιηθεί λίγο αργότερα, χωρίς αναστολές από τον άνθρωπο που δε γνώριζε τι σημαίνει ήθος και ηθική. Από τον άνθρωπο που πάτησε με περισσή ευκολία τον όρκο του Ιπποκράτη.
Ο Παυλικιανός άφησε τον Τζων να μπει μόνος του στο μικρό παρεκκλήσι όπου καρτερικά τον περίμενε η αδελφή Πελαγία. Ήδη ήταν ενημερωμένοι όλοι για την επίσκεψη αυτή και πρωτίστως η Ηγουμένη. Μάλιστα είχε ευλογήσει την αδελφή Πελαγία λέγοντάς της ότι ήρθε η ώρα να ζητήσει συγνώμη από το Θεό και τους ανθρώπους, για να μπορέσει να εξυψωθεί η βασανισμένη της ψυχή.
Ο Τζων μπαίνοντας στο παρεκκλήσι άναψε ένα κεράκι και ευλαβικά προσκύνησε το εικόνισμα της Παναγίας. Η αδελφή Πελαγία, χωρίς να μιλήσει του υπέδειξε να καθίσει σ’ ένα από τα δυο μικρά σκαμνάκια που είχε τοποθετήσει νωρίτερα στο χώρο, κάτω από το εικόνισμα της Παναγίας της Ελεούσας και μετά κάθισε ακριβώς απέναντί του.
Το άγχος που ένοιωθε ο Τζων για τη συνάντηση αυτή, αντικρίζοντας τη σεβάσμια γερόντισσα, υποχώρησε ως δια μαγείας.
«Θα πρέπει να είναι πάνω από 80», σκέφτηκε.
Παρά τον πόνο της ψυχής του και την κρισιμότητα της κατάστασης, είχε την εντύπωση πως είχε μπροστά του μια αγνή και άσπιλη μορφή, αν και σύμφωνα με όσα του είπε ο Παυλικιανός θα πρέπει να είχε διαπράξει στα νιάτα της πράγματα για τα οποία δεν τιμωρήθηκε από το νόμο, όπως θα της άξιζε. Παρόλα αυτά, δεν ένοιωθε για τη γυναίκα που σήμερα ήταν μοναχή, κανένα μίσος. Απλά περίμενε απ’ αυτήν να του λύσει τα μυστήρια της ζωής του. Να ελευθερώσει το νήμα που τον κρατούσε δέσμιο σε μια ζωή που δεν του ανήκε. Προσδοκούσε τη λύτρωση που έρχεται μέσα από την αλήθεια, αγνοώντας πόσο καταστροφική θα μπορούσε να είναι για τη μετέπειτα ζωή του.
Η εξομολόγηση της αδελφής Πελαγίας κράτησε πολύ ώρα. Ο Τζων την άκουγε προσεκτικά και τη διέκοπτε μόνο αν ήθελε κάποια επιπρόσθετη πληροφορία ή διευκρίνιση. Εκεί η αδελφή Πελαγία τού αποκάλυψε ότι μια μέρα ήρθε στο Νοσοκομείο να γεννήσει το πρωτότοκο παιδί της μια δεκαεπτάχρονη κοπέλα, η οποία είχε πάρα πολύ δύσκολη γέννα και κόντεψε να χάσει τη ζωή της. Το ανέλπιστο ήταν ότι η κοπέλα αυτή κυοφορούσε δίδυμα, κάτι που δε γνώριζε, γιατί τα μέσα εκείνης της εποχής δεν ήταν και τόσο εξελιγμένα, αλλά και η ίδια δεν είχε προσωπικό γιατρό. Είχε έλθει από ένα ορεινό χωριό στην πόλη, μόνο και μόνο για να γεννήσει.
Ο γιατρός που θα την ξεγεννούσε, είδε την περίπτωση ως μάνα εξ ουρανούν. Η κοπέλα δεν ήταν σε θέση να καταλάβει αν έφερε στον κόσμο ένα ή δύο παιδιά. Έτσι κάλλιστα θα μπορούσε να αποκρύψει το γεγονός ότι γέννησε δίδυμα, τόσο από την ίδια, όσο και από την χωριάτισσα και αγράμματη μάνα της που τη συνόδευε. Έτσι, θα μπορούσε να δώσει το ένα από τα δίδυμα, έναντι αδράς αμοιβής βεβαίως, στο ζευγάρι των ελληνοαμερικανών με το οποίο είχε έρθει εδώ και καιρό σε επαφή και το είχε σε στάση αναμονής… Μάλιστα, επικοινώνησε άμεσα μαζί τους και τους είπε το γρηγορότερο να έλθουν στο Νοσοκομείο, να κάνουν εισαγωγή για δήθεν γέννα και φυσικά θα έφευγαν από εκεί με ένα από τα δίδυμα, σαν να ήταν δικό τους παιδί. Θα παρέκαμπταν τη νομότυπη διαδικασία υιοθεσίας και το παιδί θα γραφόταν στο όνομά τους. Έτσι, ποτέ κανείς δε θα μπορούσε να μάθει την αλήθεια. Αυτός θα φρόντιζε για την έκδοση όλων των σχετικών εγγράφων. Ήταν ειδικός στα λαδώματα και την παρανομία. Η υπόθεση θα έκλεινε άμεσα και αθόρυβα. Όπως και έγινε.
«Ίσως να μη θυμόμουν τόσες λεπτομέρειες αν δεν είχε γίνει ένα απρόσμενο περιστατικό με τη μητέρα της 17χρονης, όταν εντελώς τυχαία άκουσε κάτι κουβέντες μας από ένα μισάνοιχτο παράθυρο. Δεν είχε καταλάβει όμως ακριβώς τι επρόκειτο να γίνει. Απλά νόμισε ότι ο γιατρός ήθελε να αλλάξει το παιδί της κόρης της με ένα άλλο, και άρχισε να φωνάζει. Προς στιγμή τα χάσαμε, αλλά ως ψυχρός εκτελεστής ο γιατρός άρχισε να φωνάζει πιο πολύ από τη γυναίκα. Την απείλησε μάλιστα ότι θα καλούσε την αστυνομία, και ότι θα την έβαζε φυλακή για συκοφαντική δυσφήμηση. Η γυναίκα τα έχασε, φοβήθηκε» είπε με απολογητικό ύφος η αδελφή Πελαγία και συνέχισε την αφήγησή της
«Άντε κυρά μου να πάρεις την κόρη σου και να φύγετε από εδώ» της είπε «Αντί να με ευγνωμονείτε που έσωσα αυτήν και το παιδί της από του χάρου τα δόντια, έρχεστε και με κατηγορείτε κι από πάνω; Υπάρχουν νόμοι. Εμείς είμαστε επιστήμονες…». Της είπε, κι άλλα πολλά. Η καημένη η γυναίκα, κατέβασε το κεφάλι και έφυγε.
Το τι ακολούθησε, δεν περιγράφεται. Ποιος είδε το Θεό και δε φοβήθηκε. Ο μορφονιός είχε γίνει κατακόκκινος από το θυμό του. Άρχισε να επιρρίπτει ευθύνες στη Νοσοκόμα Ελένη Σταύρου, λέγοντάς της ότι αν κάτι πήγαινε στραβά, θα έριχνε όλες τις ευθύνες πάνω της. Η ερωτοχτυπημένη νοσοκόμα, έχασε τη γη κάτω από τα πόδια της. Μέχρι εκείνη τη στιγμή νόμιζε ότι την αγαπούσε. Πίστευε ότι της έλεγε. Του είχε τυφλή εμπιστοσύνη. Είχε τον τρόπο να την καθοδηγεί και να την εξουσιάζει.
Το περιστατικό εκείνο λοιπόν ήταν καθοριστικό για όλους. Για την ίδια και τη ζωή όλων όσων μπλέχτηκαν στην ιστορία, είτε εν αγνοία τους, είτε ηθελημένα.
Την ίδια μέρα ήρθε στο Νοσοκομείο μια κυρία γύρω στα 30, μαζί με τον άνδρα της. Αυτή Ελληνίδα κι εκείνος Αμερικάνος. Έγινε κανονικά η εισαγωγή της γυναίκας στη γυναικολογική κλινική και μετά από δύο μέρες πήρε εξιτήριο και έφυγε έχοντας στην αγκαλιά της ένα από τα δίδυμα αγόρια που γέννησε η δεκαεπτάχρονη, η οποία ακόμη δεν είχε συνέλθει πλήρως από τον τοκετό.
Ο γιατρός έβαλε στην τσέπη του το χρηματικό ποσό που συμφώνησαν και έφυγε από την πόλη, δήθεν με άδεια, αλλά δε γύρισε ποτέ πίσω. Τα χρήματα που τσέπωσε ήταν αρκετά για να του ανοίξουν το δρόμο στην καθώς πρέπει κοινωνία των Αθηνών. Με τα φτωχαδάκια τής επαρχίας δεν υπήρχε περίπτωση να πετύχουν τα μεγαλεπήβολα σχέδιά του.
Η νεαρή εκείνη κοπέλα δεν έμαθε ποτέ ότι της έκλεψαν ένα από τα παιδιά της. Έφυγε ευχαριστημένη που τελικά όλα πήγαν καλά με το παιδί της και την ίδια. Επίσης ευτυχισμένη έφυγε και η 30χρονη γιατί επιτέλους θα είχε στην αγκαλιά της ένα παιδί, που τόσο λαχταρούσε και δεν μπορούσε να αποκτήσει. Μόνο η Ελένη Σταύρου βυθίστηκε στη θλίψη και στις τύψεις. Λίγα χρόνια μετά παράτησε τα εγκόσμια και φόρεσε το σχήμα της μοναχής, αναζητώντας τη λύτρωση.
«Δεν βρήκα ποτέ τη δύναμη να ομολογήσω στην οικογένεια της νεαρής μητέρας τι συνέβη. Φοβόμουν τόσο πολύ. Το κουβαλώ βάρος στη συνείδησή μου και πίστεψέ με παιδί μου, ο ερχομός σου σήμερα εδώ είναι λύτρωση για μένα. Ελπίζω να είναι και για σένα, τώρα που θα βρεις τους δικούς σου. Τον δίδυμο αδελφό σου. Τα ονόματα των γονιών σου είναι Παύλος και Κατερίνα Παυλίδη. Τον αδελφό σου τον ονόμασαν Κωνσταντίνο. Δεν ξέρω αν έκαναν άλλα παιδιά».
Τα τελευταία λόγια της αδελφής Πελαγίας λάβωσαν την καρδιά του Τζων. Τα πάντα σκοτείνιασαν γύρω του. Η μορφή της Παναγίας με το Χριστό στην αγκαλιά, άλλαξε όψη. Τα καντήλια έσβησαν. Η αδελφή Πελαγία μεταμορφώθηκε σ’ ένα τεράστιο τέρας που για δεύτερη φορά ήθελε να κατασπαράξει ότι είχε μείνει από το κουφάρι του. Ένοιωσε τα χέρια της να τον αγγίζουν και πετάχτηκε πάνω σαν να τον χτύπησε ηλεκτρικό ρεύμα.
«Μη με αγγίζεις!» της φώναξε. «Ξέρεις τι μου είπες μόλις τώρα; Μου είπες ότι η Έλλη Παυλίδου είναι αδελφή μου. Αδελφή μου!» ούρλιαξε αυτή τη φορά. «Η γυναίκα που αγάπησα και κοιμήθηκα μαζί της είναι αδελφή μου! Ακούς;»
Η γερόντισσα έβγαλε μια ξέπνοη κραυγή και σωριάστηκε στο πάτωμα. Ο Τζων απέμεινε ως στήλη άλατος, μη μπορώντας να αντιδράσει. Το μυαλό του είχε μπλοκάρει. Ξαφνικά άρχισε να κάνει κύκλους γύρω από το κουφάρι της άψυχης γερόντισσας και να κλαίει με μαύρο δάκρυ. Κάποια στιγμή στράφηκε προς την ωραία πύλη, σήκωσε τα χέρια ψηλά και αναφώνησε:
«Γιατί Θεέ μου γιατί; Πως θα ζήσω μ’ αυτό το βάρος;»
Για μια στιγμή του φάνηκε πως είδε το εικόνισμα της Παναγίας δακρυσμένο. Έπεσε στα γόνατα και άρχισε να κλαίει με λυγμούς ζητώντας το έλεός της. Η ψυχική του φόρτιση ξεπέρασε τις ανθρώπινες δυνάμεις του. Σωριάστηκε λιπόθυμος μπρος στην Ωραία Πύλη. Εκεί τους βρήκαν λίγο αργότερα ο Παυλικιανός και η Ηγουμένη.
Στην επιστροφή με το αυτοκίνητο ο Τζων ήταν αμίλητος. Το ίδιο και ο δικηγόρος Παυλικιανός. Στο τέλος της διαδρομής ο Τζων έδωσε στον Παυλικιανό μια επιταγή με ένα αρκετά υψηλό ποσό για τις υπηρεσίες του και του ζήτησε να ξεχάσει την υπόθεση. Ο Παυλικιανός βλέποντας τον Τζων καταρρακωμένο αρνήθηκε να την παραλάβει. Οι φωνές και τα ουρλιαχτά του, που ήχησαν σ’ ολόκληρο το μοναστήρι, τον είχαν συγκλονίσει. Αν και τα μάτια του είχαν δει πολλά και στον επαγγελματικό του χώρο δεν είχαν θέση οι συναισθηματισμοί, στην περίπτωση αυτή τα πράγματα ήταν διαφορετικά.
«Η ζωή παίζει τραγικά παιχνίδια» σκέφτηκε και αναθεμάτισε όλους αυτούς που έπαιξαν με τις ζωές αθώων παιδιών. Υποσχέθηκε στον εαυτό του να μην αναλάβει ξανά τέτοιου είδους υποθέσεις. Απ’ ότι κατάλαβε, η Ηγουμένη πρέπει να ήταν πλήρως ενημερωμένη για το μεγάλο μυστικό της αδελφής Πελαγίας, γιατί όταν έτρεξαν μέσα στο ναό, μετά τις φωνές και τα ουρλιαχτά του Τζων και τον βρήκαν λιπόθυμο δίπλα στην ξέπνοη αδελφή Πελαγία, η Ηγουμένη άρχισε αμέσως τις προσευχές για τη σωτηρία της ψυχής της «χιλιοβασανισμένης γερόντισσας», όπως την αποκάλεσε, αλλά και για την ψυχή του Τζον τον οποίο χαρακτήρισε «άμοιρο». Στράφηκε δε προς αυτόν και του είπε να συμπαρασταθεί στο φίλο του, γιατί «συνταράχτηκε η ζωή του συθέμελα». Ο ίδιος, μη ξέροντας πώς να αντιδράσει προτίμησε να σωπάσει και να μην εμπλακεί στην εξέλιξη της ιστορίας. Μετά από μήνες όταν αποκάλυψε χωρίς να το επιδιώκει, μέρος της ιστορίας στον Κωστή Παυλίδη, αισθάνθηκε για άλλη μια φορά άβολα.
Την ίδια μέρα ο Τζον επιβιβάστηκε στην πρώτη πτήση που βρήκε διαθέσιμη και έφυγε χωρίς να γυρίσει στιγμή το κεφάλι του προς τα πίσω. Δεν υπήρχε τίποτε στο χθες που θα ήθελε να θυμάται.
«Όλα είναι ένα κακόγουστο όνειρο. Από στιγμή σε στιγμή θα ανοίξω τα μάτια μου και θα εξαφανιστούν οι δαίμονες», έλεγε και ξανάλεγε στον εαυτό του, αλλά δεν έλεγε να ξυπνήσει… Οι δαίμονες ήταν εκεί, είχαν κυριεύσει τη ζωή του.
Για άλλη μια φορά η ζωή τον τιμώρησε αλύπητα. Έμαθε ότι ήταν υιοθετημένος κι όταν ανακάλυψε ότι είχε αδέλφια, πριν καλά-καλά προλάβει να χαρεί, γκρεμίστηκαν όλα γύρω του.
Πάντα πίστευε ότι τα μυθιστορήματα έπλαθαν τραγικές ιστορίες για να προσελκύουν το ενδιαφέρον των αναγνωστών, τώρα όμως διαπίστωσε ότι οι ιστορίες της ζωής δεν είναι μόνο τραγικές, αλλά μπορούν μερικές φορές να γίνουν και καταστροφικές.

 

5

 

Η επιστροφή στο μικρό διαμέρισμά της, στον τελευταίο όροφο του ξενοδοχείου, ήταν για την Έλλη μια από τις καλύτερες και πιο ευχάριστες στιγμές. Την περίμενε πάντα καθαρό και συμμαζεμένο. Τη διακόσμηση την είχε επιμεληθεί η ίδια. Ήταν λιτή, προσαρμοσμένη στις ανάγκες της. Ήταν ουσιαστικά ένας ενιαίος χώρος τον οποίο είχε χωρίσει στη μέση με μια βιβλιοθήκη διπλής όψεως. Στη μια μεριά του δωματίου, εκεί που ήταν και το τζάκι, είχε τοποθετήσει ένα γραφείο και ένα μικρό σαλονάκι, ενώ στον υπόλοιπο χώρο είχε βάλει ένα διπλό σιδερένιο κρεβάτι και μια ντουλάπα. Μπροστά από το παράθυρο που είχε θέα στο άλσος, υπήρχε μια κουνιστή πολυθρόνα. Ήταν γι’ αυτήν ο μικρός της παράδεισος. Ήταν η κιβωτός της μετά τις δεκάδες περιπλανήσεις της ανά τον κόσμο. Μόνο που τώρα για έναν παράξενο λόγο, το έβρισκε λίγο μουντό, πιο θλιμμένο και βαρύ, λίγο σαν τη διάθεσή της. Κάθισε μηχανικά στην πολυθρόνα απέναντι από το γραφείο της περιμένοντας ν’ ακούσει όλα αυτά που δεν ήταν όπως τα ήξερε… Ο Κωστής αφού έβαλε δύο ποτά κάθισε κι αυτός στο διθέσιο καναπέ απέναντί της.
«Λοιπόν Κωστή; Τι είναι αυτά που δεν ξέρω και πρέπει να μάθω;» είπε πρώτη η Έλλη σπάζοντας τη σιωπή.
«Δε μου είναι εύκολο να μιλήσω Έλλη, ειλικρινά σου λέω. Και το χειρότερο είναι ότι δεν ξέρω από πού ν’ αρχίσω. Απ’ αυτά που έμαθα πριν λίγες μέρες ή απ’ αυτά που ξέρω 35χρόνια τώρα», είπε τελικά ο Κωστής.
«Τι είναι αυτά που λες Κωστή! Ξέρεις κάτι εδώ και 35 χρόνια και δε μου το έχεις πει μέχρι σήμερα; Και ποια σχέση έχει αυτό που ξέρεις εδώ και 35 χρόνια, όπως λες, με τον Τζων;», είπε εκνευρισμένη η Έλλη.
«Ηρέμησε σε παρακαλώ, μην κάνεις τα πράγματα πιο δύσκολα. Θέλω να φανείς δυνατή», της είπε αποφεύγοντας να την κοιτάξει στα μάτια.
«Κωστή, για όνομα του Θεού, μη παίζεις άλλο με την υπομονή μου. Μίλα!»
«Άκουσέ με προσεκτικά και σε παρακαλώ μη με διακόψεις καθόλου. Είναι κάποια πράγματα που πρέπει να σου τα πω και όπως σου είπα πριν λίγο, δεν μού είναι εύκολο. Πίστεψέ με! Δεν θα το έκανα αν δεν άλλαζαν τα δεδομένα. Τελικά η ζωή μάς παίζει περίεργα παιχνίδια. Άκουσέ με προσεκτικά.
Πριν από 35 περίπου χρόνια εγώ θα ήμουν τότε 15 χρονών, συνέβη ένα περίεργο περιστατικό στο σπίτι μας. Ο πατέρας μας ήταν επίτροπος στην εκκλησία όπως ξέρεις. Μια μέρα λοιπόν πήγε εκεί μια νεαρή κοπέλα για να ζητήσει ελεημοσύνη. Ο πατέρας την λυπήθηκε και την έφερε στο σπίτι για να ξεκουραστεί. Ήταν έγκυος η κοπέλα. Η μητέρα τής έβαλε να φάει και τής έδωσε καθαρά ρούχα. Τότε αυτή με δάκρυα στα μάτια άρχισε να τους διηγείται την ιστορία της. Εγώ την κοιτούσα σαν μαγεμένος. Ήταν τόσο όμορφη! Ο πατέρας βλέποντας πώς την κοιτούσα, σηκώθηκε με πήρε και βγήκαμε έξω. Μου είπε να πάω να παίξω μπάλα με τους φίλους μου, «Αυτά δεν είναι για την ηλικία σου» μου είπε. Δεν μπορούσα να κάνω και διαφορετικά. Το μόνο που θυμάμαι από την κοπέλα αυτή, είναι η απίστευτη ομορφιά της. Δεν έμαθα ποτέ την ιστορία της, το πως βρέθηκε στα μέρη μας ή από πού ήταν.
Μετά από αρκετές ώρες, είδα τον μπαμπά να βγαίνει από το σπίτι και να πηγαίνει στο σπίτι της κυρά μαμής. Έκανα να τον ακολουθήσω μα με σταμάτησε και πάλι. Μου είπε να πάω αμέσως στο σπίτι του θείου Παναγή να φωνάξω τη θεία Μέλπω, να της πω να έρθει στο σπίτι μας. Πήγα να διαμαρτυρηθώ, αλλά ο πατέρας εκνευρισμένος μου είπε «Κάνε αυτό που σου λέω και μη ρωτάς πολλά. Δεν είναι η ώρα κατάλληλη. Τρέχα». Τι να έκανα κι εγώ, έτρεξα όσο πιο γρήγορα μπορούσα στον πάνω μαχαλά να φωνάξω τη θεία Μέλπω. Λαχανιασμένος και με την αγωνία ότι κάτι κακό συνέβη στην κοπέλα που ήρθε αναπάντεχα στο σπίτι μας, άρχισα να λέω αρλούμπες στη θεία, η οποία σαστισμένη με την ταραχή μου πίστεψε ότι κάτι σοβαρό μας συνέβαινε. Έριξε ένα σάλι στην πλάτη της, με πήρε και κατηφορίσαμε. Σαν φτάσαμε, έκανα να μπω μαζί της μέσα να δω τι γίνεται, αλλά ο μπαμπάς μπάστακας έξω στην πόρτα μού έκοψε τη φόρα. «Δεν είναι αυτά για τους άνδρες, ακολούθησέ με», μού είπε αυστηρά και τραβήξαμε για τον καφενέ που δεν απείχε πολύ. Στο σπίτι εν τω μεταξύ παρατηρούσα μια μεγάλη κινητικότητα. Ο πατέρας κοιτούσε κι αυτός προς τα κει γεμάτος αγωνία. Κάποια στιγμή ήρθε η θεία Μέλπω και φώναξε τον πατέρα. Εκείνος γύρισε και μου είπε να μείνω εκεί. Διαμαρτυρήθηκα και πάλι, αλλά άδικα. Όταν τον είδα να μπαίνει στο σπίτι, δεν άντεξα άλλο, έτρεξα και κρύφτηκα στο πίσω μέρος της αυλής. Εκεί υπήρχε ένα μικρό παράθυρο απ’ όπου μπορούσα να δω τι γίνεται μέσα στην κουζίνα, αν και δεν άκουγα καθαρά. Μόνο κάτι μισόλογα, «…το δύσμοιρο το κορίτσι…» και κάτι κλάματα που δεν ήταν όμως μεγάλου ανθρώπου, αλλά ενός μωρού».
«Ποιο ήταν αυτό το μωρό Κωστή, σε εξορκίζω μίλα. Άσε τα μισόλογα», είπε με έντονο ύφος η Έλλη διαισθανόμενη την καταιγίδα των αποκαλύψεων που θα ακολουθούσαν.
Ο Κωστής κατέβασε και πάλι το κεφάλι.
«Σε εξορκίζω αδελφέ μου μίλα, θα μου σαλέψει! Τι είναι αυτό που θέλεις να μου πεις;», φώναξε αυτή τη φορά η Έλλη και πετάχτηκε όρθια.
«Ηρέμισε κορίτσι μου, θα σου πω όλα όσα ξέρω, αλλά μη φωνάζεις. Δεν είμαι ούτε εγώ καλά. Πίστεψέ με».
Νεκρική σιγή έπεσε για μερικά δευτερόλεπτα μέσα στο δωμάτιο. Η Έλλη βλέποντας τον αδελφό της να τα έχει χάσει, πήγε και κάθισε κοντά του, τον αγκάλιασε τρυφερά και τον φίλησε στο μάγουλο. Ο Κωστής ήταν μούσκεμα στον ιδρώτα και τα χέρια του έτρεμαν. Προς στιγμήν φοβήθηκε μην πάθει τίποτα.
«Αδελφέ μου, ότι κι αν είναι αυτό που θέλεις να μου πεις, να ξέρεις ότι σ’ αγαπώ και θα σ’ αγαπώ πάντα, πιο πολύ κι απ’ τη ζωή μου», του είπε τελικά, προσπαθώντας να του δώσει κουράγιο να συνεχίσει.
Δάκρυα άρχισαν να κυλούν από τα μάτια του Κωστή, δάκρυα που μετατράπηκαν γρήγορα σε λυγμούς. Και μετά σιωπή… Βουβός πόνος. Απ’ αυτούς που κρύβουν μέσα τους χιλιάδες αναπάντητα γιατί. Και γιατί άραγε να απαντηθούν; Μήπως έχουν να προσθέσουν κάτι καλό, κάτι ευχάριστο; Ποτέ τα καλά φυλαγμένα μυστικά δεν κρύβουν χαρές. Ποτέ τίποτα καλό δεν μένει στο σκοτάδι. Εκεί ανήκουν οι κατάρες της ζωής, όχι η ευτυχία.
«Κωστή, τι άλλο ξέρεις γι’ αυτή τη γυναίκα;», ρώτησε η Έλλη με τρεμάμενη φωνή, μετά από ώρα.
«Μακάρι να μη χρειαζόταν να μιλήσω. Μακάρι να μην έπεφτε σε μένα αυτό το φορτίο. Οι γονείς μας μου ζήτησαν να μην πω ποτέ τίποτα σε κανέναν. Να σ’ αγαπώ και να σε φροντίζω. Έδωσα το λόγο μου και θα τον κρατούσα μέχρι να έκλεινα τα μάτια μου, αλλά έτσι όπως ήρθαν τα πράγματα δεν μπορώ να μη μιλήσω. Θα σου πω όλα όσα ξέρω. Δεν είναι πολλά και ίσως να μη βοηθήσουν σημαντικά. Ωστόσο θα γνωρίζεις πια όλη την αλήθεια και προσωπικά πιστεύω ότι πρέπει να τη γνωρίζεις», της είπε.
Γέμισε για άλλη μια φορά το ποτήρι του με ποτό και αφού το ήπιε μονορούφι συνέχισε.
«Τρεις μήνες μετά το γεγονός, οι γονείς μας πούλησαν ότι είχαν και δεν είχαν στο χωριό και κατεβήκαμε στην πόλη. Σταδιακά ξέκοψαν τα πολλά-πολλά με τους χωριανούς μας. Δεν ήθελαν να μάθεις ποτέ την αλήθεια, για να μην πληγωθείς. Ήσουν δώρο Θεού γι’ αυτούς. Σ’ αγάπησαν περισσότερο και από μένα, που είμαι το βιολογικό τους παιδί. Δεν ξέρω τι έκαναν με τα χαρτιά και πως σου έδωσαν το επίθετό μας. Εξάλλου, ήταν κάτι που δε με απασχόλησε ποτέ. Από την πρώτη στιγμή σ’ αγάπησα. Ήσουν τόσο γλυκιά και όμορφη, ίδια η μητέρα σου, τη μορφή της οποίας ποτέ δεν μπόρεσα να σβήσω από τη μνήμη μου. Και πως θα μπορούσα άλλωστε αφού καθημερινά έβλεπα εσένα και ήταν σαν να έβλεπα εκείνη. Έλλη μου, μονάκριβη αδελφή μου, συγχώρεσέ με που αναστατώνω τη ζωή σου. Πίστεψε με, θα κρατούσα τον όρκο που έδωσα στους γονείς μας μέχρι το τέλος της ζωής μου, αν δεν συνέβαινε…»
Νέα διακοπή, νέοι αναστεναγμοί από τον Κωστή. Το ουίσκι στο μπουκάλι κόντευε να φτάσει στον πάτο και τα μάτια του ήταν πια κατακόκκινα από το κλάμα. Η ψυχή του είχε γίνει ένα κουβάρι και η Έλλη αναζητούσε στα μάτια του την άκρη του νήματος…
«Αν δεν συνέβαινε τι, Κωστή;», τον προέτρεψε η Έλλη. Οι δυνάμεις της είχαν ήδη αρχίσει να την εγκαταλείπουν. Από τη μια δεν ήθελε να μάθει τίποτε περισσότερο και απ’ την άλλη ρωτούσε, αν και ήξερε ότι αυτό που θα άκουγε θα αναστάτωνε τη ζωή της. Το έβλεπε στην έκφραση του προσώπου του. Και σίγουρα αυτό που είχε να της πει δεν ήταν μόνο η αποκάλυψη της υιοθεσίας της. Υπήρχαν κι άλλα μυστικά, καλά κρυμμένα, όλα αυτά τα χρόνια. Μυστικά που η ίδια η ζωή τα ξέθαβε.
«Μίλησέ μου αδελφέ μου, βγάλτο από μέσα σου αυτό που σε βασανίζει», του είπε όσο πιο τρυφερά μπορούσε και με όση δύναμη της είχε απομείνει.
Ο Κωστής που συνεχώς αναστέναζε, τελικά πήρε την απόφαση να μιλήσει. Έκλεισε στις τρεμάμενες παλάμες του τα χέρια της αδελφής του, τα φίλησε τρυφερά και κοιτάζοντάς την στα μάτια της είπε ψιθυριστά.
«Θα τα αντιμετωπίσουμε όλα μαζί, έτσι δεν είναι;»
Εκείνη με βουρκωμένα μάτια, κούνησε καταφατικά το κεφάλι.
«Πριν από μερικές μέρες βρέθηκα σε μια παρέα όπου γνώρισα το δικηγόρο τον Παυλικιανό. Είπαμε διάφορα και κάποια στιγμή άρχισε να με ρωτά για τον Τζων. Παραξενεύτηκα. Τον ρώτησα από πού τον ήξερε, πώς γνωρίστηκαν, αλλά κυρίως τον λόγο. Του έκανε μεγάλη εντύπωση που δε γνώριζα τίποτα. Δίστασε να συνεχίσει, αλλά μετά τις πιεστικές ερωτήσεις που του έκανα μου αποκάλυψε ότι ο Τζων είχε έρθει στην πόλη μας αναζητώντας τους βιολογικούς του γονείς».
«Ναι Κωστή, αυτό το ήξερα» τον διέκοψε η Έλλη.
«Το ήξερες; Δηλαδή ξέρεις και ποιοι είναι…;», είπε με δισταγμό αυτή τη φορά ο Κωστής
«Όχι, όχι, δε μου ανέφερε ποτέ τίποτε για την πορεία των ερευνών του. Όπως ξέρεις, η σχέση που είχαμε αναπτύξει, εξ αρχής ήταν προβληματική. Αυτός αμφιταλαντευόταν ανάμεσα στα θέλω του και τα πρέπει. Από τη μια ήθελε να κάνει ένα νέο ξεκίνημα μαζί μου και από την άλλη σκεφτόταν τη γυναίκα του, τα παιδιά του και τον κοινωνικό του περίγυρο… Πολύ αμφιβάλω αν τελικά έλεγε αλήθεια ότι ήταν σε διάσταση. Όλο ερχόταν και έφευγε από τη ζωή μου αναστατώνοντάς με, μέχρι που τελικά άνοιξε η γη και τον κατάπιε. Αλλά ας μην αλλάζουμε θέμα. Αυτά είναι ήδη γνωστά.»
Ο Κωστής ξεροκατάπιε.
«Έτσι εξηγούνται όλα...»
«Έμαθε τελικά ποιοι είναι οι γονείς του;», ρώτησε όλο περιέργεια η Έλλη.
Ο Κωστής απλά κούνησε θετικά το κεφάλι.
«Και ποιοι είναι; Με το τσιγκέλι θα σου τα βγάλω βρε παιδί μου; Τι ψυχοβγάλτης που είσαι;», είπε αγανακτισμένη η Έλλη.
«Κοίτα, αυτό που θα σου πω, θα σε σοκάρει. Γι’ αυτό με βλέπεις έτσι. Εγώ όταν το άκουσα λιποθύμησα από την ταραχή μου. Έχω και την καρδιά μου… είδαν και έπαθαν να με συνεφέρουν».
«Κωστή, όχι άλλο θρίλερ. Τι το τρομερό πια; Ποιοι είναι οι γονείς του; Μίλα επιτέλους!»
«Ο Παυλικιανός μου είπε ότι σύμφωνα με τα στοιχεία και την έρευνα που έκανε, βιολογικοί γονείς του Τζων είναι ο Παύλος και η Κατερίνα».
«Ποιος Παύλος και ποια Κατερίνα; Οι γονείς μας; Χριστέ μου…! Θα το πάθω το εγκεφαλικό, δεν το γλυτώνω. Μα πως είναι δυνατόν; Θα έγινε λάθος. Πως είναι βέβαιος ο Παυλικιανός; Έγινε εξέταση DNA; Τι είναι αυτά που μου λες τώρα;», ξέσπασε η Έλλη μη πιστεύοντας όσα άκουγαν τα αυτιά της. Άρχισε να ουρλιάζει και να χτυπιέται, σα θεριό ανήμερο.
«Έκανα σχέση με τον αδελφό μου; Αυτό μου λες τώρα!», ήταν η τελευταία της κουβέντα πριν σωριαστεί στο πάτωμα λιπόθυμη.
Η Φρόσω, που όλη την ώρα πηγαινοερχόταν στο διάδρομο έξω απ’ το δωμάτιο της Έλλης, ακούγοντας τις σπαρακτικές κραυγές της δεν άντεξε άλλο, άνοιξε την πόρτα και μπήκε μέσα στο δωμάτιο. Έριξε μια γρήγορη ματιά στο Κωστή για να δει αν είναι καλά. Όταν τον είδε να της γνέφει με το κεφάλι θετικά, στράφηκε προς την Έλλη. Την πήρε αγκαλιά, της χάιδεψε τα μαλλιά, και σκούπισε τα δάκρυα που χαράκωναν το χλωμό της πρόσωπο. Η αγκαλιά της Φρόσως πάντα ήταν βάλσαμο για την Έλλη, από τότε που ήταν παιδιά.
«Κωστή, φέρε γρήγορα νερό, να τη συνεφέρουμε!», είπε η Φρόσω απευθυνόμενη στον άνδρα της που τα είχε χαμένα.
«Έλλη μου… Έλλη μου… άμοιρο κορίτσι μου, κοίτα με… μ’ ακούς;», είπε όλο αγωνία η Φρόσω.
Η Έλλη άνοιξε τα μάτια της, κοίταξε τη Φρόσω, μα το βλέμμα της ήταν χαμένο, ξεχασμένο κάπου στο χθες, ίσως στα χρόνια τα καλά, εκεί που η αγάπη και η ευτυχία ήταν αδιαμφισβήτητες.
«Έλλη μου, κοίταξέ με στα μάτια», είπε με επιτακτικό τόνο αυτή τη φορά η Φρόσω.
Η Έλλη σαν τρομαγμένο πουλί γαντζώθηκε πάνω της και ικετευτικά στύλωσε τα μάτια στα δικά της.
«Έλλη μου, ο Τζων δεν είναι αδελφός σου. Καταλαβαίνεις τι σου λέω; Ηρέμησε σε παρακαλώ!»

 

Μετά από εκείνη την τρομακτική νύχτα του Μάρτη, που έμελε να αλλάξει τη ζωή τριών ανθρώπων, μετά την αποκάλυψη των καλά θαμμένων επί χρόνια μυστικών, η Έλλη κλείστηκε στον εαυτό της. Δεν έβγαινε από το δωμάτιό της παρά μόνο αν ήταν απόλυτη ανάγκη. Τις πρώτες μέρες είχε πέσει σε λήθαργο. Δεν τρεφόταν σχεδόν καθόλου, παρά τις επίμονες προσπάθειες της Φρόσως. Βρισκόταν στα πρόθυρα της κατάθλιψης. Ούτε φυσικά και ο Κωστής ήταν σε καλύτερη κατάσταση. Οι υποχρεώσεις όμως της δουλειάς τον κρατούσαν ενεργό. Μέσα σ’ όλες τις έννοιές του, πιο πολύ τον βασάνιζε η κατάσταση της Έλλης. Έπρεπε να συνέλθει, διαφορετικά θα μαράζωνε κλεισμένη μέσα σ’ ένα δωμάτιο. Είχε και ένα παιδάκι που μεγάλωνε και αυτή ουσιαστικά απουσίαζε από τη ζωή του. Από την άλλη, το ενδεχόμενο να είχε έναν αδελφό, τον γέμιζε χιλιάδες ερωτηματικά. Πως, που, πότε και γιατί ο ίδιος δεν είχε καταλάβει τίποτα; Σίγουρα θα ήταν μεγαλύτερος. Κι απ’ την άλλη, θα έδιναν οι γονείς του το πρώτο τους παιδί για υιοθεσία; Αυτοί έκαναν σαν τρελοί να υιοθετήσουν ένα ξένο! Κάτι περίεργο συνέβαινε! Ο Παυλικιανός ήξερε… αλλά δεν ήθελε να τον ρωτήσει, για να μη δώσει τροφή σε σχόλια. Όπως και να είχε, έπρεπε να βρει τον Τζων και να μάθει από τον ίδιο την αλήθεια. Αν ήταν πραγματικός αδελφός του, τον ήθελε στη ζωή του. Πενήντα χρόνια χωρίς την παρουσία του ήταν ήδη πολλά, δεν ήθελε να προστεθούν κι άλλα. Έπρεπε πάση θυσία να τον βρει. Αλλά πως; Δεν είχε κάποιο τηλέφωνό του και η Έλλη του είχε πει ότι το νούμερο με το οποίο επικοινωνούσαν ήταν απενεργοποιημένο. Πιθανόν να το άλλαξε στην προσπάθειά του να κόψει κάθε επαφή μαζί τους. Στον τηλεφωνικό κατάλογο του ΟΤΕ δεν υπήρχε καμία καταχώριση στο όνομα Τζων Μπράουν. Τους είχε πει ότι ήταν σύμβουλος σε κάποια μεγάλη Αμερικανική πολυεθνική εταιρεία και ότι ταξίδευε συχνά για δουλειές στην Ελλάδα και στην Γερμανία. Το μόνο που μπορούσε να κάνει, χωρίς να είναι και βέβαιος ότι θα είχε αποτέλεσμα, ήταν να αρχίσει να ψάχνει πόσες και ποιες πολυεθνικές, Αμερικανικών συμφερόντων, είχαν κύκλο εργασιών στην Ελλάδα και στην Γερμανία. Έτσι άρχισε να «χτυπά» πόρτες. Δεν ήταν και εύκολη δουλειά, αλλά δεν υπήρχε και άλλος τρόπος.
Οι μήνες κυλούσαν βασανιστικά αργά. Πέρασε η άνοιξη, ήρθε το καλοκαίρι και επιτέλους η Έλλη άρχισε να παρουσιάζει σημάδια βελτίωσης. Όλη την ημέρα την περνούσε διαβάζοντας και γράφοντας. Γνωστοί, φίλοι και συγγενείς, νόμιζαν ότι έλειπε σε κάποιο ταξίδι καθώς δεν καθόταν ποτέ σ’ ένα μέρος, για αρκετό καιρό. Κανείς δεν έμαθε για το δράμα που βίωνε η οικογένεια Παυλίδη. Ο Κωστής φρόντιζε να περνά κάποια βράδια μαζί της, χωρίς όμως ποτέ να θίξει το θέμα της υιοθεσίας της, ούτε και πρόφερε ποτέ το όνομα του Τζων. Έκαναν και οι δύο σαν να μην είχε συμβεί ποτέ τίποτε. Σαν να μη γνώριζαν την αλήθεια.
Δεν της είπε ούτε και για τις ενέργειες που έκανε προσπαθώντας να εντοπίσει τον Τζων, αλλά ούτε κι αυτή τον ρώτησε ποτέ τίποτα. Ο μόνος τρόπος για να κλείσει τις πληγές της ήταν να μην τις σκαλίζει! Δεν ίσχυε όμως το ίδιο και για τον Κωστή, που μέρα με τη μέρα γιγάντωνε μέσα του η επιθυμία να βρει τον Τζων και να μάθει απ’ αυτόν όλη την αλήθεια.
Μετά από πολύμηνες προσπάθειες άναψε ένα φως στο τούνελ της αναζήτησής του. Είχε καταφέρει να βρει την εταιρεία στην οποία δούλευε ο Τζων, αλλά όχι τον ίδιο. Τον ενημέρωσαν ότι είχε αποτραβηχτεί από την εταιρεία και ότι κατοικούσε σε μια πόλη της πρώην Ανατολικής Γερμανίας.
Ο Κωστής είχε πλέον στα χέρια του τα στοιχεία που ήθελε. Διεύθυνση και τηλέφωνο. Παρά το γεγονός ότι ο Τζων είχε ζητήσει από την εταιρεία του να μη δώσουν πληροφορίες σε κανέναν, όποιος κι αν ήταν αυτός, ο Κωστής με διάφορα τεχνάσματα κατάφερε να πάρει τις πληροφορίες που ήθελε. Απέμενε η διοργάνωση της αποστολής που θα έβαζε ένα τέλος στο μαρτύριο και των τριών τους.
Ήταν τέλη Ιουλίου όταν πήρε τη μεγάλη απόφαση να ταξιδέψει μέχρι το Ρόστοκ της Γερμανίας, για να συναντήσει τον Τζων και να μάθει από τον ίδιο όλη την αλήθεια, αλλά και για να του ανακοινώσει ότι η Έλλη δεν είναι αδελφή τους. Ζήτησε την κατανόηση της Φρόσως που θα την άφηνε για μια εβδομάδα μόνη της στο ξενοδοχείο, σε μια περίοδο αυξημένης κίνησης και από την Έλλη ζήτησε να κάνει μια υπέρβαση και να βοηθήσει τη Φρόσω όσο καιρό θα έλειπε, για το δήθεν επαγγελματικό του ταξίδι. Ήταν μια καλή αφορμή για να βγάλει το «ποντικάκι» από την τρύπα του και ω! του θαύματος, το δόλωμα έπιασε…
Η Έλλη δέχθηκε, μετά από πολύμηνη αυτοεξορία στο μικρό διαμέρισμα του τελευταίου ορόφου, να κατέβει στο ισόγειο, αρκετά χλωμή αλλά και φοβερά αδυνατισμένη.
«Έγινε το πρώτο βήμα», σκέφτηκε η Φρόσω, «απομένει τώρα να διαβούμε το δρόμο. Και ο δρόμος αυτός θα είναι πολύ πιο όμορφος, πολύ πιο βατός». Ήταν σίγουρη γι’ αυτό. Ήταν σίγουρη ότι σύντομα ο Κωστής θα έβρισκε τον Τζων και όλα θα έπαιρναν το δρόμο τους.

 

Το ταξίδι ήταν αρκετά κουραστικό για τον Κωστή, όχι τόσο λόγω της μεγάλης απόστασης και των διαφόρων μεταφορικών μέσων που χρειάστηκε να χρησιμοποιήσει μέχρι να φτάσει στο Βαρνεμούντε το τουριστικό θέρετρο στην πρώην Ανατολική Γερμανία, την πόλη όπου κατοικούσε τον τελευταίο χρόνο ο Τζων, αλλά κυρίως λόγω της ψυχολογικής του φόρτισης.
Για πρώτη φορά θα βρισκόταν αντιμέτωπος με τον αδελφό του, κάτω από ιδιόμορφες συνθήκες. Τι θα του έλεγε, πως θα τον δεχόταν; Μήπως δεν θα ήθελε καν να τον δει; Μήπως είχε μετακινηθεί και δε θα τον έβρισκε εκεί; Χιλιάδες σκέψεις περνούσαν από το μυαλό του και εναλλάσσονταν με τις πανέμορφες εικόνες της καταπράσινης πρώην Ανατολικής Γερμανίας που έβλεπε από το παράθυρο του τρένου που θα τον οδηγούσε στο Ρόστοκ. Από εκεί θα έπαιρνε άλλο τρένο με προορισμό το Βαρνεμούντε. Συμβουλεύτηκε για άλλη μια φορά το χάρτη του για να δει που ακριβώς βρισκόταν.
Στις πληροφορίες του ταξιδιωτικού οδηγού, είχε διαβάσει ότι το Βαρνεμούντε ήταν για αιώνες ένα απλό ψαροχώρι, ήσσονος σημασίας για την οικονομική και πολιτιστική ζωή της περιοχής. Μόλις τον 19ο αι. άρχισε να εξελίσσεται σ’ ένα σημαντικό θέρετρο της Βαλτικής Θάλασσας. Σήμερα έχει περίπου 8.500 κατοίκους και η οικονομία της περιοχής εξαρτάται κυρίως από τον τουρισμό.
Μετά από μια διαδρομή περίπου τριών ωρών από το Βερολίνο μέχρι το Βαρνεμούντε και τα δύο τρένα που άλλαξε, ο Κωστής έφτασε στον παράδεισο του Βορρά. Η εικόνα μαγευτική. Με το που πάτησε το πόδι του στη γέφυρα, πάνω από το κανάλι του ποταμού Warnov (Βάρνοφ), εκεί που αράζουν τα κότερα, αλλά και τα παραδοσιακά καΐκια που προσφέρουν στους περαστικούς τοπικές σπεσιαλιτέ, ένοιωσε ότι βρίσκεται σ’ έναν άλλο κόσμο. Δεν ήξερε τι να πρωτοθαυμάσει. Τις αρμονικά στοιχισμένες διώροφες παραδοσιακές κατοικίες κατά μήκος του καναλιού der Alte Strom, τους χιλιάδες τουρίστες που απολάμβαναν τη βόλτα τους ή τον καφέ τους στα πανέμορφα εστιατόρια και κλαμπ, ή τα τεράστια κρουαζιερόπλοια που το ένα μετά το άλλο έμπαιναν και έβγαιναν στο μεγαλύτερο τουριστικό λιμάνι της Γερμανίας;
«Ένας πραγματικά επίγειος παράδεισος», σκέφτηκε ο Κωστής και ακόμη δεν είχε δει τον ήλιο να βουτά στα παγωμένα νερά της Βαλτικής θάλασσας, ούτε το Φάρο που δεσπόζει στην άκρη του λιμανιού από το 1897. Ένας Φάρος ύψους 37 μέτρων που επιτρέπει στους επισκέπτες να απολαμβάνουν την εντυπωσιακή θέα πάνω από τη Βαλτική και τις Βόρειες συνοικίες του Ρόστοκ. Ακριβώς δίπλα του, το δεύτερο διάσημο κτίριο, ορόσημο του Βαρνεμούντε, το Teepott (Τσαγέρα) με την ελαφρώς κυρτή οροφή του, παράδειγμα αρχιτεκτονικής της Ανατολικής Γερμανίας, προσφέρει στους λάτρεις της εκλεκτής κουζίνας μοναδικές γεύσεις.
Οι εικόνες στο Βαρνεμούντε εναλλάσσονται τόσο γρήγορα. Τα παραδοσιακά ξενοδοχεία παρατεταγμένα κατά μήκος της θάλασσας, πέρα από τις ανέσεις κάθε σύγχρονου ξενοδοχείου, προσφέρουν στους επισκέπτες τους μια εκπληκτική θέα, κάθε εποχή του χρόνου.
Η περίπου τριών χιλιομέτρων αμμώδης παραλία, η μεγαλύτερη σ’ ολόκληρη τη Βαλτική, αποζημιώνει τους λάτρεις των θαλάσσιων σπορ, αλλά και όσους θέλουν να δουν ή να παρακολουθήσουν το ηλιοβασίλεμα. Αυτό που επίσης τράβηξε την προσοχή του Κωστή ήταν οι αμέτρητες ξαπλώστρες κατά μήκος της ακτής, που περισσότερο έμοιαζαν με πολυθρόνες βεράντας με τέντα, παρά με τις ξαπλώστρες που χρησιμοποιούμε στις δαντελένιες παραλίες της Ελλάδας.
Αν και ο σκοπός της επίσκεψης του Κωστή στο Βαρνεμούντε ήταν άλλος, η απαράμιλλη ομορφιά τής περιοχής, για την οποία ποτέ δεν άκουσε τίποτε να αναφέρουν φίλοι και γνωστοί που επισκέφτηκαν τη Γερμανία, είτε ως τουρίστες, είτε ως μετανάστες, απέσπασε την προσοχή του. Εξάλλου είχε αρκετό ακόμη χρόνο στη διάθεσή του για να βρει που έμενε ο Τζων. Στη Βαλτική ο ήλιος αργεί πολύ να δύσει, ενώ οι νύχτες είναι ιδιαίτερα φωτεινές.
Η διεύθυνση που είχε στα χέρια του έγραφε Seestrasse και δεν ήταν καθόλου δύσκολο να τη βρει. Ήταν η παραλιακή οδός και το σπίτι του Τζων βρισκόταν απέναντι από τους αμμόλοφους, ακριβώς πάνω στην παραλία όπου έκαναν περίπατο τους οι ντόπιοι, αλλά και οι τουρίστες με θέα το λιμάνι, το φάρο και το απέραντο γαλάζιο της θάλασσας.
«Καλοπερασάκιας ο αδελφός μου» σκέφτηκε ο Κωστής βλέποντας που έμενε ο αδελφός του, ο οποίος προφανώς δεν είχε οικονομικό πρόβλημα, αλλά και από την άλλη δεν πήρε και τα βουνά, απελπισμένος από τις πρόσφατες αποκαλύψεις…
«Μπορεί να κρύφτηκε από μας, όχι όμως και από τη ζωή» σκέφτηκε ο Κωστής. «Μπορεί να μένει εδώ με την οικογένειά του; Αυτό το ενδεχόμενο δεν το είχα σκεφτεί! Μήπως τελικά έκανα λάθος που ήρθα απρόσκλητος και δεν επιχείρησα να του μιλήσω πρώτα στο τηλέφωνο;» Οι αμφιβολίες δηλητηρίασαν τη σκέψη του. Η διάθεσή του επιφορτίστηκε αρνητικά. Η ευχάριστη αίσθηση που αποκόμισε πατώντας το πόδι του στην περιοχή, ξαφνικά εξανεμίστηκε. Άρχισαν να το ζώνουν αμφιβολίες.
Ήταν ήδη επτά το απόγευμα. Σκέφτηκε να πάει σ’ ένα ξενοδοχείο να ξεκουραστεί, να σκεφτεί τι πρέπει να κάνει. Να δει, να ρωτήσει ίσως στη γειτονιά να μάθει αν έμενε μόνος του και να επιχειρούσε να τον συναντήσει την επομένη. Ίσως έτσι να ήταν καλύτερα. Από την άλλη ήξερε ότι η αναμονή αυτή θα τον τσάκιζε. Αναποφάσιστος, γεμάτος αμφιβολίες κάθισε σ’ ένα από τα παγκάκια που υπήρχαν στον πεζόδρομο με θέα τη θάλασσα και τηλεφώνησε στη γυναίκα του.
«Αγάπη μου, έφτασα. Έχω όμως ένα πρόβλημα και θέλω την άποψη σου».
«Τι συμβαίνει καρδιά μου; Είσαι καλά;»
«Ναι, ναι μην ανησυχείς για μένα. Είμαι πολύ καλά. Είχα ένα πολύ ωραίο ταξίδι. Άλλο είναι το πρόβλημά μου», είπε ο Κωστής και άρχισε να της εξηγεί τους προβληματισμούς του.
«Κωστή μου, ακόμη και έτσι να είναι, εσύ πρέπει να μάθεις την αλήθεια. Αν είναι με την οικογένειά του όπως υποψιάζεσαι, δε χρειάζεται να κάνεις αναφορά για την Έλλη… Καταλαβαίνεις; Μπορείς όμως να του πεις ότι δεν είναι πραγματική σου αδελφή. Από εκεί και πέρα, αυτός ξέρει τι πρέπει να πει και να κάνει. Εγώ φοβάμαι μήπως δεν είναι μόνο αυτή η αιτία της εξαφάνισής του και είναι και κάτι άλλο που δεν το γνωρίζουμε. Κωστή, μείνε ψύχραιμος και πήγαινε να τον συναντήσεις. Εντάξει;»
Η Φρόσω είχε δίκαιο. Οι λόγοι που οδήγησαν τα βήματά του έξω από το σπίτι του Τζον ήταν πολύ σημαντικοί και κανένας ενδοιασμός δεν έπρεπε να τον κάνει να υποχωρήσει.
Χτύπησε το κουδούνι. Καμία απάντηση. Ξανά χτύπησε, το ίδιο.
«Θα λείπει» σκέφτηκε, «Ελπίζω να είναι κάπου εδώ κοντά και να επιστρέψει μέχρι το βράδυ, διαφορετικά…;»
Κοίταξε προς τη μεριά της θάλασσα. Ο ουρανός καταγάλανος. Χιλιάδες άνθρωποι, κάθε εθνικότητας ήταν ξαπλωμένοι στις σεζλόνγκ απολαμβάνοντας τον ήλιο, αλλά και τη δροσιά των νερών της Βαλτικής.
Ένα τεράστιο κρουαζιερόπλοιο διέσχιζε τη θάλασσα, ενώ δεκάδες άλλα πλοία έμπαιναν και έβγαιναν στο λιμάνι. Κάθισε στην πιο κοντινή προς το σπίτι καφετέρια για να μπορεί να ελέγχει το δρόμο, μήπως και έβλεπε τον Τζων να επιστρέφει στο σπίτι και παρήγγειλε μια δροσερή μπύρα. Αν δεν ερχόταν μέχρι το βράδυ, θα έκλεινε δωμάτιο σ’ ένα από τα διπλανά ξενοδοχεία και θα επιχειρούσε ξανά το πρωί. Θα ρωτούσε και ήταν σίγουρος ότι κάτι θα μάθαινε. Δεν ήταν διατεθειμένος να φύγει για την Ελλάδα άπραγος. Όλο και κάποιος από τα γειτονικά σπίτια θα γνώριζε κάτι. Θα μάθαινε, δεν είχε καμία αμφιβολία.
Πέρασαν τρεις ώρες και ακόμη ο Τζων δεν είχε φανεί. Η αναμονή αυτή είχε αρχίσει να καταβάλει τον Κωστή. Ήθελε να δώσει τέλος σ’ αυτήν την τραγική ιστορία το συντομότερο δυνατό. Γύρω στις δέκα το βράδυ ξαφνικά αναγνώρισε τη φιγούρα του Τζων μέσα στο πλήθος των ανθρώπων που έκαναν τη βόλτα τους στον πεζόδρομο δίπλα στην παραλία.
«Ευτυχώς», είπε με ανακούφιση ο Κωστής. Πήρε μια βαθιά ανάσα, σηκώθηκε και άρχισε να βηματίζει προς το μέρος του.
Ο Τζων που περπατούσε νωχελικά και με το κεφάλι σκυμμένο σοκαρίστηκε όταν αντιλήφθηκε ότι ο άνθρωπος που του έκοψε το δρόμο ήταν ο Κωστής. Ένοιωσε τα πόδια του να λυγίζουν και την καρδιά του να χτυπά σαν τρελή. Κοίταξε πανικόβλητα δεξιά, αριστερά, για να δει αν ήταν μαζί του και η Έλλη. Όμως δεν την είδε πουθενά. Έμεινε κοκαλωμένος. Δεν μπορούσε να κάνει ούτε ένα βήμα. Δεν μπορούσε να αρθρώσει λέξη. Κι όμως, λαχταρούσε τόσο πολύ να πέσει στην αγκαλιά του αδελφού του, που η ζωή τους χώρισε από την πρώτη στιγμή που είδαν το φως του ηλίου, αλλά και για δεύτερη φορά μετά από 50 χρόνια, λες και μια ανώτερη δύναμη ήθελε να μην αγαπηθούν όπως αγαπιούνται τα αδέλφια, να μη χαϊδέψει ο ένας τον άλλο, να μην ακούσει ο ένας τον πόνο του άλλου, να μη χαρεί ο ένας με τη χαρά του άλλου.
«Και τώρα, τώρα που στέκει απέναντι μου, άγνωστο πως με βρήκε, τι θα πρέπει να κάνω, τι να πω, πώς να δικαιολογηθώ για την εξαφάνιση μου; Και γιατί άραγε έψαξε να με βρει ή μήπως είναι τυχαία η συνάντηση αυτή; Μήπως ήρθε να μου ζητήσει εξηγήσεις; Μήπως έμαθε την αλήθεια; Από την άλλη, αν ήξερε, θα στεκόταν έτσι απέναντι μου χαμογελαστός; Και η Έλλη; Τι κάνει η Έλλη, γιατί δεν είναι μαζί του; Μήπως της συνέβη κάτι; Ω! Θεέ μου, προσπάθησα να εξαφανίσω τα ίχνη μου, αδυνατώντας να αντιμετωπίσω την τραγική πραγματικότητα, και να που τώρα βρίσκομαι και πάλι αντιμέτωπος με τους χειρότερους φόβους μου». Αυτά και πολλά άλλα πέρασαν σαν αστραπή από τη σκέψη του Τζων αντικρίζοντας τον Κωστή μετά από τόσους μήνες.
Ο Κωστής βλέποντας την αμηχανία του Τζων, αλλά και το φόβο που ζωγραφίστηκε στο πρόσωπό του, πήρε την απόφαση να σπάσει πρώτος τη σιωπή, να διαλύσει τις σκοτεινές του σκέψεις, να απαλύνει την πονεμένη του ψυχή. Σίγουρα το βάρος των αποκαλύψεων θα ήταν πολύ βαρύ, για να μπορεί να το σηκώσει μόνος του.
«Τζων!»
«Κωστή!», απάντησε ο Τζων χαμηλώνοντας και πάλι το βλέμμα.
«Κοίτα με στα μάτια. Δεν ήρθα για να σε επικρίνω, δεν ήρθα για να σε φορτώσω με ενοχές. Ήρθα για να ελαφρύνω τον πόνο που ξέρω ότι βαραίνει την καρδιά σου. Ήρθα για να κάνουμε μαζί τα πρώτα βήματα προς το αύριο. Βήματα γεμάτα αγάπη και εκτίμηση. Τα έχω ανάγκη όσο και εσύ. Εσύ απλά γνωρίζεις ένα κομμάτι της ιστορίας και εγώ ένα άλλο. Μόνο όταν το πάζλ ενωθεί, θα λυτρωθούμε όλοι».
Ο Τζων εξακολουθούσε να μην καταλαβαίνει. Ποιες αλήθειες; Ποια κομμάτια της ιστορίας; Υπήρχαν κι άλλα πράγματα που δεν γνώριζε;
«Δεν ξέρω Κωστή αν θέλω να τα μάθω όλα. Αυτά που έμαθα ήταν αρκετά για να μου καταστρέψουν τη ζωή. Το τελευταίο διάστημα άρχισαν να με τρομάζουν οι αποκαλύψεις. Αν αυτό που ήρθες να μου πεις δεν είναι ευχάριστο, δεν θέλω να το ακούσω».
«Έλα έχουμε να πούμε πολλά. Δεν είναι πάντα τα νέα δυσάρεστα», του είπε ο Κωστής απλώνοντας του το χέρι.
Ο Τζων αναθάρρησε και ανταπέδωσε τον χαιρετισμό με ένα μειδίαμα και με μια κίνηση του χεριού τού έδειξε το δρόμο προς το σπίτι. Άνοιξε την πόρτα και κάλεσε τον Κωστή να περάσει μέσα.
«Επιτέλους», είπε γελώντας ο Κωστής, «έχω στεγνώσει τόσες ώρες περιμένοντας στο δρόμο. Ευτυχώς εδώ έχει δροσιά».
«Να φέρω δυο μπύρες;», ρώτησε ο Τζων.
«Δεν θα έλεγα όχι. Ελπίζω να έχεις κάβα, γιατί προβλέπω να μη μας φτάσουν», του απάντησε γελώντας.
Αν και η αμηχανία του Κωστή δεν ήταν λιγότερη απ’ αυτήν του Τζων-επειδή είχε προσχεδιασμένη τη συνάντηση αυτή, ήξερε τι θα πει και με ποια σειρά θα τα πει, σε αντίθεση με τον Τζων που άλλα είχε στο μυαλό του-προσπαθούσε να δείχνει άνετος για να βοηθήσει τον Τζων, απ’ την άλλη όμως η αγωνία για όσα ο αδελφός του θα του αποκάλυπτε, του προκάλεσε ένα κόμπο στο στομάχι. Αυτό όμως που προείχε αυτή τη στιγμή ήταν να μάθει ο Τζων ότι η Έλλη δεν ήταν αδελφή τους. Όλα τα άλλα μετά...
Κάθισαν στο μικρό αλλά άνετο σαλονάκι με τη μεγάλη τζαμαρία που έβλεπε προς τη θάλασσα. Τα διάσπαρτα βιβλία και ρούχα πεταμένα εδώ και εκεί τράβηξαν την προσοχή του Κωστή και χαμογέλασε στη σκέψη ότι τελικά αυτοί οι δυο ταιριάζουν ακόμη και σ’ αυτό.
Ο Τζων σέρβιρε τις μπύρες και ακολουθώντας το βλέμμα τού Κωστή του είπε:
«Συγνώμη για την ακαταστασία. Βλέπεις δε περίμενα επισκέψεις. Για την ακρίβεια τον τελευταίο χρόνο δεν με επισκέπτεται κανείς».
«Ούτε η οικογένειά σου;»
«Ας μη θίξουμε αυτό το θέμα τώρα…»
«Τζων, γνωρίζω ορισμένα πράγματα που εσύ αγνοείς, ιδιαίτερα σημαντικά για εσένα και την Έλλη. Ήρθε η ώρα να τα μάθεις».
«Τι εννοείς»;
«Ήρθα να σε πάρω να γυρίσουμε πίσω στην Ελλάδα».
«Δεν είμαι έτοιμος για κάτι τέτοιο. Και για να είμαι ειλικρινής δεν ξέρω αν θα είμαι ποτέ», είπε ο Τζων.
«Όλα θα αλλάξουν σε λίγα λεπτά, πίστεψέ με. Αρκεί να σου πω αυτά που γνωρίζω».
«Μην κάνεις σαν παιδί Κωστή. Η ζωή μάς αδίκησε και μετά μάς εκδικήθηκε. Πολλές φορές αναρωτήθηκα γιατί, που φταίξαμε;»
«Άκου Τζων, καλές οι φιλοσοφικές κουβέντες και θα έχουμε πολύ χρόνο μπροστά μας για να τις αναπτύξουμε, να συμφωνήσουμε και να διαφωνήσουμε γεμίζοντας το πνεύμα μας. Τώρα πρέπει να πούμε αλήθειες. Και πρώτα απ’ όλα πρέπει να μάθεις εσύ μια αλήθεια που δε γνωρίζεις. Μια αλήθεια που θα τ’ αλλάξει όλα, που θα σε κάνει ευτυχισμένο. Και μετά… μετά θα μου πεις εσύ την αλήθεια που γνωρίζεις. Αυτή που θα κάνει εμένα ευτυχισμένο. Άκου λοιπόν αυτό που έχω να σου πω. Η Έλλη δεν είναι αδελφή μας, είναι υιοθετημένη...»
Η μία μπύρα έφερε την άλλη, μέχρι που τα δυο αδέλφια έχασαν τον έλεγχο. Είχαν να πουν πάρα πολλά και το ποτό βοήθησε να λυθούν οι γλώσσες. Μετέτρεψαν την φεγγαρόλουστη νύχτα του Βορρά σ’ έναν αγώνα δρόμου. Ήθελαν μέσα σε μια νύχτα να καλύψουν τον χαμένο τους χρόνο. Να γνωριστούν καλύτερα. Να μάθει ο ένας για τον άλλο, όσο το δυνατόν περισσότερα. Να λύσουν παρεξηγήσεις, να δώσουν αμοιβαίες υποσχέσεις και να χαράξουν από κοινού πλέον το μέλλον τους. Ήταν φορές που έκλαψαν κι άλλες που γέλασαν, μέχρι να τους βρει το χάραμα εξουθενωμένους από την κούραση και το ποτό.
Ο Τζων είπε στον Κωστή πως έμαθε από την Αδελφή Πελαγία ποιοι ήταν οι πραγματικοί του γονείς, και το σοκ που έπαθε όταν ανακάλυψε ότι είχε ερωτευτεί την αδελφή του. Του είπε ότι αναθεμάτισε την ώρα και τη στιγμή που έμαθε ότι ήταν υιοθετημένος, γιατί αν δεν το μάθαινε οι δρόμοι τους δέ θα είχαν συναντηθεί ποτέ. Δε θα αναγκαζόταν να εγκαταλείψει την Έλλη. Δε θα έτρεχε σαν κυνηγημένο πουλί να κρυφτεί στο Βαρνεμούντε, μακριά από όλο τον κόσμο.
«Όταν μου αποκάλυψε την αλήθεια η αδελφή Πελαγία κόντεψα να τρελαθώ, έχασα τα μυαλά μου! Εκεί που νόμιζα ότι ήμουν μόνος στον κόσμο βρέθηκα με δύο αδέλφια. Κάτω από άλλες συνθήκες θα ήμουν τρισευτυχισμένος. Τώρα όμως έπρεπε να τρέξω να κρυφτώ, να εξαφανιστώ. Κάποια στιγμή μάλιστα θέλησα να βάλω τέλος στη ζωή μου. Ευτυχώς που δε βρήκα τη δύναμη να το κάνω. Ήταν βαρύ το φορτίο, αλλά δεν μπορούσα να το μοιραστώ με κανένα. Μοναδική παρηγοριά μου ήταν ότι εσείς δε γνωρίζατε τίποτα. Δεν ήθελα να πληγωθείτε. Ήξερα βέβαια ότι με την εξαφάνισή μου θα πλήγωνα πάρα πολύ την Έλλη. Αλλά καλύτερα να πληγωνόταν και να με έβριζε που της φέρθηκα μ’ αυτόν τον απαίσιο τρόπο, παρά να μάθαινε αυτό που έμαθα εγώ. Κάποια στιγμή θα με ξεχνούσε και θα συνέχιζε το δρόμο της. Αναγκάστηκα να εγκαταλείψω την καριέρα μου και να έρθω εδώ. Ελάχιστοι άνθρωποι γνωρίζουν την ύπαρξη αυτού του σπιτιού. Το αγόρασα πριν από χρόνια. Είναι το ησυχαστήριο μου. Το καταφύγιο μου σε δύσκολες στιγμές», είπε σχεδόν απολογητικά ο Τζων.
«Αδελφέ μου, συμφωνώ απόλυτα μαζί σου. Είναι ένας επίγειος παράδεισος. Από την αρχή, για να πω την αλήθεια, σκέφτηκα ότι την καλογερική την περνάς με στιλ. Πάντως να ξέρεις, το σπίτι κατάσχετε. Θα πάρω τη Φρόσω και θα έρθουμε οπωσδήποτε!» είπε ευδιάθετα ο Κωστής για να εκτονώσει την φόρτιση της στιγμής. Ύψωσε το ποτήρι του και το τσούγκρισε για άλλη μια φορά με του αδελφού του και συνέχισε «Ξέχνα τα όλα. Τα δύσκολα πέρασαν. Τώρα έχουμε ο ένας τον άλλο και θα παλέψουμε μαζί».
Η τελευταία φράση τού βγήκε αυθόρμητα. «Θα παλέψουμε μαζί αδελφέ μου», του έλεγε σε κάθε δύσκολη στιγμή η Έλλη. Ένοιωσε άβολα και ένα σφίξιμο στην καρδιά. Μπορεί ο Τζων να ήταν αίμα του, μπορεί να ένοιωθε πανευτυχής που τον βρήκε, αλλά και η Έλλη ήταν αδελφή του. Μεγάλωσαν μαζί και της είχε μεγάλη αδυναμία. Έπρεπε να ανοίξει δρόμους επικοινωνίας ανάμεσά τους. Να τους φέρει και πάλι κοντά και να ζήσουν όλοι μαζί ευτυχισμένοι.
«Τζων ότι έγινε, έγινε. Δεν έχει νόημα να τα αναμοχλεύουμε. Να δούμε τι θα κάνουμε από εδώ και πέρα», είπε κάποια στιγμή ο Κωστής.
«Το θέλω όσο τίποτε άλλο αδελφέ μου», του απάντησε ο Τζων «Ξέρω τι σκέφτεσαι. Την οικογένειά μου… Με την γυναίκα μου πήραμε τελικά διαζύγιο. Έτσι κι αλλιώς ο τρόπος ζωής μας, μοιραία θα μας οδηγούσε εκεί. Η Μόνικα έμεινε στην Αμερική μαζί με τα παιδιά. Κρατάμε σ’ ένα καλό επίπεδο τη σχέση μας. Τα αγόρια μεγάλωσαν πια και δείχνουν κατανόηση. Με την πρώην γυναίκα μου εδώ και χρόνια δεν τα πηγαίναμε και πολύ καλά. Τα παιδιά ήταν που μας κρατούσαν μαζί. Εγώ έλειπα συχνά από το σπίτι. Η Μόνικα τα μεγάλωσε σχεδόν μόνη της. Κάποια στιγμή μου ανακοίνωσε ότι ήθελε να χωρίσουμε. Ήθελε στο πλευρό της έναν πραγματικό σύζυγο και όχι έναν χρηματοδότη. Έδειξα κατανόηση. Έτσι κι αλλιώς και τα δικά μου αισθήματα γι’ αυτήν είχαν παγώσει. Τη σέβομαι και την εκτιμώ όμως απεριόριστα, είναι η μάνα των παιδιών μου. Δεν μπορώ να παραβλέψω ότι τα ανέθρεψε σωστά. Μετά ήρθε έτσι αναπάντεχα στη ζωή μου η Έλλη. Την ερωτεύτηκα με την πρώτη ματιά. Οι γεροντοέρωτες είναι πιο δύσκολοι βλέπεις», είπε ο Τζων και έβαλαν και οι δυο τα γέλια.
«Πρέπει λοιπόν να σχεδιάσουμε την επιστροφή σου», είπε ο Κωστής.
«Η Έλλη δε γνωρίζει τίποτα;»
«Αναγκάστηκα να της πω όλη την αλήθεια. Το σοκ που έπαθε ήταν πολύ ισχυρό. Κλείστηκε στον εαυτό της και ποτέ μα ποτέ δε μου ανέφερε τίποτε για σένα, αν και έμαθε ότι δεν είστε αδέλφια. Πιστεύω ότι σ’ αγαπά ακόμη, αλλά το μυαλό της είναι μπερδεμένο μετά την αποκάλυψη και της δικής της υιοθεσίας. Όλη τη μέρα είναι κλεισμένη μέσα στο διαμέρισμά της και γράφει- γράφει, ποιος να ξέρει άραγε τι γράφει… Δεν ξέρω ούτε και εγώ τι πρέπει να κάνω…».
«Θα βρούμε τη λύση. Τώρα που όλα ξεκαθάρισαν μεταξύ μας, θα γυρίσω πίσω και θα της τα εξηγήσω όλα. Πιστεύω να με συγχωρέσει. Αδελφέ μου, την αγαπώ πάρα πολύ. Δε θέλω να τη χάσω!».

6

 

«Φρόσω, αύριο θα λείψω κάποιες ώρες».
«Που θα πας Έλλη μου;»
«Θα πάω μια βόλτα μέχρι το χωριό. Το σκέφτομαι εδώ και πολύ καιρό. Θέλω να ανάψω και ένα κεράκι στον τάφο της μαμάς και του μπαμπά».
«Έλλη μου, δε θέλεις να περιμένεις να γυρίσει ο Κωστής και να πάτε μαζί;»
«Όχι, όχι, Φρόσω μου, είναι κάτι που θέλω να το κάνω μόνη μου. Θα δω και τη θεία Μέλπω. Όσο για τη δουλειά θα γυρίσω πίσω έγκαιρα. Δε θα σ’ αφήσω μόνη. Ξέρω, περιμένουμε και το γκρουπ. Μην ανησυχείς!»
Η Φρόσω δεν μπορούσε να της πει να μη πάει. Κατάλαβε αμέσως τι είχε στο μυαλό της. Το κεράκι και τα υπόλοιπα ήταν ένα πρόσχημα. Δεν μπορούσε να ενημερώσει και τον Κωστή… Δεν ήθελε να τον αναστατώσει. Εξάλλου σε τρεις μέρες θα ήταν πίσω.
«Να έπαιρνα ένα τηλέφωνο στη θεία Μέλπω να την προετοιμάσω; Αλλά πάλι τι να της πω; Μήπως τα κάνω χειρότερα;», αναρωτήθηκε η Φρόσω. «Δυστυχώς το κουτί της Πανδώρας άνοιξε. Και αφού άνοιξε καλό θα είναι να βγουν όλα στο φως. Να αδειάσει από τα μυστικά που μας στοίχειωσαν. Έχουν δικαίωμα να μάθουν την αλήθεια, όποια κι αν είναι αυτή. Όσο κι αν πονέσει. Να αποτινάξουν από πάνω τους τις ενοχές. Η Έλλη πρέπει να μάθει την αλήθεια και ο Κωστής να σμίξει με τον αδελφό του. Σίγουρα δεν έφταιξαν σε τίποτα και οι τρεις τους. Είναι καιρός να βρουν την ευτυχία». Αυτά σκεφτόταν η Φρόσω όση ώρα έλεγχε τις κρατήσεις του γκρουπ των συνέδρων που θα κατέλυαν σε δύο μέρες στο ξενοδοχείο τους.
Την επομένη η Έλλη, νωρίς το πρωί, ξεκίνησε για το χωριό. Οπλίστηκε με όση δύναμη της απέμεινε και ξεκίνησε τον αγώνα αναζήτησης των βιολογικών της γονέων. Ήθελε να μάθει ποια ήταν η γυναίκα που την έφερε στη ζωή και τι ήταν αυτό που την οδήγησε μακριά από το σπίτι της, τον άνδρα της ή τον σύντροφό της.
Όταν ο Τζων της αποκάλυψε το δράμα που βίωνε, του είχε πει ότι αν ποτέ βρισκόταν σε παρόμοια θέση δεν ήταν σίγουρη αν θα επιθυμούσε να αναζητήσει τους βιολογικούς της γονείς. Τώρα όμως που η μοίρα την έφερε στην ίδια θέση μ’ αυτόν, κατανοούσε την βαθύτερη ανάγκη που τον οδήγησε εκεί. Τώρα γνώριζε από πρώτο χέρι τι θα πει να συνθλίβεται ο μέχρι πρότινος υπαρκτός σου κόσμος και στη θέση του να ενθρονίζεται το απόλυτο τίποτα. Είναι το κενό που κυριεύει τη ζωή σου, είναι τα ανεξήγητα και αναπάντητα… «γιατί»; Είναι η λαχτάρα, η ελπίδα, είναι το αίμα που κυλά στις φλέβες σου αναζητώντας τους γεννήτορές σου.
Από τη συνάντησή της με τη θεία Μέλπω ήλπιζε να μάθει κάτι παραπάνω απ’ αυτά που της είχε πει ο Κωστής. Ήταν σίγουρη ότι η θεία Μέλπω γνώριζε ποια ήταν η μητέρα της. Ήταν παρούσα στη γέννησή της, έτσι της είχε πει ο Κωστής.
Η Έλλη είχε να πάει στο χωριό πολλά χρόνια και τώρα που βρισκόταν εκεί όλα της φαινόταν διαφορετικά. Στο σημείο που πίστευε πως ήταν το σπίτι των γονιών της, δεν υπήρχε απολύτως τίποτα. Ούτε καν χαλάσματα. Οι γείτονες το είχαν ισοπεδώσει και το είχαν μετατρέψει σε αυλή. Και η πλατεία του χωριού ήταν αγνώριστη. Ο Δήμος την είχε αναπλάσει και είχε τοποθετήσει ξύλινα παγκάκια και ένα κιόσκι. Η παλιά βρύση από την οποία οι κάτοικοι του χωριού έπαιρναν νερό για τα σπίτια τους είχε ανακαινιστεί και γύρω της είχαν φυτευτεί καλλωπιστικά φυτά. Η εκκλησία πάντως βρισκόταν στο ίδιο σημείο. Καθαρή και περιποιημένη, παρά την παλαιότητά της.
Πάρκαρε το αυτοκίνητό της και κατευθύνθηκε προς την εκκλησία. Τη βρήκε κλειστή. Από μια ηλικιωμένη γυναίκα που καθόταν στο πεζούλι έξω από το σπίτι της, πληροφορήθηκε ότι ο παπάς ερχόταν μόνο δύο φορές το μήνα για να λειτουργήσει τους λιγοστούς κατοίκους του χωριού. Αν παρίστανται ανάγκη, καμιά κηδεία κυρίως, γιατί γάμοι και βαφτίσεις είχαν σταματήσει προ πολλού να γίνονται στο χωριό, τότε του τηλεφωνούσαν κι εκείνος ερχόταν από το γειτονικό κεφαλοχώρι όπου έμενε με την οικογένειά του.
Οι ανάγκες της σύγχρονης ζωής έχουν ερημώσει τα μικρά χωριά. Οι κάτοικοί τους πλέον είναι λιγοστοί ξεχασμένοι γέροντες, κι αυτοί, μέρα με τη μέρα όλο και λιγοστεύουν. Κάποτε ο παππάς, ο δάσκαλος, ο αστυνόμος, ήταν οι κεφαλές του χωριού και συναθροίζονταν όλοι στον καφενέ, μαζί με τους κατοίκους, νέοι στην πλειοψηφία τους. Άνθρωποι που πάσχιζαν για μια καλύτερη ζωή. Δουλευταράδες οι περισσότεροι κατάφεραν να κάνουν ένα κομπόδεμα και στη συνέχεια αναζήτησαν τις τύχες τους στις μεγαλουπόλεις. Εγκατέλειψαν τα παλιά πέτρινα σπίτια τους, και τα χωράφια τους και πήγαν να δουλέψουν ως εργάτες στα μεγάλα εργοστάσια, ή άνοιξαν δικές τους δουλειές. Άλλοι πάλι ξενιτεύτηκαν αφήνοντας πίσω τους γέρους γονείς τους, μέχρι να «σβήσει» το καντηλάκι τους. Ελάχιστοι απέμειναν πίσω. Θεματοφύλακες μια άλλης εποχής, ίσως πιο αγνής, πιο ανθρώπινης. Μιας εποχής που οι κοινωνικοί δεσμοί ήταν στέρεοι. Σήμερα όλοι έχουν αποξενωθεί. Τα ήθη και τα έθιμα έχουν ξεφτίσει. Το χρήμα έχει ανακηρυχτεί σε πρωταρχική αξία ζωής. Οι άνθρωποι, αναζητώντας την ποιότητα ζωής, έχασαν την αξία της ζωής.
Μπορεί η εκκλησία να ήταν κλειστή, δίπλα όμως στην είσοδο, σε μια εσοχή του τοίχου ήταν τοποθετημένη η εικόνα του Αγίου Γεωργίου στον οποίο ήταν αφιερωμένος ο Ναός, ένα μανουάλι και μερικά κεριά. Προσκύνησε με ευλάβεια το εικόνισμα, πήρε μερικά κεριά και κατευθύνθηκε προς το κοιμητήριο που βρισκόταν ακριβώς στο διπλανό οικόπεδο. Η κατάσταση εκεί ήταν πολύ αποκαρδιωτική. Η εγκατάλειψη του χώρου ήταν ορατή από την είσοδο ακόμη. Οι περισσότεροι τάφοι ήταν χορταριασμένοι. Μετά βίας διέκρινε κανείς ακόμη και τους μαρμάρινους σταυρούς. Αν δεν ήξερε που να πάει δύσκολα θα ανακάλυπτε το χώρο ανάπαυσης των αγαπημένων της προσώπων. Με έκπληξη διαπίστωσε ότι ο τάφος των γονιών της ήταν περιποιημένος και το καντηλάκι αναμμένο. Αισθάνθηκε ντροπή που είχε τόσα χρόνια να έρθει. Αν και αγαπούσε πολύ τους γονείς της, απέφευγε να επισκέπτεται τον τάφο τους γιατί αρνιόταν να αποδεχθεί το θάνατό τους. Όταν ήταν μικρή προσπάθησε να πείσει τον εαυτό της ότι δεν πέθαναν, ότι έλλειπαν στο εξωτερικό και πως κάποια μέρα θα επέστρεφαν, όπως επέστρεφαν και οι μετανάστες γονείς φίλων και συμμαθητών της.
«Τελικά, καλά που είναι η θεία Μέλπω και ανάβει το καντήλι τους… αν έμενε σε μας, τους πολύξερους, τους μορφωμένους, τους πολυάσχολους, ο δρόμος τους για την άλλη ζωή θα ήταν πάντα σκοτεινός», συλλογίστηκε η Έλλη βλέποντας το μνήμα.
Άναψε τα κεράκια της και κάθισε στην άκρη του τάφου, σ’ ένα μικρό ξύλινο καρεκλάκι που βρήκε εκεί.
«Μάμα, μπαμπά, συγχωρέστε με που άργησα τόσο πολύ να έρθω. Δεν είχα τη δύναμη να το κάνω. Πόνεσα πολύ και σήμερα πονώ διπλά. Μου μάθατε να μη λέω ποτέ ψέματα, και μεγάλωσα μέσα στο ψέμα. Μου λέγατε ότι το ψέμα έχει κοντά πόδια, ότι η αλήθεια πάντα το εκτοπίζει, αργά η γρήγορα. Μαμά, μου είχες πει ότι την ημέρα που ήρθα στον κόσμο, είχες δει την Παναγία να στέκεται στην πόρτα της μικρής καμαρούλας, που στέγαζε την αγάπη σας και να σου λέει: “Δε χρειάζεται να φοβάσαι, μόνο να σε αγγίζω φτάνει”. Μου είχες πει ότι γεννήθηκα σαν τα άγρια πουλιά, πριν προλάβει η μαμή να έρθει στο σπίτι. Σε πίστευα και μου άρεσε όλο αυτό το παραμύθι… μέχρι που έμαθα την αλήθεια. Ή καλύτερα τη μισή αλήθεια. Το ψέμα μαμά έχει κοντά πόδια», είπε η Έλλη μιλώντας στους γονείς της, σαν να ήταν εκεί. Ήταν μια κατάθεση ψυχής, μια προσπάθεια να διώξει τους δαίμονες, να σταθεί γερά πια στα πόδια της, να αντιμετωπίσει τη σκληρή πραγματικότητα που ξεδιπλωνόταν μπροστά της. Τα μάτια της είχαν γεμίσει δάκρυα, η φωνή της έτρεμε και ο πυρακτωμένος ήλιος του Ιουλίου εφίδρωσε το κορμί της.
«Μαμά, μπαμπά, θέλω να ξέρετε, όποια κι αν είναι η αλήθεια, ότι εγώ θα σας αγαπώ πάντα. Εσείς είστε αυτοί που με αναστήσατε, που με αγαπήσατε σαν παιδί σας. Κανείς δεν είναι αλάνθαστος στη ζωή. Όποια κι αν είναι η ευθύνη σας, καμιά σημασία δεν έχει πια. Πιστεύω ακράδαντα ότι μάνα δεν είναι αυτή που γεννά, αλλά αυτή που ανατρέφει ένα παιδί, αυτή που βρίσκεται συνέχεια πάνω από το προσκεφάλι του, αυτή που πονά με τον πόνο του, που χαίρεται με τη χαρά του. Και εσείς ήσασταν σωστοί γονείς. Πρέπει όμως να μάθω την αλήθεια», συνέχισε να λέει η Έλλη. Δεν περίμενε απάντηση, την εξιλέωση έψαχνε. Είχε ανάγκη να βγάλει από μέσα της όλα αυτά που την έπνιγαν, που τη θύμωναν.
«Κορίτσι μου σκούπισε τα δάκρυα σου. Μην πληγώνεις άλλο τον εαυτό σου», άκουσε ξαφνικά μια φωνή να της λέει. Πετάχτηκε πάνω έντρομη. Όχι άλλες παραισθήσεις σκέφτηκε. Γύρισε και αντίκρισε τη γερόντισσα που είχε συναντήσει πριν λίγα λεπτά έξω από την εκκλησία. Ένοιωσε άβολα και αμήχανα.
«Είσαι το παιδί της Κατερίνας;» της είπε
«Ναι», ψέλλισε η Έλλη, «Εσείς ποια είστε;»
«Και να σου πω θα ξέρεις; Ήσουν τριών μηνών παιδάκι όταν έφυγαν οι συγχωρεμένοι από το χωριό».
«Είσαι ώρα εδώ γερόντισσα;» ρώτησε η Έλλη. «Τόση όση χρειάστηκε για να καταλάβω παιδί μου και συγχώρα με, δεν ήθελα να σε τρομάξω, ούτε να φανώ αδιάκριτη».
Η Έλλη κοντοστάθηκε και μετά αποφάσισε να ρωτήσει.
«Γερόντισσα μήπως θέλεις να μου πεις κάτι;»
«Σύρε παιδί μου στη θειά σου, θα χαρεί να σε δει. Από εκείνη θα μάθεις την αλήθεια».
Η γερόντισσα έκανε μεταβολή και έφυγε αθόρυβα όπως είχε έρθει στηριζόμενη στο ξύλινο μπαστουνάκι της. Κάτι σιγοψιθύρισε, αλλά η Έλλη δεν το άκουσε. Η ξαφνική εμφάνιση τής ηλικιωμένης γυναίκας έκοψε την ανάγκη που είχε να εξομολογηθεί, έστω και μ’ αυτόν τον παράδοξο τρόπο, πάνω από το μνήμα των γονιών της. Ήθελε να τους πει τόσα πολλά… για τον Τζων, το παιδί τους, για την γνωριμία τους, τον έρωτά τους, αλλά και για τη δική της τραγική περιπέτεια που βίωσε στην τρυφερή ηλικία των έξη ετών και δεν τόλμησε ποτέ να την εξομολογηθεί σε κανέναν. Από μικρή ήταν εσωστρεφής, αν και εξωτερικά έδειχνε χαρούμενη και χαμογελαστή. Τα μυστικά της δεν τα εμπιστευόταν σε κανένα, τα κατέγραφε όμως στο ημερολόγιό της, το οποίο καταχώνιαζε στα πιο απίστευτα μέρη, για να μην μπορέσει κανείς να το βρει και να το διαβάσει.

 

«Έλλη μου, καλό μου παιδί, πόσο χαίρομαι που σε βλέπω! Χρόνια τώρα περίμενα να έρθεις να με δεις. Παρακαλούσα το Θεό να σε δω έστω για τελευταία φορά», είπε η Μέλπω αγκαλιάζοντας την Έλλη.
«Ότι και να πεις έχεις δίκιο θεία.»
«Αχ κόρη μου… πέρασαν τα χρόνια… απομείναμε μια χούφτα άνθρωποι… κανείς δε μας θυμάται πια! Αλλά ας τα αφήσουμε αυτά. Πες μου τα δικά σου νέα. Τον Κωστή το βλέπω, έρχεται με τη Φρόσω και τα λέμε».
«Έγιναν τόσα πολλά θεία… Τι να πρωτοπούμε!»
«Να κάνω ένα καφεδάκι κόρη μου και με την ησυχία μας θα τα πούμε όλα. Θα σου πω και το φλιτζάνι!»
«Θεία κάνε καφεδάκι, αλλά το φλιτζάνι δε θέλω να μου το πεις. Αυτό που θέλω να μου πεις είναι τι έγινε την ημέρα που γεννήθηκα».
«Μ… μάλιστα…. Την περίμενα αυτή τη στιγμή! Ήμουν σίγουρη ότι πριν κλείσω τα μάτια μου θα ερχόσουν να με ρωτήσεις. Άργησες πολύ, αλλά δεν πειράζει, κάλιο αργά παρά ποτέ, δε λένε;», της απάντησε η θεία χαϊδεύοντάς της τα μαλλιά.
«Θεία δε γνώριζα τίποτε. Έγιναν πολλά. Για να μάθω εγώ την αλήθεια, έπρεπε πρώτα να αποκαλυφθεί μια άλλη αλήθεια»
«Τι θέλεις να πεις παιδί μου;»
«Είναι μεγάλη ιστορία θεία, θα σου πω… Πρώτα όμως πες μου ότι ξέρεις εσύ. Πες μου όλη την αλήθεια. Δεν είμαι πια μικρό παιδί. Πρέπει να μάθω!», της απάντησε η Έλλη. Προβληματίστηκε αν θα έπρεπε να της μιλήσει για τον Τζων. Φοβήθηκε μήπως η συγκίνηση τής κάνει κακό, γιατί ήταν ηλικιωμένη γυναίκα. Προς το παρόν αποφάσισε να περιοριστεί στα δικά της και θα εκτιμούσε στην πορεία αν θα της μιλούσε ή όχι.
«Η ζωή τιμωρεί παιδί μου. Η αδικία είναι κακό πράγμα».
«Τι θέλεις να πεις θεία; Πες μου όλα όσα ξέρεις για τη βιολογική μου μητέρα. Πώς την έλεγαν;».
«Έλλη την έλεγαν παιδί μου. Η αδελφή μου θέλησε να βάλει το όνομά της. Ήταν καλή γυναίκα η αδελφή μου. Σε μεγάλωσε σωστά. Κανείς δεν μπορεί να της βρει ψεγάδι. Όμως, δε θα έπρεπε να σε κρατήσει…».
«Γιατί το λες αυτό; Θα ήταν καλύτερα να μεγάλωνα σε κανένα ίδρυμα;»
«Δεν ξέρω παιδί μου. Με βασανίζει η σκέψη αυτή, πολλά χρόνια τώρα. Μετά το θάνατο τής μητέρας σου, που έγινε πάνω στη γέννα και δε φταίει γι’ αυτό κανείς μας, εμφανίστηκε στο Κεφαλοχώρι ένας νεαρός και ρωτούσε τον κόσμο αν είχαν δει μια κοπέλα με τα χαρακτηριστικά της μάνας σου. Έλεγε μάλιστα ότι ήταν και έγκυος. Κανείς τους δε γνώριζε ότι η κοπέλα είχε έρθει στα μέρη μας, έτσι ο νεαρός δεν έμαθε τίποτε και έφυγε. Το θέμα συζητήθηκε έντονα στο Κεφαλοχώρι, γιατί ο νεαρός ήταν καλοστεκούμενος. Κάποιοι περίεργοι ρώτησαν τι του ήταν η κοπέλα που έψαχνε, κι αυτός τους είπε ότι ήταν η γυναίκα του και ότι την έχασε. Αυτό που ξέρω εγώ παιδί μου είναι ότι η αδελφή μου δεν ήθελε να σε δώσει στον πατέρα σου, αν ήταν πραγματικός πατέρας σου αυτός που έψαχνε τη συχωρεμένη. Σε κράτησαν παράνομα, έβαλαν λυτούς και δεμένους για να κλείσουν την υπόθεση χωρίς χαρτιά και υιοθεσίες. Σε παρουσίασαν σα δικό τους παιδί, γι’ αυτό και πήραν των ομματιών τους και έφυγαν από εδώ. Για να μη μάθεις τίποτε όταν μεγαλώσεις, αλλά και για να το ξεχάσει και το χωριό».
«Θυμάσαι τί τους είχε πει η μαμά μου; Ο Κωστής μού είπε ότι τους έλεγε κάτι με λυγμούς. Ο ίδιος δε θυμάται, γιατί ο μπαμπάς τον έδιωξε από το σπίτι».
«Και εγώ παιδί μου δεν ήμουν παρούσα. Με φώναξαν μετά όταν την έπιασαν οι πόνοι. Όσα ξέρω είναι απ’ αυτά που μου είπε η αδελφή μου. Δεν ήθελε να πολυμιλάμε για το θέμα».
«Δηλαδή τι σου είχε πει θεία; Πες μου!»
«Μου είπε ότι ήταν μαθητευόμενη ηθοποιός, ότι έκανε περιοδεία με κάποιο μπουλούκι. Ότι είχαν μαλώσει πολύ άσχημα με τον καλό της- δεν ξέρω αν τελικά ήταν άνδρας της- γιατί τον έπιασε να ξενοκοιτάει κάποια άλλη ηθοποιό, κι αυτή σηκώθηκε και έφυγε. Βρέθηκε στο χωριό και ζήτησε βοήθεια από την εκκλησία. Εκεί τη συνάντησε ο Παύλος και την έφερε στο σπίτι. Δε γνώριζαν ότι ήταν έγκυος, γιατί είχε πολύ μικρή κοιλιά και δε φαινόταν. Όταν την έπιασαν οι πόνοι, η αδελφή μου τρομοκρατήθηκε. Τους είχε πει ότι δεν ήταν ακόμη η ώρα της. Φώναξαν τη μαμή στο σπίτι για βοήθεια. Γεννήθηκες εφταμηνίτικο. Ίσως από την ταραχή της, ίσως από τη στεναχώρια της… δεν είχαμε και τα μέσα εδώ στο χωριό… έτσι ξαφνικά που έγιναν όλα… Η μαμή δεν μπόρεσε να κρατήσει στη ζωή την κοπέλα. Ευτυχώς γλύτωσε εσένα. Πίστεψε με παιδί μου, έγιναν όλα τόσο ξαφνικά… που τα χάσαμε όλοι».
«Και μετά θεία, τι έγινε;»
«Μετά παιδί μου φοβηθήκαμε πάρα πολύ. Φοβηθήκαμε να μη μας ρίξει ευθύνες η αστυνομία για το θάνατο της κοπέλας. Δεν γνωρίζαμε τίποτα, ούτε την καταγωγή της. Δεν ξέραμε κανένα δικό της. Ποιόν να φωνάζαμε; Αγράμματοι, φτωχοί άνθρωποι ήμασταν! Καλέσαμε τον παπά, ας είναι ελαφρύ το χώμα που τον σκεπάζει και ζητήσαμε τη γνώμη του. Μας είπε ότι θα πρέπει να φωνάξουμε την Αστυνομία και να πούμε όλα όσα γνωρίζουμε. Ο Παύλος και η Κατερίνα τα έχασαν. Ευτυχώς ο Χωροφύλακας ήταν φίλος τους και τους βοήθησε να βρουν μια άκρη. Δήλωσαν αγνώστων στοιχείων την κοπέλα και άφησαν το παιδί στην Κατερίνα και τον Παύλο μέχρι να δουν αν θα έβρισκαν κάποιον συγγενή ή αν θα την αναζητούσε κανείς, πριν κλείσει η υπόθεση. Κάπως έτσι παιδί μου, δεν ξέρω και να τα πω καλά, αγράμματη γυναίκα είμαι. Μια φορά, όλα έγιναν με μυστικότητά. Ούτε σε εμάς δεν ανέφεραν τίποτα. Ο Παύλος γνώριζε ανθρώπους που τον βοήθησαν και τελικά σε κράτησαν».
«Θεία, που είναι θαμμένη η γυναίκα που με γέννησε;»
«Εδώ, στο χωριό. Αν θες πάμε να σου δείξω το μνήμα».

7

 

Η Μυτιλήνη, απλωμένη αμφιθεατρικά πάνω σε επτά λόφους, με το επιβλητικό της φρούριο να δεσπόζει στο ανατολικό τμήμα του λιμανιού, είχε μαγέψει την Έλλη κατά την πρώτη επίσκεψής της στο νησί της Σαπφούς, ως φοιτήτρια ακόμη της Αρχαιολογικής Σχολής. Είχε μαγευτεί όχι μόνο από τις απείρου κάλλους φυσικές ομορφιές της, αλλά και από την μακραίωνη ιστορία της, τη βαριά κληρονομιά της, τους αρχαιολογικούς της θησαυρούς και τα έργα τέχνης. Αληθινή πρόκληση για κάθε νεόκοπο Αρχαιολόγο που θέλει να εντρυφήσει στην ιστορία μιας από τις αρχαιότερες πόλεις της Ελλάδας, που σύμφωνα με τα ιστορικά στοιχεία η ίδρυσή της τοποθετείται στις αρχές του 10ου αι. π. Χ.
Ήταν περίπου 5.30 το πρωί όταν η Έλλη, από το φινιστρίνι της καμπίνας της, διέκρινε τα ανατολικά παράλια της Λέσβου. Όλη τη νύχτα στριφογύριζε στην κουκέτα της μη μπορώντας να κλείσει μάτι. Μετά την επίσκεψη στο σπίτι της θείας Μέλπως και τα όσα αυτή της εξιστόρησε για τη γέννησή της και τη μητέρα της, δεν μπορούσε να ησυχάσει. Οι πληροφορίες που είχε αποκομίσει δεν ήταν αρκετές να τη βοηθήσουν να βρει τις ρίζες της.
Μετά την επιστροφή του Κωστή από τη Γερμανία, η Έλλη πήρε την απόφαση να πάει στη Λέσβο και εκεί να σκεφτεί και να αποφασίσει αν θα έπρεπε να αναζητήσει την οικογένεια της συγχωρεμένης της μάνας ή όχι. Στον Κωστή δεν είπε απολύτως τίποτα. Του είπε απλά ότι θα πήγαινε στην Αθήνα για να μιλήσει με τον εκδοτικό της οίκο για το νέο της βιβλίο. Δεν ήθελε να τον ανησυχήσει. Πολύ περισσότερο τώρα που είδε πόσο καλά ήταν.
«Φαίνεται το ταξίδι στην Γερμανία του έκανε πολύ καλό, μετά από τόσους μήνες ψυχικής ταλαιπωρίας. Μακάρι και το δικό μου ταξίδι στο νησί να φέρει αέρα ανανέωσης στη ζωή μου. Το έχω τόσο ανάγκη…», σκέφτηκε η Έλλη και αναστέναξε. Μάζεψε τα λιγοστά πράγματά της και ανέβηκε στο κατάστρωμα του πλοίου για να απολαύσει το λαμπερό ήλιο και το σαγηνευτικό γαλάζιο χρώμα της θάλασσας του Αιγαίου. Σε λιγότερο από δύο ώρες το πλοίο θα προσάραζε στο πανέμορφο λιμάνι της Μυτιλήνης. Είχε αρκετό χρόνο στη διάθεσή της για ένα δροσερό καφεδάκι.
Καθισμένη σ’ ένα από τα πολλά παγκάκια του καταστρώματος που ήταν κατάμεστο από κόσμο, κυρίως προσκυνητές, διέκρινε πλέον καθαρά τα πρώτα χωριά στο Βόρειο Ανατολικό τμήμα του νησιού. Με το που θα έπιαναν λιμάνι, σκόπευε να νοικιάσει ένα αυτοκίνητο και να ξεκινήσει για την περιοχή του Μόλυβου. Δεν ήξερε αν η επιλογή της αυτή ήταν η πιο σωστή, αλλά αυτό της έλεγε η διαίσθησή της να κάνει, κι αυτό θα έκανε. Η θεία Μέλπω της είχε πει ότι το όνομα του χωριού απ’ όπου καταγόταν η μητέρα της, της θύμιζε «σύκα». Δε θυμόταν πώς ακριβώς το έλεγαν γιατί της φάνηκε περίεργο, το μόνο που συγκράτησε ήταν ότι είχε να κάνει με «σύκα». Δηλαδή μπορεί να το έλεγαν και Συκαμιά, σκέφτηκε η Έλλη μελετώντας το χάρτη της Λέσβου.
Ο δροσερός πρωινός αέρας στο κατάστρωμα τής έκανε καλό. Θυμήθηκε το πρώτο ανέμελο ταξίδι στη Μυτιλήνη με τους συμφοιτητές της, το πόσο είχε εντυπωσιαστεί, πόσο είχε αγαπήσει το νησί από την πρώτη στιγμή που είχε πατήσει το πόδι της σ’ αυτό. Ένστικτο, κισμέτ, πώς να το εξηγήσει κανείς! Να λοιπόν που ερχόταν ξανά, μόνο που τώρα ήταν όλα διαφορετικά. Δεν ερχόταν για να θαυμάσει το πανέμορφο κάστρο, που από κατασκευής του επί Ιουστινιανού μέχρι και σήμερα, δεσπόζει επιβλητικά στην είσοδο του λιμανιού, ούτε για να επισκεφθεί τα δεκάδες αξιόλογα μουσεία που γαλαντόμοι ευπάτριδες δημιούργησαν, ούτε τους αρχαιολογικούς χώρους που με χρήματα του κράτους διασώθηκαν προάγοντας την ιστορία και τον πολιτισμό του νησιού. Αυτή τη φορά δεν ερχόταν σαν επισκέπτης, αλλά για να ανιχνεύσει τα χαμένα ίχνη της βιολογικής της μητέρας, με την ελπίδα να γίνουν αυτά ανάχωμα στο δικό της αβέβαιο μέλλον.
Το ένστικτό της θα την οδηγούσε σ’ ένα ψαροχώρι, στο Βορειοανατολικό άκρο του νησιού, απέναντι από το ξακουστό Αϊβαλί. Κόντευε Δεκαπενταύγουστος και στο σκαρφαλωμένο στα βράχια ξακουστό εκκλησάκι από το διήγημα του Στρατή Μυριβήλη, θα γινόταν πανήγυρης. Τη συγκυρία αυτή την είδε η Έλλη ως μοναδική ευκαιρία, αφού όλοι οι κάτοικοι του νησιού θα πήγαιναν να προσκυνήσουν την Παναγιά τη Γοργόνα. Θα είχε την ευκαιρία να δει πολύ κόσμο, αλλά και να τη δουν πολλοί. Βαθιά μέσα της έτρεφε την ελπίδα ότι κάποιος θα αναγνώριζε στο πρόσωπό της τη μάνα της, αφού όπως ο Κωστής έλεγε, της έμοιαζε καταπληκτικά.

 

Ο κόσμος είχε αρχίσει ήδη να συγκεντρώνεται στην πρύμνη του πλοίου περιμένοντας να κατέβει η μεγάλη σιδερένια πόρτα για να αποβιβαστούν. Ο καπετάνιος έκανε τους τελευταίους ελιγμούς μέχρι να δέσει καλά το πλοίο στον κάβο. Η Έλλη προτίμησε να παραμείνει στο κατάστρωμα μέχρι να αραιώσει ο κόσμος. Δεν τους μπορούσε τους συνωστισμούς. Εξάλλου η θέα ήταν μοναδική. Μπροστά της απλωνόταν η μαγευτική Μυτιλήνη, με τα δεκάδες νεοκλασικά κτήρια, το καθένα με τη δική του ιστορία, τη δική του αρχιτεκτονική, κληρονομιά της μεγάλης οικονομικής άνθισης που έζησε το νησί λόγω της γεωπολιτικής του θέσης.
Διέκρινε τον τρούλο του Ιερού Ναού του Αγίου Θεράποντος, που με τον επιβλητικό του όγκο δεσπόζει στην πόλη της Μυτιλήνης. Νοερά μεταφέρθηκε χρόνια πίσω. Θυμήθηκε πόσο είχε εντυπωσιαστεί από τον εσωτερικό του διάκοσμο, έργο του φημισμένου Λέσβιου ζωγράφου και γλύπτη Νικόλαου Κεσανλή. Η μεγαλοπρέπειά του την είχε καθηλώσει. Θυμήθηκε τους συμφοιτητές της που είχαν φύγει για μια βόλτα στην πολυσύχναστη πλακόστρωτη Ερμού, που έσφυζε από ζωή, και την ίδια να παραμένει στο Ναό χαζεύοντας επί ώρες τους λαξευτούς λίθους από το φημισμένο λατομείο Σαρμοσάκ της Μ. Ασίας με τους οποίους ανεγέρθηκε ο Ναός υπό την επίβλεψη του Λέβιου Αρχιτέκτονα Αργύρη Αδαλή, που ήταν βοηθός των μεγάλων αρχιτεκτόνων της εποχής του Δανού Θεόφιλου Χάνσεν και του Γερμανού Ερνέστου Τσίλλερ. Στην πρόσοψή του Ναού υπήρχαν δύο επάλληλες σειρές κιόνων, ιωνικού και κορινθιακού ρυθμού. Συνολικά είχε πέντε μικρούς τρούλους, ενώ ο κεντρικός με επένδυση από ψευδάργυρο, προσέδιδε στο οικοδόμημα μια ξεχωριστή επιβλητικότητα. Κάθε τρούλος στηριζόταν σε αετώματα κάποια από τα οποία είχαν διακοσμηθεί με ζωγραφιές και αξιόλογα γλυπτά, ενώ το ξυλόγλυπτο τέμπλο του Ναού ήταν έργο του Μυτιληνιού τεχνίτη Δημήτριου Κόβαλα. Στον κυρίως Ναό, μεταξύ του αρχιερατικού θρόνου και του προσκυνηταρίου, βρισκόταν ο τάφος του Mητροπολίτη Oυγγροβλαχίας Iγνατίου, ενός από τους μεγάλους πρωταγωνιστές της Επανάστασης του 1821. Το λείψανό του είχε μεταφερθεί στον Άγιο Θεράποντα από το ναό της Aγίας Tριάδος του Λιβόρνο, όπου είχε ταφεί ο ιεράρχης μετά το θάνατό του στην Πίζα το 1828, και εναπετέθη στη μαρμάρινη σαρκοφάγο το 1965.
Οι περισσότεροι επιβάτες του πλοίου είχαν ήδη αποβιβαστεί. Ένας αναστεναγμός ξέφυγε από τα χείλη της Έλλης. Αναμνήσεις από τα ξένοιαστα χρόνια της νιότης της, απρόσμενα ανασύρθηκαν. Στο διάβα της ζωής της τα αμέτρητα προβλήματα και η ασφυκτική καθημερινότητα δεν άφηναν περιθώρια για αναπολήσεις. Όμως το ταξίδι αυτό τα έφερε όλα στην επιφάνεια. Ξαφνικά αποφάσισε να μη φύγει αμέσως για τη Συκαμιά, αλλά να μείνει μια μέρα στη Μυτιλήνη για να επισκεφθεί πάλι τον Άγιο Θεράποντα, κι αν προλάβαινε να περνούσε μια βόλτα και από το περίφημο Μουσείο Τεριάντ, αλλά και το Μουσείο του Θεόφιλου.
Δε χρειάστηκε να σκεφτεί και πολύ σε ποιο ξενοδοχείο θα κατέλυε. Αυτό που την ενδιέφερε περισσότερο ήταν το δωμάτιό της να έχει θέα στο λιμάνι. Μπήκε στο πρώτο που συνάντησε στην προκυμαία. Άφησε τις αποσκευές της, έκανε ένα γρήγορο ντους για να δροσιστεί, φόρεσε ένα ριχτό αέρινο φόρεμα και ξεκίνησε για τον Άγιο Θεράποντα.
Ο ναός ήταν άδειος. Το ημίφως, οι μελωδικές ψαλμωδίες που ακούγονταν από τα ηχεία ενός στερεοφωνικού, προκαλούσαν αίσθημα ευφορίας στους προσκυνητές. Η Έλλη κάθισε σ’ ένα από τα ξύλινα στασίδια στο κέντρο του Ναού και αφέθηκε στη γαλήνη, την αρμονία, στο έλεος του Θεού, που απλόχερα προσφέρεται σ’ όσους τον επικαλούνται. Παρέμεινε εκεί για αρκετές ώρες, άλλοτε σιωπηλή και γαλήνια, χαμένη στις σκέψεις της και άλλοτε ξεσπώντας σε λυγμούς. Παραδέχθηκε τα λάθη της. Την καλοσύνη που έλαβε και δεν ανταπόδωσε ως όφειλε, την αλήθεια που δεν άντεξε, την ταπείνωση που δεν είχε. Παρακάλεσε το Θεό να της δώσει δύναμη για να επανορθώσει τα λάθη της, να γαληνέψει η ψυχής της, να λυτρωθεί, για να λυτρωθούν κι όλοι όσοι βρίσκονται δίπλα της. Ο Κωστής, η Φρόσω, η μικρή Αλεξάνδρα που μεγάλωνε χωρίς την αγάπη της, χωρίς τη φροντίδα της, χωρίς τη στοργή της. Θυμήθηκε τα λόγια του Ρώσου ασκητή Σεραφείμ Σάρωψ: «Βρες εσύ μέσα σου την ειρήνη και χιλιάδες γύρω σου θα σωθούν». Έπρεπε να βρει η ίδια τη γαλήνη για να μπορέσει να βοηθήσει όλους αυτούς που αγαπούσε. Έπρεπε να νικήσει τους φόβους της, για να αποκτήσει νόημα η ζωή της, αλλά και η ζωή των αγαπημένων της προσώπων. Παραδέχθηκε ότι η ζωή μπορεί να της στέρησε πολλά, όμως της έδωσε το βαρύ προνόμιο να επιλέγει ελεύθερα τι θέλει να κάνει στη ζωή της. Αναρωτήθηκε αν έκανε καλά που πήρε την απόφαση να έρθει στη Μυτιλήνη αναζητώντας τις ρίζες της. Προβληματίστηκε αν τελικά θα είχε κάποιο αποτέλεσμα η προσπάθεια της αυτή, αν θα της άρεσε αυτό που θα μάθαινε, αν οι συγγενείς τής βιολογικής μητέρας της θα την αποδεχόταν, αν η ίδια ήταν έτοιμη να τους παραχωρήσει μια θέση στην καρδιά και τη ζωή της. Οι αμφιβολίες την τσάκισαν. Από τη μια ήθελε να μάθει όλη την αλήθεια και από την άλλη να το βάλει στα πόδια, να κάνει ένα νέο ξεκίνημα στη ζωή της μαζί με τη μικρή της κόρη.
«Θεέ μου, δείξε μου το δρόμο. Βοήθησε με να κάνω το σωστό. Τα μυστικά δηλητηρίασαν τη ζωή μου. Αδίκησα τόσο πολύ με τη στάση μου τον Κωστή και τη Φρόσω. Μέσα στην απόγνωσή μου και στις λαθεμένες σκέψεις μου τιμώρησα το παιδί μου, το σπλάχνο μου, τον καρπό του έρωτά μου. Το υποχρέωσα να γίνει συνεχιστής της δικής μου μοίρας. Έστρεψα το πρόσωπό μου απ’ αυτό. Δεν του έδωσα τη θέση που του αξίζει στη ζωή μου. Άφησα παντελώς τη φροντίδα του στα χέρια τής Φρόσως. Έμεινα στο χθες, οχυρώθηκα πίσω από τον πληγωμένο εγωισμό μου. Δεν αναζήτησα ποτέ τον πατέρα της, δεν τον ενημέρωσα για την ύπαρξή της, επειδή δεν μου το επέτρεψε ο εγωισμός μου. Ακόμη και αυτή τη στιγμή τα δικά μου θέλω υπερασπίζομαι όσο κι αν φοβάμαι, όσο κι αν έχω την αίσθηση ότι το παρελθόν που αναπνέει τόσο κοντά μου, δεν μπορεί να αλλάξει τίποτα από το μέλλον μου, ενώ εγώ μπορώ να αλλάξω το μέλλον της Αλεξάνδρας μου. Θεέ μου βοήθησε με, να κάνω το σωστό. Σ’ ευχαριστώ που οδήγησες τα βήματά μου στο ναό σου. Σ’ ευχαριστώ που φώτισες την κοιμισμένη μου συνείδηση», είπε χαμηλόφωνα η Έλλη σκουπίζοντας τα δάκρυα που λυτρωτικά έσταζαν από τα μάτια της, γεμίζοντας την άνυδρη ψυχή της με πρωτόγνωρα αισθήματα. Αισθήματα που θα την οδηγούσαν σ’ ένα παραδεισένιο ξέφωτο ελευθερίας.

 

«Η ψυχή του ανθρώπου είναι γεμάτη ανεξερεύνητες σπηλιές. Κουβαλάει μέσα της συναισθήματα που ούτε ο ίδιος τα γνωρίζει. Όταν έρχονται στην επιφάνεια, ενίοτε τρομάζει, άλλοτε πάλι προσπαθεί να τα πολεμήσει υποβαθμίζοντας τη δυναμική τους. Αναζητά την ευτυχία σε δύσβατα μονοπάτια ενώ αυτή βρίσκεται κρυμμένη σε απλά καθημερινά πράγματα. Αποτυπώνεται στη συμπεριφορά του, στην ελευθερία της έκφρασής του.
Η ευτυχία συμπορεύεται στη ζωή με την ελεύθερη ανάπτυξη της προσωπικότητάς του, χωρίς εξαρτήσεις, όρους και περιορισμούς. Με τον αγώνα, με την πάλη, με την αντίσταση, με τις δυνάμεις που γεννιούνται από τα βάθη της ψυχής του. Είναι αυτές που δεν τον αφήνουν να χαθεί, είναι αυτές που τον κρατούν ζωντανό.
Η ευτυχία συμπορεύεται με το σκοπό, το στόχο της ύπαρξής του. Μετριέται με τα συναισθήματα, με τις συγκινήσεις, τις πίκρες και τις χαρές της ζωής».
Αυτά κι άλλα πολλά σκεφτόταν η Έλλη ακολουθώντας το δρόμο που θα την οδηγούσε στο Βορειανατολικό τμήμα του νησιού. Ήταν ευδιάθετη, γεμάτη πίστη ότι ένας νέος αέρας θα φυσούσε στη ζωή της. Πήρε σημαντικές αποφάσεις. Ήταν πια καιρός να σταματήσει να βλέπει παντού αδιέξοδα, πολλά από τα οποία η ίδια είχε δημιουργήσει με τη συμπεριφορά της. Έπρεπε να τακτοποιήσει το παρελθόν της, για να μπορέσει να κοιτάξει το μέλλον. Κατανόησε ότι τα εύκολα και τα δύσκολα της ζωής έχουν το καθένα το λόγο ύπαρξής τους. Το ένα δεν αναιρεί το άλλο. Αποφάσισε να ακολουθήσει το δρόμο της καρδιάς της. Να πορευτεί το υπόλοιπο τής ζωής της σεμνά και ταπεινά. Να αφήσει ανοιχτή την πόρτα τής καρδιάς της για να νοιώσει την ανάσα του Θεού, για να γευτεί τη μεγαλοψυχία του. Να σταθεί δίπλα στη μικρή Αλεξάνδρα σαν πραγματική μητέρα. Να της δώσει όλη της την αγάπη.

 

Στα αριστερά της απλωνόταν το γαλάζιο της θάλασσας, στα δεξιά της ο Λεπέτυμνος στρωμένος με θάμνους και βράχια, ενώ κάτω απ’ αυτόν προς τη θάλασσα, αντίκρισε τους καταπράσινους ελαιώνες. Λίγα λεπτά ακόμη φιδίσιου δρόμου και θα έφτανε στον προορισμό της. Αποφάσισε πρώτα να κάνει μια στάση στο μικρό επίνειο της Συκαμιάς, τη Σκάλα και μετά να ανηφορίσει προς το χωριό.
Το πρώτο που αναζήτησε παρκάροντας το αυτοκίνητο της στη Σκάλα, ήταν το εξωκλήσι της Παναγιάς της Γοργόνας. Το διέκρινε στην άκρη του λιμανιού, κατάλευκο πάνω σ’ ένα καφέ βράχο. Έμοιαζε με βότσαλο ριγμένο στη θάλασσα. Χτίστηκε από τους κατοίκους της περιοχής το 1913 πάνω στο βράχο που ενωνόταν με τη στεριά με μια χαμηλή λωρίδα γης, προέκταση του παραδοσιακού μουράγιου, που σήμερα αντικαταστάθηκε από ένα μεγάλο κυματοθραύστη που προσφέρει «άσυλο» στα καΐκια. Εξακολουθεί ωστόσο να διατηρεί τη γραφικότητα του, ενώ η πυκνόφυλλη ξακουστή μουριά του Στρατή Μυριβήλη μέχρι και σήμερα προσφέρει απλόχερα τη δροσιά της στους χιλιάδες επισκέπτες της περιοχής. Τα παραδοσιακά ταβερνάκια, όλα ήταν γεμάτα από τουρίστες και δίπλα τους οι ψαράδες που επισκεύαζαν τα δίκτυα συνέθεταν μια μαγική εικόνα.
«Άριστο θέμα για κάθε δεξιοτέχνη ζωγράφο», σκέφτηκε η Έλλη. Φόρεσε το καπέλο της, πήρε την τσάντα της και κίνησε για το εκκλησάκι της Παναγίας της Γοργόνας. Η απλοϊκότητά του, με τις λιγοστές ξεθωριασμένες εικόνες, τα καντήλια που τρεμόσβηναν στο απαλό φύσημα του αέρα, από τα μεγάλα τοξωτά παράθυρα, την εντυπωσίασαν. Άναψε ένα κερί και προσκύνησε το εικόνισμα της Παναγίας που απεικονίζεται με ουρά γοργόνας, έργο άγνωστου λαϊκού ζωγράφου. Κοίταξε γύρω της, δεν υπήρχε κανείς. Προσπάθησε να φανταστεί το χώρο γεμάτο από κόσμο. Τις γυναίκες του χωριού με τις παραδοσιακές φορεσιές τους, τον ιερέα να ψέλνει και κάπου εκεί στην άκρη, δίπλα στο μεγάλο παράθυρο, τη μορφή της μητέρας της. Όμορφη σα νεράιδα, με αστραφτερό χαμόγελο και το θαλασσινό αεράκι να χαϊδεύει τα ολόχρυσα μαλλιά της. Έτσι ήθελε να ήταν, έτσι τη φανταζόταν. Άναψε ένα ακόμη κεράκι στη μνήμη της.
«Σ’ ευχαριστώ που μ’ έφερες στη ζωή, κι ας μη σε γνώρισα», σιγοψιθύρισε.
Η ώρα κόντευε δύο το μεσημέρι. Ο πύρινος ήλιος οδήγησε τα βήματά της προς την παχιά σκιά της μουριάς και το παραδοσιακό ταβερνάκι με τα καρό θαλασσί τραπεζομάντηλα και τις βαμμένες στα χρώματα της θάλασσας και του ουρανού, ξύλινες καρέκλες. Το ταβερνάκι ήταν σχεδόν γεμάτο. Υπήρχε ελεύθερο ένα μικρό τραπέζι δίπλα ακριβώς στη θάλασσα. Κάθισε όσο πιο αναπαυτικά μπορούσε και άφησε το βλέμμα της να περιπλανηθεί στις πολύχρωμες τράτες και τις νωχελικές γάτες που υπομονετικά περίμεναν το γευστικό τους μεζεδάκι.
Ο σερβιτόρος, ένα νεαρό παλικάρι, ήρθε στο τραπέζι της με μια κανάτα νερό. Γέμισε το ποτήρι της και με μια ελαφριά υπόκλιση την καλωσόρισε λέγοντας:
«Καλό σας μεσημέρι, κυρία μου».
«Καλό μεσημέρι και σε σας», του απάντησε.
«Περιμένετε παρέα;»
«Όχι είμαι μόνη», του απάντησε η Έλλη.
«Καλώς. Τι θα επιθυμούσατε; Έχουμε ολόφρεσκα ψάρια», είπε ο νεαρός και άρχισε να τα απαριθμεί ένα- ένα με άνεση. Η Έλλη παρήγγειλε τελικά μια σαλάτα και φρέσκα καλαμαράκια. Για ποτό παρήγγειλε τοπικό ούζο.
Το φαγητό ήταν το μόνο που δεν την απασχολούσε τη δεδομένη στιγμή. Το μυαλό της ήταν αλλού. Στο σχέδιο που είχε καταστρώσει. Έβαλε τα μεγάλα μαύρα γυαλιά της και άρχισε να παρατηρεί τα πρόσωπα των υπολοίπων θαμώνων όσο πιο διακριτικά μπορούσε. Παρατηρούσε τα χαρακτηριστικά τους και έναν-έναν τους απέκλειε. Αυτός θα μπορούσε να είναι συγγενής μου, αυτός όχι, μέχρι που τελικά τους απέκλεισε όλους. Το φαγητό της ίσα που το άγγιξε, το ούζο όμως το ήπιε όλο. Ξαφνικά είδε να έρχεται προς το μέρος της ένας ηλικιωμένος κύριος με παχύ μουστάκι και μια άσπρη καθαρή ποδιά ζωσμένη στη μέση του.
«Μπορώ να καθίσω;», της είπε χαμογελαστά.
«Μα φυσικά», απάντησε η Έλλη.
«Με φωνάζουν μπάρμπα Στρατή, και είμαι ο ιδιοκτήτης της ταβέρνας. Μήπως δε σας άρεσε το φαγητό, να σας φέρουμε κάτι άλλο;»
«Όχι μην ανησυχείτε, απλά είμαι λιγόφαγη. Η κουζίνα σας είναι εξαιρετική», του απάντησε και άρπαξε την ευκαιρία για να του πιάσει κουβέντα. Σκέφτηκε ότι στην ηλικία του, που την έκανε γύρω στα εβδομήντα πέντε, θα γνώριζε πρόσωπα και πράγματα.
Ο μπάρμπα Στρατής θρονιάστηκε στην ξύλινη καρέκλα και φώναξε του παραγιού του να φέρει ένα καθαρό ποτήρι και ένα μπουκάλι ούζο.
«Κερασμένο από μένα», της είπε.
Η Έλλη του χαμογέλασε και σήκωσε το ποτήρι στην υγειά του.
«Απ’ τα μέρη μας είσαι ομορφονιά μου», της είπε.
«Μπορεί και ναι, μπορεί και όχι μπάρμπα Στρατή», του απάντησε η Έλλη κι αυτός σήκωσε τα φρύδια. Δεν περίμενε μια τέτοια απάντηση.
«Με λένε Έλλη Παυλίδου, είμαι Αρχαιολόγος και συγγραφέας. Τόπος μου είναι κάθε όμορφη γωνιά της πατρίδας μας», πρόσθεσε.
«Α! Έτσι το δέχομαι», είπε ο ταβερνιάρης και σήκωσε πάλι το ποτήρι στην υγειά τους.
«Ευτυχώς το έσωσα», σκέφτηκε η Έλλη.
«Τι σε φέρνει στα μέρη μας;»
«Η αλήθεια είναι ότι άκουσα πολλά και ωραία λόγια για τη Συκαμιά και μιας και βρέθηκα στη Μυτιλήνη είπα να την επισκεφτώ».
«Α! Πως μια τέτοια όμορφη κοπέλα τριγυρνά μόνη της; Να προσέχεις, τα χρόνια άλλαξαν!»
«Μπάρμπα Στρατή, μπορώ να σου κάνω μια ερώτηση;», είπε η Έλλη.
«Μα και βέβαια», της απάντησε.
«Εσύ πάντα εδώ έμενες;»
Ο ηλιοκαμένος γέροντας της φαινόταν αρκετά ξύπνιος. Έκοβε το μάτι του. Κάτι μπορεί να μάθαινε αν το χειριζόταν σωστά.
«Γέννημα θρέμμα», είπε με υπερηφάνεια ο γέροντας. «Μπορεί για άλλους να φαίνεται παράξενο, αλλά εμένα με ευχαριστεί. Δεν έφυγα ποτέ από τη Συκαμιά!», είπε με στόμφο.
«Μα τότε μπάρμπα Στρατή θα τους γνωρίζεις όλους στο χωριό;»
«Σαν κάλπικη δεκάρα», περηφανεύτηκε ο γέροντας και έστριψε το μουστάκι του.
Η καρδιά της Έλλης άρχισε να χτυπά πιο γρήγορα. Ξαναγέμισε τα ποτήρια και είπε:
«Στην υγειά σας».
«Στην υγειά σου, μα δε σε βλέπω καλά. Θα μεθύσεις έτσι ξεροσφύρι που το κατεβάζεις. Έχεις κανένα νταλκά ή δεν σ’ άρεσε το φαϊ; Να φέρω κάτι άλλο;», την ξαναρώτησε.
«Όχι, όχι, απλά κάνει ζέστη».
Ο γερόλυκος ξανασήκωσε τα φρύδια και κατέβασε μονορούφι το ούζο του.
«Δίκιο έχεις, σήμερα κάνει πολύ ζέστη. Για πες. Κάτι θέλεις να ρωτήσεις και το πας γύρω-γύρω», της είπε με νόημα.
Η Έλλη ένοιωσε τα μάγουλα της να πυρώνουν. Θάλασσα τα έκανα σκέφτηκε. Πήρε μια βαθειά ανάσα και προσπάθησε να μένει ψύχραιμη.
«Α! τίποτα το ιδιαίτερο μπάρμπα Στρατή. Να, η μητέρα μου, μου είχε πει ότι όταν σπούδαζε είχε γνωρίσει μια κοπέλα από τη Συκαμιά. Μετά χάθηκαν, αλλά τη θυμόταν πάντα για την καλοσύνη της. Δε θυμάμαι το επίθετο της. Μόνο το μικρό της όνομα θυμάμαι. Την έλεγαν κι αυτήν Έλλη. Είπα μήπως την ξέρεις να της δώσω χαιρετίσματα από τη μητέρα μου».
«Έλλη; Πόσο χρονών να ‘ναι σήμερα;», ρώτησε ξύνοντας το κεφάλι του.
«Γύρω στα πενήντα πέντε; Δεν ξέρω ακριβώς».
«Χμ… Εσύ από πού είπαμε ότι είσαι;»
«Από τη Θεσσαλονίκη, από τη Βόρεια Ελλάδα».
«Α! Και η μητέρα σου που σπούδαζε;»
Ο γέρος κάνει πολλές ερωτήσεις σκέφτηκε η Έλλη. Έπρεπε να το παίξει καλά το παιχνίδι της, αν ήθελε να μάθει αυτό που έψαχνε.
«Στη σχολή Καλών τεχνών, μπάρμπα Στρατή. Δε θυμάμαι τι ακριβώς μου είπε η μαμά μου ότι σπούδαζε η φίλη της».
«Έχετε και το ίδιο όνομα... Ξέρεις δε συνηθίζεται αυτό το όνομα στα μέρη μας. Δεν γνωρίζω καμιά με το όνομα αυτό. Περίμενε να φωνάξω τη γυναίκα μου, μήπως αυτή ξέρει κάτι», είπε ο μπάρμπα Στρατής και πήγε προς το εσωτερικό της ταβέρνας.
Η Έλλη ήταν σίγουρη ότι κάτι ήξερε ο ταβερνιάρης. Το διέκρινε στο βλέμμα του, στον τρόπο που κουνούσε το κεφάλι του. Μπορεί να είχαν περάσει πολλά χρόνια, αλλά αν ήταν αλήθεια αυτά που της είχε πει ο αδελφός της, ότι έμοιαζε δηλαδή καταπληκτικά στη μάνα της, και αν ήταν πραγματικά από τη Συκαμιά όπως υπολόγισε από τα λεγόμενα της θείας Μέλπως, όλο και κάποια θύμηση θα ξυπνούσε στους ανθρώπους αυτούς.
Είδε τον μπάρμπα Στρατή να μιλά πολύ ώρα με τη γυναίκα του, ενώ εκείνη δεν έλεγε να πάρει τα μάτια από πάνω της. Ένοιωσε άβολα που δεν ήταν εξ αρχής ειλικρινής μαζί τους. Μπορεί να μην τους γνώριζε, όμως για ένα παράξενο λόγο, της ήταν πολύ συμπαθείς. Θα ήθελε πολύ να τους πει ποια είναι και τι ζητά, αλλά λίγο η συναισθηματική της φόρτιση, λίγο το παράδοξο της όλης ιστορίας, δεν αποφάσιζε να ανοίξει τα χαρτιά της.
Πώς να τους έλεγε ότι η μητέρα της, περαστική από το χωριό των θετών της γονέων, γέννησε στο σπίτι τους ένα κοριτσάκι, πέθανε στη γέννα και τη θάψανε χωρίς να γνωρίζουν ποιά είναι, κρατώντας παράνομα το παιδί της;
Πώς να τους έλεγε ότι δεν μπήκαν στον κόπο να αναζητήσουν την οικογένειά της για να τους παραδώσουν το νεογέννητο;
Πως θα μπορούσε να τους αποκαλύψει μια τέτοια ιστορία, που επιπλέον είχε τόσα νομικά και ηθικά κενά;
Πώς μπορούσε να τους τα πει όλα αυτά, όταν πιθανόν και να μη γνώριζαν καν την κοπέλα;
Και πως η ίδια θα μπορούσε να αποκαλύψει τέτοια μυστικά σε μια άγνωστη οικογένεια;
Και απ’ την άλλη, κανείς από τους πρωταγωνιστές της παράξενης αυτής ιστορίας δεν βρισκόταν σήμερα στη ζωή για να πιστοποιήσει όλα αυτά που η ίδια έμαθε από τις ξεθωριασμένες μνήμες τρίτων.
Είδε το ηλικιωμένο ζευγάρι, μετά από αρκετή ώρα, να πλησιάζει προς το τραπέζι της. Η γερόντισσα κρατούσε στο χέρι της ένα μπολ με παγωτό.
«Για το καλωσόρισμα κοπέλα μου», είπε και το ακούμπησε στο τραπέζι. Η Έλλη σηκώθηκε όρθια, έδωσε το χέρι της στη γυναίκα και συστήθηκε.
«Να ‘σαι καλά κορίτσι μου», της απάντησε. Η Έλλη της πρόσφερε την καρέκλα της για να καθίσει, ενώ ο μπάρμπα Στρατή ήδη είχε θρονιαστεί στη δική του.
«Ανυπόφορη η ζέστη σήμερα», είπε η γερόντισσα και έβγαλε το μαντήλι από την τσέπη τής ποδιά της για να σκουπίσει το ιδρωμένο της πρόσωπο.
«Πραγματικά, αλλά εσείς εδώ έχετε αρκετή δροσιά».
«Καλά είναι κορίτσι μου, μα τα χρόνια μας δεν είναι καλά... Πέρασαν και μαζί τους έφεραν χίλια δυο προβλήματα. Ειρήνη είναι το όνομα μου» της απάντησε πρόσχαρα η γυναίκα. «Έλα, φάε λίγο από το παγωτό που σου έφερα πριν λιώσει!»
Η καλοσύνη τους γέμισε ευγενικά αισθήματα την ψυχή της Έλλης. Πόσο έλλειψε από τη ζωή της αυτή η ηλικία. Δε γνώρισε παππούδες και γιαγιάδες. Δεν είδε τους γονείς της ηλικιωμένους, δεν ένοιωσε τη ζεστασιά που βγάζουν οι άνθρωποι αυτής της ηλικίας!
«Κυρία Ειρήνη, μπορείτε να μου υποδείξετε κάποιο κατάλυμα για το βράδυ; Σκέφτομαι να μείνω εδώ σήμερα, να μη γυρίσω στη Μυτιλήνη», είπε η Έλλη.
«Μα φυσικά παιδί μου. Η μεγάλη μας κόρη έχει ενοικιαζόμενα δωμάτια. Περίμενε να πάρω τηλέφωνο να τη ρωτήσω αν έχει κανένα ελεύθερο…», είπε και σηκώθηκε χωρίς δεύτερη κουβέντα να πάει να πάρει τηλέφωνο στην κόρη της. Μέχρι να γυρίσει η κυρία Ειρήνη, ο μπάρμπας Στρατής δεν είπε τίποτα. Έδινε την εντύπωση ότι ξεκουραζόταν μετά από μια κουραστική μέρα, αλλά η Έλλη ένοιωθε το διαπεραστικό του βλέμμα. Είχε το ύφος ανθρώπου που προσπαθεί να ανασύρει μνήμες από το παρελθόν.
Η κυρά Ειρήνη δεν άργησε να επιστρέψει. Κάθισε στην ίδια θέση και αφού διόρθωσε τα άσπρα της μαλλιά και έδεσε το μαντήλι στο κεφάλι της, είπε στην Έλλη ότι η κόρη της δεν είχε ελεύθερο δωμάτιο.
«Μη στεναχωριέσαι κορίτσι μου, υπάρχουν πολλά ενοικιαζόμενα δωμάτια, θα σου βρούμε εύκολα ένα καλό για να μείνεις. Αν θέλεις πάντως εμείς μπορούμε να σε φιλοξενήσουμε σπίτι μας. Ε, Στρατή;», είπε η γυναίκα απευθυνόμενη προς τον άνδρα της.
«Μα φυσικά κυρά μου», της απάντησε αυτός.
Ένα χαμόγελο διαγράφηκε στα χείλη της Έλλης. Θυμήθηκε τους γονείς της και το πόσο αγαπημένοι ήταν, σαν αυτό εδώ το ζευγάρι, που απ’ ότι φαινόταν δε χαλούσε ο ένας το χατίρι του άλλου.
«Σας ευχαριστώ πάρα πολύ, αλλά δε θέλω να σας αναστατώσω», είπε η Έλλη με ευγένεια.
«Τι λες κόρη μου, χαρά μας. Το σπίτι μας είναι άδειο από τότε που μεγάλωσαν και έφυγαν τα παιδιά μας. Η μεγάλη μας κόρη είναι μια ανάσα δρόμος από το σπίτι μας, θα τη γνωρίσεις, θα πιείτε και καφέ μαζί. Όποτε θέλεις μπορούμε να ανηφορήσουμε για το χωριό», απάντησε η κ. Ειρήνη χωρίς να αφήσει περιθώρια άρνησης στην Έλλη.
«Είστε πολύ ευγενικοί. Ο Θεός να σας έχει πάντα καλά», είπε τελικά η Έλλη αποδεχόμενη την πρόσκληση.
Η απόσταση από τη Σκάλα Συκαμιάς έως τη Συκαμιά ήταν μικρή, μόλις 4 χιλιόμετρα. Ο δρόμος ανηφορικός, ανάμεσα σε γέρικες ελιές φορτωμένες από τον ευλογημένο καρπό. Η κυρία Ειρήνη παρά το σύντομο της διαδρομής κατάφερε να ενημερώσει πλήρως την Έλλη για τα μέλη της οικογένειάς της. Είχε τρία παιδιά, δύο κορίτσια και ένα αγόρι. Το αγόρι της έλειπε στο εξωτερικό, ενώ η μικρότερη κόρη τους ήταν παντρεμένη στη Μυτιλήνη. Είχε συνολικά δεκαπέντε εγγόνια, επτά κορίτσια και οκτώ αγόρια. Μάλιστα, της είπε, ότι σε λίγους μήνες θα αποκτούσε και το πρώτο της δισέγγονο! Καμάρωνε για την οικογένειά της, για τις χαρές που της έδωσε απλόχερα η ζωή. Μοναδικό παράπονό της ήταν που δεν έβλεπε τα εγγόνια της, όσο συχνά ήθελε.
«Η ευτυχία κρύβεται σε απλά καθημερινά πράγματα, στην καλοσύνη που πηγάζει από την ψυχή του καθενός και όχι στα πλούτη, τη δόξα και το χρήμα. Αυτά μόνο συμπληρωματικά μπορούν να λειτουργήσουν και όχι κατ’ ανάγκη σε όλους τους ανθρώπους», σκέφτηκε η Έλλη βλέποντας τη λάμψη στο πρόσωπο τής κυρίας Ειρήνης όση ώρα μιλούσε για τα παιδιά και τα εγγόνια της.
Ένοιωσε ένα σφίξιμο στο στήθος. Ο νους της πήγε αμέσως στην Αλεξάνδρα. Με την πρώτη ευκαιρία θα έπαιρνε τηλέφωνο στον αδελφό της να ρωτήσει για την κόρη της.
«Ευτυχώς δεν είναι αργά», σκέφτηκε και ένοιωσε κάπως καλύτερα.

 

Το πρώτο που αντίκρισε στη είσοδο του χωριού ήταν μια ωραία πέτρινη βρύση. Πιθανόν συμβολική η ύπαρξή της στο συγκεκριμένο σημείο, καθώς από εκεί και πέρα η χρήση του αυτοκινήτου καθίστατο σχεδόν αδύνατη. Με υπόδειξη της κυρίας Ειρήνης, η Έλλη έστριψε ανατολικά της βρύσης και πάρκαρε το αυτοκίνητο σ’ ένα ξέφωτο, δίπλα σε άλλα σταθμευμένα αυτοκίνητα. Όπως την πληροφόρησε η γυναίκα, από εκεί και πέρα θα ανηφόριζαν το στενό καλντερίμι που θα τους έβγαζε στην πλατεία.
Παντού όπου κι αν γυρνούσε το κεφάλι της η Έλλη διέκρινε πέτρινα σπίτια από γκρίζο τραχείτη. Παλιά αρχοντικά που αντιστέκονταν μέχρι και σήμερα στο χρόνο και τις εκσυγχρονιστικές τάσεις των ανθρώπων. Την προσοχή της τράβηξαν τα μεγάλα ξύλινα παραθυρόφυλλα και τα τόξα που σχημάτιζαν από πάνω τους τα τούβλα. Τα απλά κιονόκρανα με τις λαξευμένες σπείρες στις γωνίες τους, τα μπαλκόνια που στηρίζονται σε κίτρινα φουρούσια, τα αετώματα και οι κτητορικές επιγραφές. Σπίτια αρχοντικά με βαθύσκιωτα δέντρα στις αυλές τους. Λεμονιές, νεραντζιές, μανταρινιές και μυρωδάτα αγιοκλήματα σφιχταγκαλιασμένα με τους μαντρότοιχους. Καλοφτιαγμένα καλντερίμια με εγκάρσια σκαλοπάτια, παραδοσιακά καφενεδάκια, αμέτρητες βρυσούλες και γεράνια σε κεραμικές γλάστρες, συνέθεταν το τοπίο.
Το σπίτι της κυρίας Ειρήνης, διώροφο, πέτρινο, με εσωτερική μεγάλη αυλή, βρισκόταν στο πρώτο παράλληλο καλντερίμι προς την πλατεία. Το εσωτερικό του ήταν παραδοσιακό, με λυτή και χρηστική επίπλωση. Παντού διέκρινες τη νοικοκυροσύνη της. Τα εργόχειρα της κολλαρισμένα ήταν μικρά αριστουργήματα. Τα υφαντά της πλουμιστά και πεντακάθαρα. Στους τοίχους υπήρχαν πολλές ασπρόμαυρες φωτογραφίες, αλλά και διακοσμητικά πιάτα. Από τις δαντελωτές κουρτίνες μπορούσε κανείς να διακρίνει τα γεράνια και στο βάθος το γαλάζιο της θάλασσας. Αρμονικές εικόνες που σου γαληνεύουν την ψυχή.

 

Το ρολόι του τοίχου χτύπησε έξη φορές. Η ζέστη εξακολουθούσε να είναι έντονη παρά τη δροσιά που προσέφερε η πλατύφυλλη μουριά στο κέντρο της αυλής. Ο δροσερός καφές δεν είχε τα αναμενόμενα αποτελέσματα. Η Έλλη ένοιωθε το κεφάλι της βαρύ, πιθανόν από το πολύ ούζο που είχε καταναλώσει το μεσημέρι στην ταβέρνα. Ήθελε όσο τίποτε άλλο να ξαπλώσει να κοιμηθεί, αλλά προτίμησε να μη το κάνει παρά τις υποδείξεις της κυρίας Ειρήνης. Ήθελε να περιμένει τον μπάρμπα Στρατή να γυρίσει στο σπίτι.
Πήρε το τηλέφωνό της και πληκτρολόγησε τον αριθμό του αδελφού της.
«Πως είσαι κορίτσι μου;», άκουσε να της λέει ο Κωστής από την άλλη άκρη της γραμμής.
«Καλά είμαι Κωστή. Κάνει πολύ ζέστη εδώ. Εσείς πως είστε; Η Αλεξάνδρα μου τι κάνει;»
Ο Κωστής έμεινε άναυδος. Δεν πίστευε στα αυτιά του. Νόμισε πως παράκουσε.
«Τι είπες; Δε σ’ άκουσα καλά, μπορείς να το επαναλάβεις;», της είπε.
«Η Αλεξάνδρα μου λέω, τί κάνει;»
Ο Κωστής κούνησε το κεφάλι του για να συνέλθει. «Η Αλεξάνδρα μου…! Καλό κι αυτό!», σκέφτηκε ο Κωστής πριν της απαντήσει.
«Το παιδί είναι καλά, εσύ;»
«Κωστή, είμαι στη Μυτιλήνη».
«Τι κάνεις εκεί;», τη διέκοψε, «Δεν είπες ότι θα πήγαινες στην Αθήνα;»
«Ναι, έτσι είπα. Φεύγω αύριο το απόγευμα για Αθήνα και θα επιστρέψω το συντομότερο δυνατό. Θέλω να μιλήσουμε σοβαρά. Έχουμε αφήσει ανοιχτά πολλά κεφάλαια της ζωής μας, κι αν δεν τα κλείσουμε θα τα βρίσκουμε συνεχώς μπροστά μας. Σ’ αγαπώ να το θυμάσαι πάντα αυτό. Σ’ αφήνω τώρα, φίλησέ μου την Αλεξάνδρα μου!»
Ο Κωστής είχε μείνει στήλη άλατος. Δεν μπορούσε να καταλάβει την απότομη μεταστροφή της αδελφής του. Την άκουσε δυναμική, με πυγμή. Χωρίς ανασφάλειες. Σα να άκουγε την Έλλη που ήξερε πριν από δύο χρόνια, πριν από την «εισβολή» του Τζων στη ζωή της.
Ήταν τέλη Οκτωβρίου όταν η Έλλη έμαθε ότι ήταν έγκυος. Δεν θέλησε να το ανακοινώσει τηλεφωνικά στον Τζων. Περίμενε να έρθει για να του το πει από κοντά. Ήθελε να δει τη χαρά να ζωγραφίζεται στο πρόσωπο του. Ήθελε πάρα πολύ να κάνει ένα παιδί μαζί της. Έτσι τουλάχιστον της είχε πει. Δυστυχώς όμως δεν γύρισε ποτέ. Ξαφνικά χάθηκαν τα ίχνη του. Το τηλέφωνό του ήταν απενεργοποιημένο και ξαφνικά κανείς δεν γνώριζε τίποτα γι’ αυτόν. Λες και είχε ανοίξει η γη και τον κατάπιε! Στην αρχή η Έλλη έτρεφε κάποιες ελπίδες. Πίστευε ότι κάποια στιγμή θα εμφανιζόταν και σίγουρα θα είχε μια πειστική δικαιολογία για την εξαφάνισή του. Στην πορεία όμως, όσο οι μήνες κυλούσαν, οι ελπίδες της άρχισαν να εξανεμίζονται. Ο ερχομός της Αλεξάνδρας δεν έφερε τις χαρές που φέρνει ένα νεογέννητο σε μια οικογένεια. Η Έλλη έπεσε σε μελαγχολία. Κλείστηκε στον εαυτό της. Ακολούθησαν οι αποκαλύψεις του Μαρτίου, ένα δεύτερο πλήγμα στην ήδη ευάλωτη ιδιοσυγκρασία της, με αποτέλεσμα την φροντίδα της μικρής Αλεξάνδρας να την αναλάβει ουσιαστικά η Φρόσω.
Η Αλεξάνδρα είχε γίνει περίπου δεκατεσσάρων μηνών και για πρώτη φορά άκουγε την αδελφή του, να ρωτά τι κάνει η Αλεξάνδρα και μάλιστα να βάζει και το «μου!» Από τη στιγμή που την έφερε στον κόσμο δεν ενδιαφέρθηκε στον βαθμό που θα έπρεπε να ενδιαφερθεί για το μεγάλωμα τής κόρης της. Και ξαφνικά, έτσι στο πουθενά… σήκωσε το τηλέφωνο και ρώτησε τι κάνει το παιδί της!
«Τελικά πόσο απρόβλεπτη έχει γίνει αυτή η κοπέλα! Μακάρι να συνήλθε και όλα μπορούν να αλλάξουν. Ευτυχώς η Αλεξάνδρα είναι ακόμη πολύ μικρή! Όλα μπορούν να διορθωθούν και να γίνουν όπως πρέπει», σκέφτηκε ο Κωστής και πήρε αμέσως τηλέφωνο τη γυναίκα του.
«Φρόσω έχω νέα… Δε θα το πιστέψεις!»
«Τι έγινε αγάπη μου; Πες μου;»
Ο Κωστής της είπε για το περίεργο τηλεφώνημα της Έλλης και η Φρόσω δεν πίστευε στα αυτιά της!
«Λες Κωστή να πάρουν όλα το δρόμο τους;», είπε η Φρόσω.
«Η Έλλη μου είπε ότι θα γυρίσει σύντομα και ότι θέλει να μιλήσουμε σοβαρά. Λες να έμαθε κάτι στη Μυτιλήνη;»
«Πιστεύεις ότι αν είχε μάθει δε θα σου το έλεγε;»
«Η Έλλη που γνωρίζω ναι, αλλά μετά τα όσα μεσολάβησαν τα τελευταία χρόνια, τι να πω πια!», απάντησε ο Κωστής.

 

Ο ήλιος είχε βασιλέψει όταν ο μπάρμπα Στρατής άνοιξε τη μεγάλη σιδερένια αυλόπορτα φορτωμένος με ψώνια. Η Έλλη που ακόμη απολάμβανε το άρωμα των λουλουδιών στην αυλή χαζεύοντας τη θάλασσα, μόλις τον είδε πετάχτηκε όρθια και έτρεξε να τον βοηθήσει.
«Καλώς ήρθες, γιατί δεν ειδοποίησες να έρθω να σε βοηθήσω και κουβάλησες τόσα πράγματα μόνος σου;», του είπε αυθόρμητα η Έλλη λες και γνωρίζονταν από πάντα.
Ο μπάρμπα Στρατής χαμογέλασε και της έδωσε μερικά από τα ψώνια του.
«Μη σκιάζεσαι κόρη μου, δεν τα κουβάλησα μόνος μου. Μ’ έφερε ο παραγιός που έχουμε στην ταβέρνα. Άντε πήγαινε στην κυρά Ειρήνη να ετοιμάσει τραπέζι για το βράδυ. Σήμερα έχουμε γιορτή. Θα έρθουν και τα παιδιά μας».
«Ποιος γιορτάζει;», ρώτησε η Έλλη.
«Γιορτή είναι κάθε φορά που ανοίγεις το σπίτι σου σε αγαπημένα πρόσωπα. Μπας και του λόγου σου δε θες να γίνεις ένα απ’ αυτά;», της είπε με νόημα.
«Τιμή μου μπάρμπα Στρατή. Σ’ ευχαριστώ.»
«Άντε άφησε τα ψώνια μέσα και έλα να τα πούμε. Φέρε και κάτι δροσερό να πιούμε».
Η Έλλη μετέφερε τις σακούλες με τα ψώνια στην κουζίνα εκεί που η κυρία Ειρήνη ετοίμαζε για το βραδινό τραπέζι Και παρά την επιθυμία της να τη βοηθήσει, εκείνη αρνιόταν.
«Εσύ σύρε να χαζέψεις τις ομορφιές. Θα έρθει η ώρα που θα βοηθήσεις. Θα σου πω εγώ», της είχε πει.
Ο μπάρμπα Στρατής είχε ξαπλώσει στη μεγάλη ψάθινη πολυθρόνα, είχε ανάψει το τσιγάρο του και περίμενε υπομονετικά την Έλλη να επιστρέψει. Από την πρώτη στιγμή που την αντίκρισε στην ταβέρνα κάτι του θύμιζε το όμορφο πρόσωπό της, αλλά δεν μπορούσε να θυμηθεί από πού την γνώριζε. Ο ίδιος δεν είχε φύγει ποτέ από τη Συκαμιά κι αυτή ερχόταν για πρώτη φορά… Κάτι δεν κολλούσε στην ιστορία.
Που θα μου πάει θα θυμηθώ, έλεγε και ξανάλεγε στον εαυτό του. Αυτό το αεράτο περπάτημα, το λαμπερό χαμόγελο και τα ξανθά μαλλιά, κάπου τα ξέρω εγώ, αλλά από πού;
Είχε πέσει σε βαθιά περισυλλογή όλο το απόγευμα προσπαθώντας να συνδυάσει τα λόγια της Έλλης με την αεράτη κορμοστασιά της, που του φαινόταν τόσο γνώριμη, αλλά δεν τα κατάφερνε. Η διαίσθησή του τού έλεγε ότι δε βρέθηκε τυχαία στα μέρη τους. Κάτι έψαχνε, κι αυτό το κάτι σίγουρα δεν ήταν μια ξεχασμένη φίλη της μητέρας της.
«Παναγιά μου Γοργόνα» μεθαύριο που ξημερώνει η γιορτή σου, βάλε το χέρι σου. Δώσε μου ένα σημάδι. Αυτή η κοπέλα, το νοιώθω, δεν ήρθε τυχαία. Ας είναι για καλό. Βοήθα Μεγαλόχαρη!», είπε από μέσα του ο μπάρμπα Στρατής και σταυροκοπήθηκε στρέφοντας το βλέμμα προς το εκκλησάκι της Παναγιάς της Γοργόνας.
«Τι κάνεις εκεί παππού;» του φώναξε ο εγγονός του. «Τι σταυροκοπιέσαι; Καλά λέει η γιαγιά ότι όσο γερνάς ίδιος ο συγχωρεμένος ο αδελφός σου γίνεσαι!»
Ο μπάρμπα Στρατής ένοιωσε ξαφνικά να τον διαπερνά ηλεκτρικό ρεύμα. Το πρόσωπο του χλώμιασε και τα πόδια του λύγισαν. «Σαν το συγχωρεμένο τον αδελφό σου γίνεσαι…», «Σαν το συγχωρεμένο τον αδελφό σου γίνεσαι…». Τα λόγια τού εγγονού του ξύπνησαν μνήμες ξεθωριασμένες, μνήμες που επιζητούσαν μια αφορμή για να ξαναζωντανέψουν.
«Παππού είσαι καλά; Παππού, παππού τι έπαθες;», άρχισε να φωνάζει ο εγγονός του. Τον έβαλε να καθίσει σε μια καρέκλα και φώναξε τον παραγιό να φέρει γρήγορα νερό και να τηλεφωνήσει στο γιατρό.
«Ησύχασε παιδί μου», είπε με τρεμάμενη φωνή ο μπάρμπα Στρατής. «Δεν έχω τίποτα. Καλά είμαι. Και μη τυχόν πεις τίποτα στη γιαγιά σου», τον πρόσταξε.
«Μα… παππού!»
«Δεν έχει μα! Έλα να σε φιλήσω. Η Παναγιά έκανε το θαύμα της! Μεγάλη η χάρη Της! Μεθαύριο που γιορτάζει θα της ανάψω μια λαμπάδα ίσα με το μπόι σου!»
«Παππού σίγουρα είσαι καλά; Τι είναι αυτά που λες; Ποιο θαύμα;»
«Ξέρω εγώ, ξέρω τι σου λέω! Θα έρθει η ώρα που θα μάθεις κι εσύ! Άντε πήγαινε να φέρεις τα ψώνια. Θα ανέβω σπίτι. Σήμερα θα σ’ αφήσω μόνο σου στο μαγαζί. Έχουμε επισκέπτη!»
Ο εγγονός μη ξέροντας τι άλλο να πει και να κάνει υπάκουσε στις προσταγές του παππού του, αν και κάπου στο βάθος του μυαλού του πίστευε ότι παραγέρασε ο παππούς του και άρχισε να τα χάνει!

 

Η Έλλη επέστρεψε από την κουζίνα κουβαλώντας μια μεγάλη γυάλινη κανάτα με δροσερή πορτοκαλάδα και τρία ποτήρια. Ο μπάρμπα Στρατής έστριψε το μουστάκι του και της χαμογέλασε γεμάτος ικανοποίηση.
«Σήμερα Έλλη μου θα γνωρίσεις το ένα τρίτο της οικογένειάς μου. Κάλεσα την κόρη του, τον γαμπρό μου και τα τρία τους παιδιά, που μένουν εδώ στη Συκαμιά για να δειπνήσουμε όλοι μαζί. Η άλλη μου η κόρη που μένει στη Μυτιλήνη δε θα μπορέσει να έρθει γιατί περιμένουμε γεννητούρια. Η εγγόνα μου είναι στις μέρες της».
«Ναι, μου είπε η κυρία Ειρήνη. Άντε με το καλό και να αξιωθείτε να δείτε και τρισέγγονα», του απάντησε η Έλλη.
«Μακάρι παιδί μου, αλλά δεν το νομίζω. Η ζωή φέρθηκε καλά σε μένα και την οικογένειά μου. Δεν έχω παράπονο. Κάποιους άλλους τους τιμώρησε σκληρά και δεν μπόρεσα ποτέ να καταλάβω το γιατί!»
«Έχεις δίκιο μπάρμπα Στρατή. Αλλοίμονο σ’ αυτούς που τους σημάδεψε η μοίρα από τη γέννησή τους…!»
«Για πες μου τώρα τί θέλεις να φας και μη μου λες εμένα ότι είσαι λιγόφαγη. Σαν πούπουλο στον άνεμο είσαι και θα σε πάρει καμιά ώρα και θα σε πετάξει ποιος ξέρει που!», είπε ο Στρατής αλλάζοντας απότομα την κουβέντα.
«Απ’ ότι κατάλαβα δεν είσαι του ψαριού. Γι’ αυτό έφερα κρέατα να ψήσουμε στη σχάρα. Πες μου αν σου αρέσουν;», συνέχισε
«Τρελαίνομαι! Βλέπεις είμαι βουνίσια!»
«Άντε στη υγειά της βουνίσιας φίλη μας. Να ‘σαι πάντα καλά!», της είπε και κατέβασε μονορούφι τη δροσερή πορτοκαλάδα που του σέρβιρε η Έλλη.
«Έχεις αδέλφια μπάρμπα Στρατή;»
Ο μπάρμπα Στρατής κούνησε το κεφάλι του και βαριαναστέναξε.
«Είχα έναν αδελφό, αλλά πάνε χρόνια που τον έχασα. Αυτό που είπες για τη μοίρα… του ταιριάζει απόλυτα!»
«Γιατί το λες αυτό; Τι έπαθε; Θέλεις να μου πεις ή σε στεναχωρεί η κουβέντα αυτή;»
«Όσα χρόνια και να περάσουν, πάντα θα με στεναχωρεί. Κάποια πράγματα στη ζωή δεν μπορείς να τα αλλάξεις! Είναι μεγάλη ιστορία κόρη μου! Ο αδελφός μου έφυγε από καημό για το μονάκριβο παιδί του. Από πίσω έφυγε και η γυναίκα του!»
Η Έλλη δεν τόλμησε να ρωτήσει περισσότερα. Έμεινε σιωπηλή. Το ίδιο και ο μπάρμπα Στρατής. Ο καθένας βυθίστηκε στις δικές του σκέψεις, ευτυχώς όχι για πολύ γιατί η κυρία Ειρήνη εμφανίστηκε στην αυλή κουβαλώντας έναν μεγάλο δίσκο με λιχουδιές.
«Άντε, Στρατή άναψε τα κάρβουνα. Η Ελένη όπου να ‘ναι θα έρθει με τα παιδιά. Ο Ταξιάρχης θα πάει να πάρει το Νίκο από την ταβέρνα και θα έρθουν μαζί. Μόλις πήραν τηλέφωνο».
«Γυναίκα, φέρε και το ραδιόφωνο να ακούσουμε και κανένα τραγούδι. Σήμερα έχουμε γιορτή!», είπε ο μπάρμπα Στρατής υπακούοντας στις διαταγές της αρχόντισσας του σπιτιού.

 

Η Ελένη, έμοιαζε στην μητέρας της την κυρία Ειρήνη. Ήταν ευγενική και είχε μια απίστευτη σβελτάδα παρά τα παραπανήσια κιλά που διέθετε. Ήταν ικανή να φέρει τα πάνω κάτω! Ο άνδρας της ήταν κι αυτός έξω καρδιά και έδειχνε σεβασμό στα πεθερικά του. Τα παιδιά τους ήταν είκοσι επτά ο μεγάλος, είκοσι τεσσάρων ο μεσαίος και δεκαεπτά χρόνων ο μικρός. Ο μεγάλος δούλευε στην ταβέρνα της οικογένειας στη Σκάλα, ο μεσαίος σπούδαζε Μαθηματικά και ο τρίτος πήγαινε ακόμη στο σχολείο. Εξαιρετικοί άνθρωποι, όλοι τους ανοιχτόκαρδοι και φιλόξενοι.
«Έτσι πρέπει να είμαστε και εμείς με τον Κωστή και τη Φρόσω. Αφήσαμε τα προβλήματα να μας διαλύσουν. Όταν επιστρέψω θα αλλάξουν όλα. Αυτό το ταξίδι με δίδαξε πολλά», σκέφτηκε η Έλλη πριν πέσει να κοιμηθεί στα μοσχομυριστά κλινοσκεπάσματα της κυρίας Ειρήνης, μετά το γλέντι της οικογένειας που κράτησε μέχρι τη μία το πρωί.
Εκείνο το βράδυ κοιμήθηκε σαν αγγελούδι. Είχε να κοιμηθεί τόσο καλά, χρόνια τώρα. Δεν τη βασάνισε κανένα όνειρο, κανένας εφιάλτης. Η ψυχή της είχε γαληνέψει και το σώμα της είχε παραδοθεί στα χέρια του Μορφέα.
Ήταν περασμένες δέκα το πρωί όταν άνοιξε τα μάτια της. Ο ήλιος φώτιζε το δωμάτιο και ο ήχος από το κελάιδισμα των πουλιών χάιδευε τα αυτιά της. Ένα χαμόγελο ευτυχίας ζωγραφίστηκε στα χείλη της. Σηκώθηκε και πήγε προς το ανοιχτό παράθυρο. Η θάλασσα στο βάθος λαμπίριζε, ενώ το άρωμα των λουλουδιών μεθούσε τις αισθήσεις της. Ένοιωσε την «ανάσα του Θεού!» Τον ευχαρίστησε για τη μεγαλοψυχία του.
Στο σπίτι επικρατούσε απόλυτη ησυχία. Είχαν ήδη φύγει για την ταβέρνα. Στο τραπεζάκι του σαλονιού βρήκε ένα σημείωμα που απευθυνόταν σ’ αυτήν.
«Κόρη μου, εμείς πάμε στην ταβέρνα. Η Ελένη είπε να την πάρεις τηλέφωνο να συναντηθείτε. Θα σε περιμένουμε στη Σκάλα», και από κάτω είδε γραμμένο το κινητό τηλέφωνο της Ελένης.
Ετοίμασε ένα καφέ και κατευθύνθηκε προς την βεράντα του σπιτιού. Ήθελε έστω και για λίγα ακόμη λεπτά να απολαύσει τον επίγειο αυτό παράδεισο, πριν ετοιμάσει τα πράγματα της και τηλεφωνήσει στην Ελένη. Καθώς διέσχισε το δωμάτιο, το βλέμμα της έπεσε σ’ ένα μπουφεδάκι που είχε άλμπουμ με φωτογραφίες. Χωρίς δεύτερη σκέψη πήρε ένα και βγήκε στη βεράντα. Η φωτογραφία ήταν ένα από τα αγαπημένα της χόμπι. Της άρεσε και να βλέπει και να βγάζει φωτογραφίες. Άναψε ένα τσιγάρο και άνοιξε το ξεθωριασμένο από το χρόνο καπάκι. Οι φωτογραφίες ήταν ασπρόμαυρες. Απεικόνιζαν πρόσωπα και παραστάσεις από τη ζωή τής οικογένειας, τουλάχιστον μισό αιώνα πριν. Γάμοι, βαφτίσια, γλέντια, αναμνηστικές οικογενειακές φωτογραφίες, τοπία… Αναμνήσεις μιας ολόκληρης ζωής. Σε κάποιες αναγνώρισε τον μπάρμπα Στρατή και την κυρία Ειρήνη, στα νιάτα τους με τα παιδιά τους μικρά.
Ξεφυλλίζοντας το άλμπουμ, το μάτι της έπεσε σε μια φωτογραφία πορτρέτο, που απεικόνιζε μια κοπέλα γύρω στα δεκαοκτώ, με ανοιχτόχρωμα μάτια και μαλλιά. Λίγο έλειψε να της πέσει το άλμπουμ από τα χέρια και να διαλυθεί. Ένοιωσε το σώμα της να ανατριχιάζει. Το πρόσωπο τής κοπέλας αυτής, της φάνηκε πολύ γνώριμο! Ξανακοίταξε τη φωτογραφία πιο προσεκτικά. Είχαν το ίδιο χρώμα ματιών, μόνο που τα δικά της ήταν πιο μεγάλα. Είχαν το ίδιο χαμόγελο, μόνο που αυτή σχημάτιζε λακκάκια όταν γελούσε.
«Θα μπορούσε να είναι η μητέρα μου», σκέφτηκε η Έλλη, «εκτός κι αν η ζωή μού παίζει κι άλλα παιχνίδια!»
Τα χέρια της άρχισαν να τρέμουν. Κρύος ιδρώτα την έλουσε.
«Όποια κι αν είναι η κοπέλα αυτή, για να βρίσκεται η φωτογραφία της μέσα στο οικογενειακό άλμπουμ του μπάρμπα Στρατή, σημαίνει ότι ή την γνωρίζουν καλά ή είναι συγγενής τους», σκέφτηκε η Έλλη και πήρε την απόφαση να ρωτήσει την Ελένη. Έπρεπε να μάθει πάση θυσία. Δεν μπορούσε να φύγει χωρίς να μάθει ποια είναι η κοπέλα αυτή και ποια η σχέση της με την οικογένεια του μπάρμπα Στρατή. Σχημάτισε χωρίς δεύτερη σκέψη τον αριθμό τηλεφώνου της Ελένης, η οποία της είπε ότι το πολύ σε μισή ώρα θα περνούσε να την πάρει από το σπίτι να πάνε για καφέ στην πλατεία και μετά θα την ξεναγούσε στο χωριό. Η Έλλη περιορίστηκε σ’ ένα «εντάξει σε περιμένω», προσπαθώντας να κρύψει την ταραχή της.
Η μισή ώρα τής φάνηκε αιώνας. Είχε ήδη μαζέψει τα πράγματά της, είχε τακτοποιήσει το κρεβάτι της, είχε πλύνει το ποτήρι του καφέ που είχε πιεί, αλλά οι λεπτοδείκτες δεν έλεγαν να κουνηθούν… Πηγαινοερχόταν μέσα στο δωμάτιο κοιτάζοντας μια το άλμπουμ με τη φωτογραφία και μια τη θάλασσα, από το ανοιχτό παράθυρο. Ξανακοίταξε το κρεμαστό ρολόι στον τοίχο. Ο χρόνος είχε παγώσει στο χθες, όπως και η ίδια.
Ο θόρυβος της βαριάς σιδερένιας εξώπορτας την επανέφερε στην πραγματικότητα. Έτρεξε στη βεράντα και είδε την Ελένη να μπαίνει στην αυλή κρατώντας στο χέρι της μια νάιλον σακούλα. Μόλις είδε την Έλλη στη βεράντα, της φώναξε κεφάτα:
«Καλημέρα Έλλη μου, τί κάνεις;»
Η Έλλη σήκωσε το χέρι της και χαμογέλασε μηχανικά. Ξαφνικά την έπιασε σύνδρομο πανικού. Πως θα της μιλούσε, τί θα της έλεγε; Το πρόσωπό της είχε χλωμιάσει, τα χέρια της έτρεμαν και τα μάτια της γέμισαν δάκρυα.
Η Ελένη αμέριμνη, ανέβηκε την ξύλινη εσωτερική σκάλα και μπαίνοντας στο σαλόνι του σπιτιού είδε την Έλλη ακουμπισμένη στο παράθυρο να κλαίει.
«Έλλη;», φώναξε γεμάτη αγωνία. Άφησε βιαστικά τη νάιλον σακούλα που κουβαλούσε πάνω στο τραπέζι και έτρεψε προς το μέρος της.
«Έλλη, τι συμβαίνει; Τι έπαθες;», επανέλαβε πιάνοντάς την από το μπράτσο.
«Εσύ κορίτσι μου είσαι παγωμένη! Χριστέ μου! Τι συμβαίνει; Να φωνάξω γιατρό;», είπε έκπληκτη η Ελένη και έπιασε το τηλέφωνό της.
«Άσε το τηλέφωνο Ελένη. Δεν χρειάζομαι γιατρό.» της είπε η Έλλη ξεψυχισμένα. «Θέλω να σε ρωτήσω κάποια πράγματα. Είναι πολύ σημαντικά για μένα», πρόσθεσε και κάθισε σε μια από τις καρέκλες της τραπεζαρίας πάνω στην οποία είχε αφήσει πριν από λίγο το φωτογραφικό άλμπουμ.
Η Ελένη γεμάτη απορίες για την συμπεριφορά της Έλλης κάθισε απέναντί της και στύλωσε τα μάτια της στα δικά της.
Η Έλλη έσπρωξε το άλμπουμ προς το μέρος της Ελένης και δείχνοντάς της την φωτογραφία της νεαρής κοπέλας με την οποία έμοιαζαν σαν δυο σταγόνες νερού την ρώτησε:
«Έλλη ποια είναι αυτή η κοπέλα;»
Η Ελένη κοίταξε τη φωτογραφία και με κομμένη την ανάσα τής είπε:
«Γιατί ρωτάς Έλλη;»
Δεν πήρε απάντηση. Ένοιωσε ξαφνικά ένα ρίγος στην σπονδυλική της στήλη και τα χείλη της να στεγνώνουν.
«Είναι ξαδέλφη μου», είπε τελικά. «Τώρα που βλέπω την φωτογραφία… πραγματικά μοιάζετε καταπληκτικά. Μου το είπε και ο πατέρας μου χθες το βράδυ», συνέχισε. «Εσύ όμως γιατί ρωτάς;» επέμενε η Ελένη κοιτάζοντας την επίμονα στα μάτια.
Χείμαρροι δακρύων κύλησαν αθόρυβα από τα μάτια τής Έλλης. Ήθελε να της πει: «Είναι η μάνα μου», μα δε βγήκε λέξη από τα χείλη της.
Η Ελένη είχε σαστίσει. Χιλιάδες σκέψεις πέρασαν από το μυαλό της, μα πιο πολύ την μπέρδευε η ομοιότητά τής Έλλης με την ξαδέλφη της. Πήγε στην κουζίνα και έφερε δύο ποτήρια παγωμένο νερό. Έδωσε το ένα στην Έλλη και κάθισε και πάλι απέναντι της σιωπηλή.
«Συγνώμη Ελένη μου, για την όλη συμπεριφορά μου», είπε μετά από λίγη ώρα η Έλλη καταφέρνοντας τελικά να βρει τον αυτοέλεγχο της.
«Δεν καταλαβαίνω τίποτα! Γνωρίζεις την ξαδέλφη μου; Πώς; Και από πού; Που βρίσκεται; Ζει;»
«Τί να σου πρωτοπώ και τί να σε πρωτορωτήσω; Γνωρίζω νομίζεις περισσότερα από σένα;», της είπε η Έλλη μπερδεύοντας ακόμη περισσότερο την Ελένη.
«Τι εννοείς; Δεν την γνωρίζεις; Τότε γιατί…;»
«Είναι μεγάλη ιστορία και δεν ξέρω από πού να αρχίσω. Από την άλλη, δεν είμαι σίγουρη για τίποτα. Μπορεί απλά να είναι συμπτωματική η ομοιότητά μας!».
«Δεν καταλαβαίνω τίποτα…!»
«Θα με βοηθούσε πολύ αν μου έλεγες πρώτα εσύ κάποια πράγματα», είπε η Έλλη
«Σαν τι;» της απάντησε η Ελένη.
«Πως την λένε την ξαδέλφη σου;»
«Ελένη, σαν και μένα. Έχουμε και οι δύο το όνομα της γιαγιά μας. Ο πατέρας μου και ο πατέρας της ήταν αδέλφια».
«Που βρίσκεται τώρα η ξαδέλφη σου;»
«Τι να σου πω… και για μας είναι ένα μυστήριο. Έχουμε να μάθουμε νέα της κοντά σαράντα χρόνια. Δεν ξέρουμε αν ζει, αν πέθανε, τι απέγινε».
«Γιατί; Τι συνέβη και δεν έχετε νέα της;»
«Θα σου πω εν συντομία. Όταν τελείωσε το σχολείο η ξαδέλφη μου ήθελε να σπουδάσει. Ήταν πολύ καλή μαθήτρια. Ο θείος μου δεν ήθελε να την αφήσει να φύγει μόνη της στην Αθήνα. Στα μέρη μας έλεγαν, εκείνα τα χρόνια, ότι το κορίτσι δεν πρέπει να φεύγει από το πατρικό της παρά μόνο αν είναι να παντρευτεί και να πάει στο σπίτι του άνδρα της. Οι σπουδές έλεγαν δεν είναι για τα κορίτσια που μόνος τους προορισμός ήταν να γίνουν καλές νοικοκυρές. Ο θείος μου που λες, ήταν ανένδοτος, αλλά και η ξαδέλφη μου πολύ πεισματάρα. Η μαμά της την παρακαλούσε να λογικευτεί. Ήταν πολύ όμορφη κοπέλα και όλα τα παλικάρια τη γλυκοκοίταζαν. Είχαν μεγάλη περιουσία και θα την καλοπάντρευαν. Αυτή όμως δεν ήθελε γάμους, ήθελε να σπουδάσει. Επέμενε πολύ και μια μέρα αφού δεν κατάφερε να τους πείσει, το έσκασε από το σπίτι και πήγε μόνη της στην Αθήνα. Ο θείος μου έγινε «τούρκος» από το θυμό του. Έλεγε συνεχώς ότι την ξέγραψε από παιδί του, γιατί τον παράκουσε, αλλά μέσα του πονούσε πολύ. Από τότε δεν την ξαναείδαμε. Δε γύρισε ποτέ στο χωριό. Στην αρχή έστελνε κανένα γράμμα στη μάνα της με τα νέα της, αλλά στην πορεία σταμάτησε να γράφει. Ο θείος μου πέθανε από τον καημό του και από πίσω τον ακολούθησε και η θεία μου. Μοναχοπαίδι το είχαν και το έχασαν.. Δεν το άντεξαν!»
«Και δεν την αναζήτησαν όλα αυτά τα χρόνια;»
«Προσπάθησαν αλλά δε γνώριζε κανείς τίποτα. Κάποια στιγμή μερικά χρόνια αργότερα ένας άνδρας πέρασε από το χωριό και την αναζητούσε. Έπεσαν όλοι πάνω του και τον ρωτούσαν από που τη γνωρίζει και τα σχετικά. Εκείνος τους είχε πει ότι και ο ίδιος έψαχνε να τη βρει. Ήταν φίλοι αλλά κάποια στιγμή την έχασε».
«Ποιος ήταν αυτός ο άνδρας;»
«Δε θυμάμαι το όνομα του. Η μάνα μου θα το θυμάται σίγουρα. Αυτή δεν ξεχνά εύκολα ονόματα. Αυτό που θυμάμαι είναι ότι είχε συστηθεί ως ηθοποιός. Μάλιστα αυτό δεν καλάρεσε στο θείο μου γιατί υπέθεσε ότι το παιδί του είχε κακοπέσει εκεί στην Αθήνα και γι’ αυτό δεν επικοινωνούσε μαζί τους».
Η Έλλη αναστέναξε. Άναψε ένα τσιγάρο και άρχισε να καπνίζει παθιασμένα.
«Δώσε και μένα ένα Έλλη, νομίζω ότι θα το ξαναρχίσω σήμερα…», είπε η Ελένη και αναστέναξε κι αυτή με τη σειρά της.
«Εσύ τί ξέρεις για την ξαδέλφη μου; Σειρά σου τώρα να μου πεις…»
«Αν δεν κάνω λάθος, κι αν αυτά που μου είπαν είναι αλήθεια, τότε…».
«Τότε τί;», είπε γεμάτη αγωνία η Ελένη.
«Τότε υπάρχουν πολλές πιθανότητες να είναι…». Παύση... «Να είμαι η κόρη της ξαδέλφης σου!»
Η Ελένη έβγαλε ένα επιφώνημα και έφερε τα χέρια της στο στόμα. «Χριστέ μου! Τι μου λες τώρα!»
Πάνω από δύο ώρες οι δύο γυναίκες ξεδίπλωναν το μίτο της Αριάδνης προσπαθώντας να βρουν ένα φως στην άκρη της δαιδαλώδους ιστορίας. Η Έλλη της είπε όλα όσα γνώριζε και η Ελένη την παρακολουθούσε πότε άφωνη και πότε βγάζοντας επιφωνήματα έκπληξης. Κάποιες στιγμές έκλαιγε για την τύχη της ξαδέλφης της και άλλες πάλι χάιδευε την Έλλη παρηγορώντας την.
Η ζωή γράφει τα πιο απίστευτα σενάρια, κι αλίμονο στους πρωταγωνιστές, που η μοίρα όρισε να υποδυθούν τους τραγικούς ρόλους…!
Είχε μεσημεριάσει για τα καλά όταν χτύπησε το τηλέφωνο στο σπίτι. Το σήκωσε η Ελένη. Ήταν η μάνα της, η κυρά Ειρήνη.
«Εκεί είστε ακόμη; Δεν θα έρθετε για φαγητό; Ο μπαμπάς σου ετοίμασε ένα σωρό πράγματα για την Έλλη. Να της το πεις. Σας περιμένουμε.»
«Καλά μάνα, κατεβαίνουμε σε λίγο», της απάντησε η Ελένη.
«Ελένη, μπορώ να πάρω τη φωτογραφία;», ρώτησε η Έλλη.
«Φυσικά! Το ρωτάς;»
«Θέλω να μου κάνεις μια χάρη. Θέλω να κάνουμε και μια εξέταση DNA. Θέλω να ήμαστε απόλυτα σίγουροι, αν και όλα τα στοιχεία ταιριάζουν, εκτός από το όνομα. Η θεία Μέλπω μου είχε πει ότι την κοπέλα την έλεγαν Έλλη, και ότι η θετή μου μητέρα με ονόμασε και εμένα Έλλη, στη μνήμη της. Μπορεί βέβαια να μη θυμάται καλά ή να μην τους είχε πει το πραγματικό της όνομα. Εξάλλου δεν είχε σκοπό να με δώσει για υιοθεσία και ούτε μπορούσε να φανταστεί ότι θα πέθαινε στη γέννα…»
«Αν το χρειάζεσαι, δεν έχω αντίρρηση. Να ξέρεις όμως ότι εκεί που μιλούν οι καρδιές οι εξετάσεις περισσεύουν! Αυτό που δεν μπορώ να καταλάβω είναι τί δουλειά είχε η ξαδέλφη μου με τα μπουλούκια; Αυτή γιατρός πήγε να σπουδάσει όχι ηθοποιός», είπε με απορία η Ελένη.
«Υπάρχουν πολλά κενά και δυστυχώς δεν είναι κανείς στη ζωή για να μας λύσει τις απορίες μας. Απ’ όσα είπαμε σήμερα, συμπεραίνω ότι πιθανόν έκανε κάποια σχέση με έναν ηθοποιό και να τον συνόδευε στην περιοδεία του στην επαρχία. Τί άλλο να υποθέσω;»
«Οι θετοί σου γονείς δεν γνώριζαν τίποτα, ποιος ήταν ο πατέρας σου;»
«Απ’ ότι μου είπαν, όχι. Αλλά και να γνώριζαν πήραν το μυστικό στον τάφο τους. Περνά μια σκέψη από το μυαλό μου. Μήπως αυτός ο νέος που είπες ότι την έψαχνε στη Συκαμιά είναι το ίδιο πρόσωπο μ’ αυτόν που την έψαχνε στο Κεφαλοχώρι; Αν είναι το ίδιο πρόσωπο τότε μπορεί να είναι και ο πατέρας μου!»
«Πιθανόν να είναι και έτσι… Φαντάζομαι τι θα τράβηξε η κακομοίρα… Κάτι ήξερε ο θείος μου και δεν ήθελε να την αφήσει να φύγει τόσο μακριά χωρίς κανένα στήριγμα…», είπε η Ελένη αναστενάζοντας.
«Κοίτα, δεν ξέρω πως θα το χειριστείς με τους γονείς σου, εγώ δεν μπορώ να τους το πω. Είναι μεγάλοι άνθρωποι, μη τους έρθει ξαφνικό…»
«Θα δω τι θα κάνω, μη στεναχωριέσαι γι’ αυτό. Θα βρεθεί τρόπος».
«Το μόνο που θέλω να σε παρακαλέσω είναι να τους πεις ότι δεν ήξερα τίποτα όταν ήρθα στο σπίτι σας. Δεν τους κορόιδεψα. Μπορεί να τους ρωτούσα πλαγίως διάφορα πράγματα στην προσπάθεια μου να βρω τα ίχνη τής βιολογικής μου μητέρας, εξάλλου αυτός ήταν και ο λόγος της επίσκεψής μου στη Συκαμιά, αλλά δεν μπορούσα να φανταστώ ότι θα έπεφτα πάνω στο θείο της. Έπειτα εγώ ήξερα ότι την έλεγαν Έλλη. Είπα βέβαια κάποια ψέματα ότι δηλαδή την έψαχνε η μητέρα μου και ότι ήταν φίλες από παλιά, αλλά δεν ήξερα τι άλλο να πω…», είπε με απολογητικό ύφος η Έλλη.
«Δε χρειάζεται να απολογείσαι. Αν το ήξερες θα το έλεγες από την αρχή. Ξέρω εγώ τι θα πω και πως θα το χειριστώ!», της είπε η Ελένη καθησυχάζοντάς την.
«Θέλω να ξέρεις ότι θα ξανάρθω και θα φέρω μαζί μου και την κόρη μου, να την γνωρίσετε».
«Αλήθεια το λες;»
«Μα φυσικά! Είναι δυνατόν να χαθούμε τώρα που οι ζωές μας έσμιξαν μετά από τόσα χρόνια; Σήμερα το βράδυ πετάω για Αθήνα. Θα τακτοποιήσω κάτι επαγγελματικές υποθέσεις που έχω και θα ξανάρθω σύντομα. Μπορεί να φέρω μαζί μου και τον Κωστή, τον αδελφό μου, αυτός γνώρισε την βιολογική μου μητέρα. Ήταν δεκαπέντε χρονών τότε. Αν δει τη φωτογραφία θα τη θυμηθεί αμέσως, είμαι σίγουρη. Θα χαρεί πολύ να σας γνωρίσει. Του χρωστάω πολλά… Έχω να σου πω κι άλλα… Ολόκληρο βιβλίο είναι η ζωή μας!»
Οι δυο γυναίκες αγκαλιάστηκαν και έδωσαν αμοιβαίες υποσχέσεις. Υποσχέσεις που θα κρατούσαν για το υπόλοιπο της ζωής τους.
Ο μπάρμπα Στρατής και η κυρία Ειρήνη αποχαιρέτησαν με συγκίνηση την Έλλη. Ήταν γι’ αυτούς μια άγνωστη κοπέλα που μπήκε στην καρδιά τους από την πρώτη στιγμή κι ας μη γνώριζαν ότι ήταν αίμα τους…
«Μπάρμπα Στρατή θα ξανάρθω, σου το υπόσχομαι. Τώρα πια έχουμε να πούμε πολλά», του είπε η Έλλη και τον αγκάλιασε με στοργή. Την αγκάλιασε και κείνος και της απάντησε:
«Θα σε περιμένουμε κόρη μου, μόνο μην αργήσεις πολύ. Είμαστε γέροι άνθρωποι. Εντάξει;»

 

Ο δρόμος της επιστροφής για τη Μυτιλήνη ήταν μακρύς γιατί η καρδιά της είχε μείνει πίσω. Εκεί πίσω λοιπόν υπήρχε μια οικογένεια που την περίμενε να επιστρέψει. Είχε συγγενείς εξ αίματος. Ξαδέλφια, θείους, ανίψια. Είχε γνωρίσει τον αδελφό του παππού της. Είχε ακόμη να μάθει πολλά, να γνωρίσει κι άλλους συγγενείς. Ήξερε ότι θα την περίμεναν με ανοιχτή αγκαλιά κι αυτό την έκανε να αισιοδοξεί. Επιτέλους είχε παρελθόν, επιτέλους έβλεπε καθαρά το μέλλον της, αυτό που θα χάραζαν χέρι-χέρι με την κόρη της.
«Όχι άλλα λάθη!», είπε φωναχτά, «Πρέπει να ενημερώσω τον Τζων για την ύπαρξή της Αλεξάνδρας. Δε θέλω να μεγαλώσει το παιδί μου χωρίς να γνωρίζει ποιος είναι ο πατέρας του. Ούτε να ψάχνει να τον βρει όταν μεγαλώσει όπως κάνω εγώ τώρα. Δε θέλω να με κατηγορήσει κάποια στιγμή ότι της τον στέρησα από ένα εγωισμό. Όλα θα γίνουν όπως πρέπει να γίνουν».
Ο ήλιος κόντευε να δύσει. Η αύρα της θάλασσας τρύπωσε από το ανοιχτό παράθυρο του αυτοκινήτου διεγείροντας τις αισθήσεις της. Χαμογέλασε και είπε:
«Γιατί όχι»;
Σταμάτησε στην άκρη του δρόμου, έβγαλε τα ρούχα της και βούτηξε στα καταγάλανα νερά του Αιγαίου. Ένοιωσε να φεύγει από πάνω της όλη η ένταση. Χαμογέλασε σαν τα μικρά παιδιά όταν κάνουν κάποια ζαβολιά. Είχε χρόνια να αισθανθεί τόσο ελεύθερη, τόσο ανέμελη, τόσο ευτυχισμένη. Είχε διαβεί το πιο δύσκολο μονοπάτι και μπροστά της ανοιγόταν ένα καταπράσινο λιβάδι γεμάτο χρώματα και αρώματα, σαν αυτά που ευχόταν να κρατά, μόνο γι’ αυτήν, ο εκλεκτός της καρδιάς της.

 

8

 

Η Έλλη μετακόμισε στην Αθήνα και πήρε μαζί της και την Αλεξάνδρα, κι αυτό δεν έγινε χωρίς κόστος. Ο αποχωρισμός της μικρής από τη Φρόσω και τον Κωστή δεν ήταν εύκολος. Το πρώτο διάστημα έκλαιγε συνεχώς και τους ζητούσε, αλλά και για τη Φρόσω ήταν δυσβάστακτος ο χωρισμός, καθώς στο πρόσωπο της μικρής έβλεπε το παιδί που δεν είχε καταφέρει να αποκτήσει. Κάπου μέσα της πίστευε ότι θα συνέχιζε να μεγαλώνει μαζί τους ότι θα το είχαν σαν δικό τους παιδί. Η απόφαση της Έλλης να την πάρει και να φύγουν τόσο μακριά, την έφερε αντιμέτωπη με την πραγματικότητα. Έκανε κάθε προσπάθεια να τη μεταπείσει, να μη φύγουν τόσο μακριά, αλλά δεν τα κατάφερε. Η Έλλη είχε γυρίσει από τη Μυτιλήνη αποφασισμένη να κάνει μια καινούργια αρχή στη ζωή της και σ’ αυτήν την καινούργια αρχή, τους δήλωσε κατηγορηματικά ότι το άλφα και το ωμέγα θα ήταν από εδώ και πέρα η κόρης της. Είχε αναγνωρίσει τα λάθη της και πάνω απ’ όλα την απαράδεκτη στάση της απέναντι στη μικρή Αλεξάνδρα που δεν έφταιγε σε τίποτα για τις δικές της λανθασμένες επιλογές.
Ο Κωστής αν και πονούσε κι αυτός που θα έφευγαν και οι δύο από κοντά τους, κάπου βαθιά μέσα του χαιρόταν με την τροπή που πήρε τελικά η υπόθεση. Και βλέποντας πόσο ισορροπημένη έδειχνε η αδελφή του, η χαρά του μεγάλωνε.
Η Έλλη τους είχε υποσχεθεί ότι τα Χριστούγεννα θα επέστρεφε για να περάσουν οικογενειακώς τις γιορτές. Ο χρόνος κύλησε γρήγορα, και είχαν μείνει μόλις τρεις εβδομάδες. Έδωσε εντολή να καθαρίσουν το διαμέρισμα της Έλλης και να στολίσουν και το Χριστουγεννιάτικο δέντρο. Θα αγόραζε πολλά δώρα για την Αλεξάνδρα, θα τα τοποθετούσε στη βάση του και θα περίμενε να δει το προσωπάκι της να λάμπει από χαρά καθώς θα τα άνοιγε. Φανταζόταν την σκηνή και χαμογελούσε μόνος του. Ήταν τόσο όμορφη! Ίδια η μητέρα της!
Η χαρά του Κωστή ήταν διπλή. Ο Τζων σε πρόσφατη τηλεφωνική επικοινωνία που είχαν, του ανακοίνωσε ότι είχε τελειώσει με τις εκκρεμότητές του κι ότι θα ερχόταν τα Χριστούγεννα στην Ελλάδα για να διεκδικήσει την Έλλη. Ο Κωστής τον παρακάλεσε να έρθει πριν τα Χριστούγεννα και την επιστροφή της Έλλης από την Αθήνα στο πατρικό τους σπίτι, γιατί ήθελε πρώτα να μιλήσει μαζί του και να τον ενημερώσει για τις εξελίξεις. Ήθελε να καταστρώσουν μαζί το σχέδιο της επιστροφής του, γιατί κάπου μέσα του φοβόταν τις αντιδράσεις της Έλλης. Ήθελε όσο τίποτε άλλο, αυτά τα Χριστούγεννα να τα περάσουν όλοι μαζί, αγαπημένοι και μονιασμένοι σαν οικογένεια.
Η Έλλη είχε νοικιάσει ένα όμορφο διαμέρισμα στη Γλυφάδα με θέα τη θάλασσα και σχεδόν όλη την ημέρα την περνούσε παρέα με την κόρη της. Έπαιζαν μαζί, πήγαιναν βόλτα στην παραλία, στην παιδική χαρά και σιγά- σιγά η μικρή Αλεξάνδρα έπαψε να κλαίει και να ζητά τη Φρόσω.
Εκεί, στο δικό τους παράδεισο, η Έλλη ολοκλήρωσε το μυθιστόρημα που έγραφε, μήνες τώρα. Από μέρα σε μέρα θα έπαιρνε στα χέρια της το βιβλίο και θα ξεκινούσε τις παρουσιάσεις. Όπως πάντα σκόπευε να κάνει και μία παρουσίαση στη γενέτειρά της, μετά τις γιορτές και την επιστροφή της εκεί. Ωστόσο, προείχε η παρουσίαση στην Αθήνα προκειμένου να κυκλοφορήσει το βιβλίο πριν από τις γιορτές των Χριστουγέννων.
Η παρουσίαση αυτή της άλλαξε λίγο τον προγραμματισμό της, αλλά δεν γινόταν διαφορετικά. Σκέφτηκε να καλέσει τον Κωστή και τη Φρόσω να κατέβουν στην Αθήνα και να επιστρέψουν μετά όλοι μαζί, αλλά της είπαν ότι δεν μπορούσαν. Σκέφτηκε ακόμη να καλέσει την Ελένη με την οικογένεια της, τον μπάρμπα Στρατή και την κυρία Ειρήνη, αν και το θεωρούσε πολύ δύσκολο να μπορέσουν να έρθουν. Ωστόσο το επιχείρησε.
Η Ελένη κατενθουσιάστηκε με την πρόσκληση και της είπε μάλιστα ότι είχε κι εκείνη να της κάνει ένα δώρο- έκπληξη. Η μάνα της, η κυρία Ειρήνη είχε θυμηθεί τελικά πως τον έλεγαν το νεαρό ηθοποιό που έψαχνε τη συχωρεμένη τη μάνα της στη Συκαμιά πριν από τριάντα πέντε περίπου χρόνια.
«Άρης Ανδρέου. Έτσι τον λένε Έλλη μου. Μάλιστα η μάνα μου είναι σίγουρη για το όνομα, γιατί λέει ότι τον βλέπει πολύ συχνά στην τηλεόραση, γι’ αυτό και το θυμάται», της είπε στο τηλέφωνο η Ελένη.
Η Έλλη δεν πίστευε στα αυτιά της.
«Αν είναι δυνατόν! Αυτός είναι πολύ γνωστό όνομα!»
«Λες Έλλη μου να είναι ο πατέρας σου;»
«Δεν ξέρω, τι να πω και πώς θα μπορούσα άραγε να το μάθω;»
«Γιατί δεν πας να τον βρεις;»
«Και να του πω τί; Κι αν με περάσει για τρελή;»
«Πήγαινε εσύ να τον βρεις και από τις αντιδράσεις του θα καταλάβεις…», της είπε η Ελένη.
«Καλά, θα δω πώς θα το χειριστώ. Εσείς θα μπορέσετε να έρθετε στην παρουσίαση του βιβλίου;»
«Εγώ μαζί με τον Ταξιάρχη θα έρθουμε. Όσο για τον παππού και τη γιαγιά δεν ξέρω αν θα μπορέσουν να μετακινηθούν. Πάντως, σε περιμένουν να έρθεις μαζί με το παιδί, όπως τους υποσχέθηκες…»
«Θα γίνει κι αυτό. Μπορεί να προγραμματίσω καμιά παρουσίαση στο νησί με την ευκαιρία. Ελένη, μια και ανέφερες τη μικρή, θα μπορέσεις να την προσέχεις, όση ώρα θα κάνω την παρουσίαση; Δεν έχω κανέναν να την αφήσω. Ο Κωστής και η Φρόσω δε θα τα καταφέρουν να έρθουν».
«Μα φυσικά! Το ρωτάς; Με μεγάλη μου χαρά!»
«Ωραία,. Θα τα πούμε τότε από κοντά. Φιλιά σε όλους».

 

 

Οι πρώτες θετικές κριτικές για το νέο βιβλίο της Έλλης δεν άργησαν να κάνουν την εμφάνισή τους στον τύπο. Όλοι είχαν και από έναν καλό λόγο να πουν και να γράψουν. Το αποκάλεσαν ύμνο στον έρωτα, την αληθινή αγάπη, στο άσβεστο πάθος που κυριεύει τις ψυχές των ανθρώπων και εξουσιάζει τις ζωές τους.
Ήταν μια αληθινή ιστορία αγάπης που η ίδια η ζωή κατακερμάτισε χωρίς ωστόσο να καταφέρει να σβήσει τη φλόγα της. Ήταν η έκφανση της απόλυτης αγάπης που γιγαντώνεται μέσα από τις δυσκολίες και τα παράδοξα παιχνίδια της ζωής. Ήταν η φωνή τής καρδιάς της, ο πόνος τής ψυχής της, ήταν η δική της αγάπη, αυτή που ένοιωθε για τον Τζων και φοβόταν να παραδεχτεί. Τη φυλάκισε μέσα στις σελίδες του τετραδίου με τα κόκκινα τριαντάφυλλα για να περάσει στην αιωνιότητα…
Η μεγάλη στιγμή είχε φτάσει. Η αίθουσα ήταν κατάμεστη. Η Έλλη έπλεε σε πελάγη ευτυχίας. Απέναντί της στην πρώτη σειρά καθόταν η οικογένειά της με βουρκωμένα τα μάτια από τη συγκίνηση. Ήταν όλοι εκεί μέχρι και ο μπάρμπα Στρατής και η κυρία Ειρήνη. Δεν χρειάστηκαν παρακαλετά για να ταξιδέψουν μέχρι την Αθήνα και μάλιστα για πρώτη φορά στη ζωή τους. Ήταν εκεί και τα ανίψια της, ακόμη και η αδελφή της Ελένης, η Νέλλη, που δεν είχε γνωρίσει στη Συκαμιά. Μόνο ο Κωστής και η Φρόσω έλειπαν, αλλά αυτούς θα τους έβλεπε σε λίγες μέρες.
Η παρουσίαση στέφθηκε με μεγάλη επιτυχία. Η ευφορία στην αίθουσα ήταν διάχυτη. Μέχρι και η μικρή νεράιδα χειροκροτούσε και κουνούσε τα χεράκια της στέλνοντας φιλάκια στη μανούλα της. Αυτόν που δεν περίμενε η Έλλη να δει στο ακροατήριο, ήταν ο Άρης Ανδρέου. Κι όμως ήταν εκεί και η παρουσία του δεν πέρασε απαρατήρητη από κανέναν και ιδίως από τους φωτορεπόρτερς. Μόλις τον εντόπισαν έσπευσαν να τον «ανακρίνουν» για τη νέα του θεατρική δουλειά. Ήθελαν να βγάλουν την είδηση. Ωστόσο, αυτός με διακριτικό τρόπο τους είπε:
«Βρίσκομαι σήμερα εδώ για να παρακολουθήσω την παρουσίαση του βιβλίου της καταξιωμένης συγγραφέως Έλλης Παυλίδου. Κρίνω πως δεν είναι σωστό να «κλέψω» ούτε δευτερόλεπτο από τη χαρά της. Η μέρα ανήκει σ’ αυτήν και εκεί πρέπει να στρέψετε την προσοχή σας. Οι δικές μου θεατρικές ανησυχίες μπορούν να περιμένουν».

 

Η Έλλη μετά τα όσα τής είχε πει η Ελένη, πήρε την απόφαση και έκανε το πρώτο βήμα πηγαίνοντας στο θέατρο όπου έπαιζε ο Άρης Ανδρέου. Δε γνώριζε αν η συνάντηση αυτή θα την οδηγούσε πουθενά, ωστόσο έκρινε ότι έπρεπε να την κάνει. Αν σύμφωνα με τα λεγόμενα της κυρίας Ειρήνης, αυτός ήταν που αναζητούσε τη μητέρα της στη Συκαμιά, θα τη γνώριζε και μάλιστα πολύ καλά. Από πού τη γνώριζε και γιατί την έψαχνε, ήταν τα επίμαχα σημεία της ιστορίας, κι αυτά ήθελε να διαλευκάνει η Έλλη.
Παρακολούθησε την παράσταση και μετά το τέλος πήγε να τον επισκεφτεί στο καμαρίνι του, με το πρόσχημα ότι ήθελε ένα αυτόγραφο. Όταν εκείνος τη ρώτησε σε ποιό όνομα να γράψει την αφιέρωση, η Έλλη του είπε:
«Στην Ελένη από τη Συκαμιά Λέσβου», καρφώνοντας το βλέμμα της στο δικό του. Μπορεί να είχαν περάσει πάνω από τέσσερις δεκαετίες, σκέφτηκε, αλλά αν ήταν πραγματικά ο πατέρας της, δε θα είχε ξεχάσει ποτέ τη γυναίκα που κουβαλούσε στα σπλάχνα της το παιδί του και αγνοούσε την τύχη της. Και πραγματικά δεν έκανε λάθος. Ο γοητευτικός εξηντάρης κάρφωσε τα μάτια του στα δικά της και ήταν σίγουρη ότι τα είδε να βουρκώνουν. Παρέμεινε όμως ψύχραιμος και χωρίς να σχολιάσει τίποτα, έγραψε στην αφιέρωση:
«Στην κυρία Έλλη Παυλίδου με εκτίμηση».
Έκπληκτη η Έλλη το ρώτησε: «Με γνωρίζετε;»
«Εγώ σας γνωρίζω από το συγγραφικό σας έργο, εσείς γνωρίζετε την Ελένη από τη Συκαμιά;», της απάντησε.
Το έξυπνο πουλί από τη μύτη πιάνεται, σκέφτηκε η Έλλη, και χαμογέλασε, για να κρύψει την αμηχανία της.
«Κύριε Ανδρέου θα χαρώ πάρα πολύ αν παραβρεθείτε στην παρουσίαση του νέου μου βιβλίου που θα πραγματοποιηθεί αύριο. Σας έφερα και μια πρόσκληση», είπε τελικά η Έλλη αλλάζοντας θέμα.
Ο Άρης πήρε την πρόσκληση, έτριψε το μούσι του και βύθισε ξανά το βλέμμα του στο δικό της.
«Θα έρθω αν μου υποσχεθείτε κάτι».
«Τί;», είπε γεμάτη απορία η Έλλη.
«Να μεταφέρετε ένα μήνυμα στην Ελένη!»
«Ποιό μήνυμα;»
«Ότι θα χαρώ πολύ να της δώσω προσωπικά το αυτόγραφο με την αφιέρωση που μου ζητήσατε».
«Ελπίζω να μας δοθεί η ευκαιρία να μιλήσουμε εκτενώς για ορισμένα θέματα που ενδιαφέρουν και τους δυο μας, αν και εσείς το επιθυμείτε κ. Ανδρέου», του απάντησε η Έλλη και αφού τον ευχαρίστησε για το χρόνο που της διέθεσε, έκανε να φύγει, αλλά ο Άρης Ανδρέου ξεπερνώντας τους δισταγμούς του συνέχισε:
«Συγνώμη, για την αδιακρισία, αλλά όσο σας παρατηρώ, η ομοιότητα σας με την Ελένη είναι καταπληκτική. Έχετε κάποια συγγένεια;», τη ρώτησε προσπαθώντας να αποσπάσει όσο το δυνατόν περισσότερες πληροφορίες για τη γυναίκα που είχε αγαπήσει τόσο πολύ.
«Γνωρίζετε τη μητέρα μου κ. Ανδρέου;», του απάντησε εκείνη με απορία, κι αυτός, κουνώντας καταφατικά το κεφάλι τής απάντησε:
«Όπως είπατε, θα μας δοθεί η ευκαιρία να μιλήσουμε εκτενώς για ορισμένα θέματα που ενδιαφέρουν και τους δυο μας. Αυτή τη στιγμή προέχει η παρουσίαση του βιβλίου σας».
Η ξαφνική εμφάνιση της Έλλης ταξίδεψε τον Άρη Ανδρέου χρόνια πίσω. Ανέσυρε μνήμες και συναισθήματα. Η μορφή της τον συγκλόνισε. Ήταν ίδια η αγαπημένη του Ελένη. Ήταν σίγουρος ότι η επίσκεψη αυτή δεν ήταν τυχαία. Ήταν κάτι παραπάνω από βέβαιος ότι η Ελένη γέννησε το παιδί του κι αυτό δεν ήταν άλλο από την Έλλη Παυλίδου.
«Χριστέ μου, σ’ ευχαριστώ που έστω και μετά από τόσα χρόνια μου έδωσες την ευκαιρία, να γνωρίσω το παιδί μου», μονολόγησε ο Άρης και σκούπισε τα δάκρυα του.

 

Μνήμες ανεξίτηλες στο χρόνο, απομεινάρια της νιότης του ξεπήδησαν από το χρονοντούλαπο και πλημμύρισαν την ψυχή του. Ταξίδεψε νοερά σαράντα και πλέον χρόνια πίσω. Ήταν Φθινόπωρο. Ψιλόβρεχε. Κρατούσε στο χέρι του μια φθαρμένη βαλίτσα. Μόλις είχε αποβιβαστεί στο λιμάνι του Πειραιά μαζί με το μπουλούκι. Η τουρνέ στην Κρήτη πήγε καλά. Γύρισε χαρούμενος έχοντας στην άκρη ένα καλό κομπόδεμα, ικανό να πληρώσει τα ενοίκια που χρωστούσε στη σπιτονοικοκυρά του. Όλο και σε κάποιο θέατρο θα έβρισκε ένα ρόλο για να ξεχειμωνιάσει μέχρι την άνοιξη και τη νέα περιοδεία στην επαρχεία. Ανέβηκε στο τραμ γεμάτος αισιοδοξία. Ήξερε ότι μια μέρα θα γινόταν μεγάλος ηθοποιός, ήταν απόλυτα σίγουρος γι’ αυτό. Μια μέρα θα μιλούσε γι’ αυτόν όλη η Ελλάδα. Η δύναμη της θέλησής του ήταν τόσο μεγάλη που θα έκανε τα πάντα για να αναδειχθεί ακόμη- ακόμη και να κοιμηθεί με τη γυναίκα του θιασάρχη του, γιατί αυτή έκανε κουμάντο για το ποιοι ηθοποιοί θα συμμετείχαν στις τουρνέ και ποιους ρόλους θα έπαιζαν. Ο άνδρας της ήταν η βιτρίνα. Ψηλά γράμματα για έναν νέο φιλόδοξο ηθοποιό… Ελάχιστα τον ενδιέφερε αν η κοκότα ήταν αλανιάρα… το πρόβλημα δεν ήταν δικό του…
Με την εντυπωσιακή κορμοστασιά, που γενναιόδωρα η φύση του χάρισε, αλλά και το σπινθηροβόλο βλέμμα του, σαγήνευε τις γυναίκες. Κάθε φορά που ανέβαινε στη σκηνή, το θέατρο σειόταν από ενθουσιώδη χειροκροτήματα. Κόντευε στα είκοσι επτά του, αλλά δεν έλεγε να παντρευτεί. Μπορούσε άνετα να κάνει ένα πλούσιο γάμο, αλλά έβαζε πάνω απ’ όλα την καριέρα του. Ήθελε να πετύχει, να κάνει όνομα, να αποκτήσει δικά του λεφτά κι όλα τ’ άλλα θα ερχόταν μετά. Λογάριαζε όμως χωρίς τον ξενοδόχο, που δεν ήταν άλλος από το φτερωτό θεό του έρωτα.
Μέσα στο τραμ, εκείνη τη φθινοπωρινή μέρα, ένας ξανθός «άγγελος» με πράσινα μάτια, λυγερή κορμοστασιά και δυο μπόγους στα χέρια, του πέταξε τα βέλη του που τον πέτυχαν κατευθείαν στην καρδιά. Κάθισε δίπλα της και της έπιασε κουβέντα. Εκείνη ανταποκρίθηκε. Του είπε ότι έψαχνε να βρει σπίτι για να μείνει κι αυτός προθυμοποιήθηκε να τη βοηθήσει.
«Το σπίτι που νοικιάζω έχει κι άλλα δωμάτια, μπορεί κάποιο να είναι ελεύθερο», της είχε πει ο Άρης, προτείνοντάς την να τον ακολουθήσει.
Αν η σπιτονοικοκυρά του τούς έλεγε ότι δεν είχε ελεύθερο δωμάτιο, τότε εκείνος θα τη βοηθούσε να βρει κάπου να μείνει, καθώς η κοπέλα δεν είχε κανένα γνωστό στην Αθήνα για να τη βοηθήσει. Με την ευγένειά του, κατάφερε να κερδίσει αμέσως την εμπιστοσύνη της ωραίας Ελένης, αλλά και να τη βάλει στη ζωή του.
Μοιράστηκαν τα όνειρά τους στην ίδια αυλή, κάτω από την παχιά σκιά της κληματαριάς. Αυτός βρήκε δουλειά στο θέατρο και η Ελένη γράφτηκε στο Πανεπιστήμιο. Βρήκε και μια δουλειά για να μπορεί να συντηρείται και η ζωή τους κυλούσε αρμονικά. Σύντομα έφυγαν από την αυλή της κυρίας Παρθένας και νοίκιασαν ένα μικρό σπιτάκι για να στεγάσουν την ευτυχία τους. Σε λίγους μήνες θα παντρεύονταν, για να νομιμοποιήσουν τον καρπό του έρωτά τους. Σχεδίαζαν μάλιστα να πάνε μαζί τουρνέ στην επαρχία, να μαζέψουν μερικά χρήματα, για τα πρώτα τους έξοδα. Η Ελένη ήταν ήδη επτά μηνών έγκυος και δεν ήθελε να την αφήσει μόνη της πίσω. Σχέδια που απρόσμενα ναυάγησαν με την εξαφάνισή της…
Ο Άρης σκούπισε τα δάκρυά του. Είχε να κλάψει πολλά χρόνια. Είχαν στερέψει από τότε που έχασε την αγαπημένη του γυναίκα, γιατί γυναίκα του τη θεωρούσε, κι ας μην είχαν προλάβει να παντρευτούν. Με τη σκέψη της ζωντανή στη μνήμη του, δεν παντρεύτηκε ποτέ. Όλοι πίστευαν ότι ήταν ορκισμένος εργένης, αλλά αυτός ήξερε ότι καμιά άλλη γυναίκα δε θα μπορούσε να καλύψει το κενό που άφησε πίσω της η αγαπημένη του Ελένη. Την έψαξε παντού απεγνωσμένα, μέχρι και στους δικούς της στη Μυτιλήνη είχε πάει, αλλά κανείς δεν γνώριζε τίποτα για την τύχη τής κοπέλας.
Ήταν απομεσήμερο όταν η Ελένη τον είχε πιάσει να ερωτοτροπεί με τη γυναίκα του θιασάρχη, πίσω από τις καλαμιές. Πως μπόρεσε να της το κάνει αυτό, αναρωτήθηκε πολλές φορές και τιμώρησε άλλες τόσες τον εαυτό του. Πόσο αδύναμος στάθηκε απέναντι στις ορέξεις της γυναίκας αυτής που δεν είχε ίχνος αγάπης μέσα της. Ήθελε απλά να κάνει το κέφι της με όποιον άνδρα γούσταρε. Κι αυτός, πως μπόρεσε να ενδώσει όταν δίπλα του είχε το ρόδο της άνοιξης, που μάλιστα κυοφορούσε και το παιδί του; Έτρεξε να την προλάβει, αλλά αυτή είχε χαθεί στα στενά δρομάκια του Κεφαλοχωρίου. Βράδιασε και δε γύρισε πίσω. Ούτε την επομένη. Ο θίασος τα μάζεψε και έφυγε. Κι αυτός μαζί τους. Η γυναίκα του θιασάρχη, που δεν καλόβλεπε την Ελένη, τον απείλησε με απόλυση αν δεν τους ακολουθούσε. Κι αυτός ο ανόητος, τους ακολούθησε, αφήνοντας τη γυναίκα του μόνη σε ξένα μέρη, με ένα μωρό στην κοιλιά. Οι συνάδελφοι του τον παρηγορούσαν λέγοντάς του «πού θα πάει, θα γυρίσει, πείσματα κάνει!». Αυτή όμως δε γύρισε ποτέ. Χάθηκε!

 

Ο Άρης περίμενε υπομονετικά να φύγει ο περισσότερος κόσμος πριν πλησιάσει την Έλλη και της ζητήσει να του υπογράψει το βιβλίο της. Μετά την επίσκεψή της στο καμαρίνι του πήρε την απόφαση να παραβρεθεί στην παρουσίαση του βιβλίου της για δύο κυρίως λόγους. Πρώτον γιατί πίστευε ότι η Έλλη ήταν παιδί του και δεύτερον γιατί λαχταρούσε να δει τη μητέρα της, να της ζητήσει μια μεγάλη συγγνώμη έστω και μετά από τόσα χρόνια. Δυστυχώς όμως απογοητεύτηκε για άλλη μια φορά όταν δεν την εντόπισε πουθενά μέσα στην αίθουσα.
«Τα θερμά μου συγχαρητήρια. Είμαι πολύ περήφανος για σας», είπε ο Άρης Ανδρέου σφίγγοντας το χέρι της Έλλης.
«Θα μου υπογράψετε το βιβλίο σας», συνέχισε βυθίζοντας το βλέμμα του στο δικό της.
«Χαίρομαι ιδιαίτερα για την παρουσία σας», του απάντησε η Έλλη.
«Η χαρά είναι δική μου, παιδί μου», της απάντησε τονίζοντας τις τελευταίες του λέξεις.
Η Έλλη του χαμογέλασε με νόημα. Πήρε από τα χέρια του το βιβλίο της και του έγραψε:
«Η ζωή είναι εύθραυστη, η αγάπη; Στον πατέρα που δε γνώρισα. Έλλη Παυλίδου».
Ο Άρης διαβάζοντας την αφιέρωση λύγισε. Άφησε τα δάκρυά του να κυλήσουν αδιαφορώντας για τα περίεργα βλέμματα. Έπιασε τα χέρια της Έλλης, τα φίλησε απαλά και της είπε:
«Συγχώρεσε με εσύ τουλάχιστον, παιδί μου, γιατί εγώ δεν μπορώ να συγχωρέσω τον εαυτό μου γι’ αυτό που έκανα στη μητέρα σου».
Τη φόρτιση της στιγμής διέκοψε η μικρή Αλεξάνδρα που με τίποτα πια οι θείες της και οι παππούδες της δεν μπορούσαν να συγκρατήσουν.
«Μανούλα, μανούλα», της φώναζε από μακριά.
Η Έλλη γύρισε, της χαμογέλασε και της έκανε νόημα να έρθει κοντά της. Η μικρή έτρεξε και χώθηκε στην αγκαλιά της. Ο Άρης που δε γνώριζε την ύπαρξή της, ξαφνιάστηκε ευχάριστα.
«Αυτή είναι η εγγονή σου πατέρα», του είπε και τον αγκάλιασε από τους ώμους.
«Χριστέ μου, πόσα στερήθηκα εξ αιτίας μιας νεανικής μου επιπολαιότητας!», είπε ο Άρης και χάιδεψε τη μικρή Αλεξάνδρα. Κι αυτή, σα να τον γνώριζε από χρόνια, έπεσε στην αγκαλιά του.
«Η μητέρα σου που είναι παιδί μου;», κατάφερε τελικά να ρωτήσει με τρεμάμενη φωνή ο Άρης.
«Δεν ζει πατέρα. Για την ακρίβεια δεν τη γνώρισα ποτέ», του απάντησε η Έλλη.
« Ω Θεέ μου! Μα τι λες; Πώς; Γιατί;»
«Είναι μεγάλη ιστορία. Θα έχουμε όλο το χρόνο μπροστά μας να τα πούμε όλα. Τουλάχιστον βρήκα εσένα. Τώρα απομένει να βρω και τον πατέρα τής Αλεξάνδρας».
«Τι εννοείς;», της απάντησε με έκπληξη.
«Κι αυτή είναι μια άλλη, εξίσου μεγάλη ιστορία. Από πού να αρχίσω και που να τελειώσω…»
«Ό,τι χρειαστείς να ξέρεις ότι θα είμαι στο πλευρό σου».
«Σ’ ευχαριστώ πατέρα!»
Ο Άρης Ανδρέου άνοιξε το πορτοφόλι του, έβγαλε από μέσα μια φωτογραφία και την έδωσε στην Έλλη.
«Εδώ είμαστε μαζί με τη μητέρα σου. Είναι από τα μοναδικά πράγματα που δεν αποχωρίστηκα ποτέ στη ζωή μου. Τώρα πιστεύω ότι πρέπει να την πάρεις εσύ!»
Η Έλλη πήρε στα χέρια της τη φωτογραφία. Με δυσκολία διέκρινε το ερωτευμένο ζευγάρι της φωτογραφίας. Χείμαρροι δακρύων ξεπήδησαν από τα μάτια της. Αγκάλιασε τον πατέρα της και ανάμεσα τους η μικρή Αλεξάνδρα να ρωτά όλο απορία.
«Μανούλα, γιατί κλαις;»

9

 

Στην άλλη άκρη της γης ο Τζων ήταν έτοιμος για το υπερατλαντικό του ταξίδι. Ένα ταξίδι που αν και το είχε κάνει άπειρες φορές έμοιαζε με παρθενικό. Είχε φτάσει η πολυπόθητη στιγμή μετά τη διελεύκανση όλων των σκοτεινών πλευρών τής πολυτάραχης ζωής του, ιδιαίτερα τα δύο τελευταία χρόνια. Έκλεισε όλους τους ανοιχτούς λογαριασμούς τής προηγούμενης ζωής του και τώρα πια, ήταν έτοιμος για ένα νέο ξεκίνημα δίπλα στη γυναίκα που τάραξε τα λιμνάζοντα ύδατα του μυαλού του, δίπλα στη γυναίκα που ερωτεύτηκε με όλη τη δύναμη της ψυχής του. Είχε περάσει πια τα πενήντα κι αν κάποιοι τον έρωτά του για την Έλλη τον έβλεπαν ως γεροντοξέσπασμα, δεν τον ενδιέφερε καθόλου. Ήταν πεπεισμένος ότι η ζωή τού χρωστούσε μια ακόμη ευκαιρία. Πίστευε ακράδαντα ότι στη ζωή πρέπει να «πολεμάς» ακόμη και εκεί που νομίζεις ότι δεν έχεις καμία ελπίδα.
Η πτήση Νέα Υόρκη-Αθήνα δεν είχε καθυστέρηση, γεγονός που χαροποίησε ιδιαίτερα τον Τζων. Το πολύβουο αεροδρόμιο της Νέας Υόρκης πάντα τού προκαλούσε εκνευρισμό με τις ατελείωτες ουρές μπροστά στα γκισέ των αεροπορικών εταιριών. Πέρασε από τον έλεγχο διαβατηρίων-μια κουραστική διαδικασία λόγω των τρομοκρατικών επιθέσεων-και περίμενε υπομονετικά στην αίθουσα αναμονής για την επιβίβαση στο αεροσκάφος. Ο νους του ήταν συνεχώς στην Έλλη και στον τρόπο με τον οποίο θα την προσέγγιζε. Δεν ήθελε με τίποτα να σκεφτεί το ενδεχόμενο της απόρριψης. Θα έκανε τα πάντα για να την ξανακερδίσει. Θυμήθηκε τα λόγια του πατριού του που ήταν σοφός άνθρωπος!
«Πρέπει στη ζωή να είσαι μαχητής. Μπροστά σου να βλέπεις μόνο νίκες και τίποτε άλλο. Μόνο τότε μπορείς να τις φτάσεις και να τις γευτείς. Το διάβα της ζωής μας είναι γεμάτο λάθη. Άλλα τα αντιλαμβανόμαστε και αποφεύγουμε να τα ξανακάνουμε, κι άλλα τα προσπερνάμε και μας προσπερνούν. Η ζωή μας μπορεί να είναι γεμάτη από λάθη, αλλά χωρίς αυτά δε θα μπορούσαμε να ζήσουμε. Είναι τα τούβλα, οι πέτρες του οικοδομήματος της ζωής μας. Διδασκόμαστε απ’ αυτά, ζούμε μ’ αυτά και μοιραία μαθαίνουμε να τα αγαπάμε. Κάποιες φορές, όταν αμέριμνα αφήνουμε το χρόνο να κυλά δίπλα μας, χωρίς στόχο, χωρίς να του δίνουμε την αξία και τη θέση που του αρμόζει στη ζωή μας, αυτός μας τιμωρεί. Είναι εκείνες οι στιγμές που με πόνο ψυχής λέμε: Είναι αργά πια! Αυτόν το χρόνο που αμείλικτα κυλά, δεν μπορείς να τον γυρίσεις πίσω, μπορείς όμως να τον κάνεις συνοδοιπόρο σου, να συμπράξεις μαζί του, να τον έχεις ως σύμμαχο και όχι εχθρό».
Πόσο διαχρονικές είναι οι σοφές κουβέντες σου πατέρα! Ας είναι ελαφρύ το χώμα που σε σκεπάζει, συλλογίστηκε ο Τζων και αναστέναξε.

 

«Ο χειμώνας φέτος προμηνύεται βαρύς. Από νωρίς μάς επισκέφτηκαν τα χιόνια. Ας ευχηθούμε να μην μας προσθέσει κι άλλα προβλήματα…»
«Ας το ευχηθούμε κύριε Παναγιώτη γιατί εδώ στην επαρχία που ζούμε τα προβλήματα είναι περισσότερα από τους επισκέπτες μας… », απάντησε ο Κωστής στον κύριο Παναγιώτη, φίλο του συχωρεμένου του πατέρα του, που συχνά τον επισκεπτόταν στο ξενοδοχείο.
«Αλήθεια παιδί μου, τί κάνει η αδελφή σου; Έχω καιρό να τη δω».
«Πολύ καλά κύριε Παναγιώτη, την περιμένουμε να έρθει από μέρα σε μέρα. Θα παρουσιάσει και το νέο της βιβλίο μετά την Πρωτοχρονιά».
«Α! Μπράβο, μπράβο. Προκομμένο κορίτσι η αδελφή σου. Μπράβο της», είπε με έμφαση ο κύριος Παναγιώτης και ετοιμάστηκε να φύγει.
«Άντε να μη σε απασχολώ άλλο από τη δουλειά σου. Καλά Χριστούγεννα σού εύχομαι, να μού τους φιλήσεις όλους!»
Ο Κωστής κοίταξε το ρολόι του ήταν περασμένες δύο το μεσημέρι. Ο Τζων, ο αδελφός του, όπου να ‘ναι θα έφτανε. Η Έλλη θα ερχόταν μετά από δύο μέρες.
«Τι παλιόκαιρος! Να μαζευτούν πρώτα όλοι σπίτι και μετά ας ρίξει και δυο μέτρα χιόνι», σκέφτηκε και κοίταξε έξω από το παράθυρο. Το είχε στρώσει για τα καλά. Χοντρές νιφάδες χιονιού έπεφταν από τα ξημερώματα. Η ΕΜΥ προέβλεπε συνέχιση της κακοκαιρίας και συνιστούσε στους οδηγούς να είναι προσεκτικοί στις μετακινήσεις τους για την αποφυγή ατυχημάτων. Κοίταξε ξανά το ρολόι του και μετά το κινητό του να δει μήπως είχε καμιά κλίση και δεν την άκουσε.
«Επιτέλους», αναφώνησε αναγνωρίζοντας τη φιγούρα του αδελφού του στο βάθος της αυλής. Έκανε νόημα σ’ έναν υπάλληλο να τρέξει να παραλάβει τις αποσκευές του και από πίσω ακολούθησε κι αυτός.
Τα δυο αδέλφια αψηφώντας το κρύο αγκαλιάστηκαν με θέρμη κάτω από τις νιφάδες του χιονιού, σα να ήταν η πρώτη τους φορά.
«Καλώς ήρθες και επίσημα, αδελφέ μου. Έχω τόση μεγάλη χαρά που θέλω να φωνάξω «Αυτός είναι ο αδελφός μου, ο Τζων», να το ακούσουν όλοι !»
«Α ρε Κωστή… Είσαι μεγάλη καρδιά!», είπε ο Τζων και αγκάλιασε για άλλη μια φορά τον αδελφό του.
Η Φρόσω μ’ ένα πλατύ χαμόγελο τους περίμενε στην είσοδο του ξενοδοχείου.
«Καλώς ήρθες Τζων. Δεν ξέρεις πόσο χαίρομαι που τελικά τα κατάφερες να έρθεις!»

 

Τέσσερις μέρες πριν τα Χριστούγεννα ένα ψυχρό κύμα χιονιά σάρωνε τη χώρα, απ’ άκρη σ’ άκρη. Τα λευκά Χριστούγεννα που τόσο λάτρευε η Έλλη από μικρό παιδί τα τελευταία χρόνια, βάραιναν ιδιαίτερα την ψυχή της και το διάστημα αυτό ακόμη περισσότερο γιατί οι άσχημες καιρικές συνθήκες που επικρατούσαν την εμπόδιζαν να ταξιδέψει μέχρι το πατρικό της για να περάσουν όλοι μαζί τις γιορτές όπως είχε υποσχεθεί στον αδελφό της. Παρόλα αυτά, ετοίμασε δύο βαλίτσες με τα άκρως απαραίτητα μήπως και τελικά κατάφερναν να ταξιδέψουν αεροπορικώς μέχρι τη Θεσσαλονίκη απ’ όπου θα μπορούσε να έρθει να την πάρει ο Κωστής.
Η μικρή Αλεξάνδρα έπαιζε αμέριμνα με τα παιχνιδάκια της όση ώρα η Έλλη ετοίμαζε τις βαλίτσες. Είχε αφήσει ανοιχτή την τηλεόραση για να ενημερώνεται για την πορεία του καιρού.
Το χιόνι συνέχιζε να πέφτει πυκνό. Ελάχιστα αυτοκίνητα μετακινούνταν στους δρόμους κι αυτά με προσοχή. Τα δελτία ειδήσεων έκαναν λόγο για πρωτοφανή κακοκαιρία. Το χιόνι κόντευε στους είκοσι πόντους στο κέντρο της Αθήνας, ενώ σε κάποιες περιοχές της επαρχίας έφτανε το ενάμιση μέτρο. Σε όλο το εθνικό και επαρχιακό δίκτυο η κίνηση των οχημάτων γινόταν μόνο με αντιολισθητικές αλυσίδες.
Ένοιωσε ένα σφίξιμο στο στομάχι της. Ήθελε τόσο πολύ να περάσει τα Χριστούγεννα με τον αδελφό της και τη νύφη της, όμως ήταν αδύνατο να ταξιδέψει με το αυτοκίνητο, μόνη της με ένα μικρό παιδί. Αν δε χιόνιζε δε θα υπήρχε πρόβλημα. Τώρα όμως, με τέτοια χιονοθύελλα θα ήταν καθαρή τρέλα. Από το Ελευθέριος Βενιζέλος την ενημέρωσαν ότι οι πτήσεις είχαν ματαιωθεί λόγω έντονων καιρικών φαινομένων.
«Απ’ ότι φαίνεται Αλεξάνδρα μου φέτος θα κάνουμε μόνες μας Χριστούγεννα», είπε στην κόρη της και της έδωσε ένα φιλάκι. Η μικρή χαμογέλασε και της απάντησε:
«Έλα μαμά να παίξουμε».
«Ό,τι θέλει το αγγελούδι μου… Όμως πρώτα να πάρουμε ένα τηλέφωνο στο θείο Κωστή… εντάξει;»
Η Αλεξάνδρα που είχε πολύ αδυναμία στο θείο της πετάχτηκε πάνω και έτρεξε να φέρει το τηλέφωνο στη μαμά της.
«Κωστή καλημέρα, τι κάνετε;»
«Τι να κάνουμε Έλλη μου, εγκλωβιστήκαμε για τα καλά. Έχουμε πάρα πολύ χιόνι. Οι δρόμοι έκλεισαν από χθες το βράδυ και όπως καταλαβαίνεις έχουμε πολλές ακυρώσεις. Αυτά σε γενικές γραμμές. Εσείς τι κάνετε;»
«Τα ίδια και εδώ Κωστή. Τελικά όπως όλα δείχνουν αν δεν έχουμε άμεση βελτίωση του καιρού, δεν θα μπορέσουμε να έρθουμε για τα Χριστούγεννα. Είναι αδύνατο να ξεκινήσω με τέτοιο καιρό!»
«Ούτε να το σκέφτεσαι, Έλλη μου. Και να ήθελες δε θα σε άφηνα εγώ, τρόπος του λέγειν δηλαδή, γιατί εσύ κάνεις συνήθως του κεφαλιού σου. Ευτυχώς που έχεις το παιδί… Αλλιώς σε είχα ικανή να βγεις στο δρόμο με τέτοιο καιρό…»
«Πες το ψέματα… Πάντως να ξέρεις ότι στενοχωριέμαι πολύ που δε θα είμαστε μαζί τα Χριστούγεννα…»
«Μη σκας γι’ αυτό, θα κάνουμε Πρωτοχρονιά μαζί και μέχρι τότε ο Αη Βασίλης θα φέρει ακόμη περισσότερα δώρα για την Αλεξάνδρα, αλλά και για σένα φυσικά…»
«Νάσαι καλά βρε Κωστή! Έλα, πάρε την Αλεξάνδρα να μιλήσετε, τραβάει το ακουστικό… Σε ποιόν έμοιασε άραγε το παιδί αυτό;», είπε γελώντας η Έλλη και έβαλε το ακουστικό στο αυτί της Αλεξάνδρας
«Γεια σου θείε…»

 

«Ερωτεύτηκα τον Τζων με την πρώτη ματιά. Είχα την αίσθηση ότι τον γνώριζα από πάντα, ότι ήταν το κισμέτ μου, ότι είχαμε συναντηθεί σε κάποια προηγούμενη ζωή, ότι η ασημένια κλωστή που μας είχε ενώσει μας κρατούσε φυλακισμένους στο όνειρο της πιο ζηλευτής αγάπης».
Τα μάτια του Τζων γέμισαν δάκρυα. Το στομάχι του έγινε κόμπος. Ήταν αδύνατο να συνεχίσει την ανάγνωση τού ημερολογίου της Έλλης. Γνώρισε άγνωστες πτυχές τής ζωής της, επώδυνες στην πλειονότητα τους. Αναγνώρισε το μεγαλείο τής ψυχής της, αλλά και τις ευθύνες που του αναλογούσαν, για τον πόνο που της προκάλεσε. Ένοιωθε απαίσια.
«Αν γνώριζα εξ αρχής ότι δεν ήσουν πραγματική αδελφή του Κωστή πόσο διαφορετικά θα ήταν τα πράγματα κορίτσι μου! Αυτά τα καλά κρυμμένα μυστικά στοίχειωσαν τις ζωές μας. Κανένας μας δεν έφταιξε, όμως κληθήκαμε να πληρώσουμε το πιο βαρύ αντίτιμο! Εσύ πίστεψες ότι σε κορόιδεψα, ότι δε σ’ αγάπησα πραγματικά και εγώ νόμιζα ότι έκανα σχέση με την αδελφή μου! Πώς να χειριστούμε τέτοιες τραγικές καταστάσεις; Σήμερα που ξέρουμε και οι δύο την αλήθεια, ας δώσουμε μια δεύτερη ευκαιρία στους εαυτούς μας», είπε ο Τζων με δάκρυα στα μάτια. Μιλούσε στην Έλλη σα να ήταν εκεί. Μιλούσε στη φωτογραφία της πάνω στο τζάκι. Μιλούσε στην αγαπημένη του που χαμογελαστά πόζαρε αγκαλιά με ένα μικρό κοριτσάκι.
«Πόσο μου έλειψε αυτό το χαμόγελο», σκέφτηκε και πήρε στα χέρια του τη φωτογραφία.
«Ποιος να είναι άραγε αυτός ο μικρός άγγελος; Μοιάζουν τόσο πολύ!», αναρωτήθηκε. Σκούπισε τα δάκρυα του και κοίταξε καλύτερα τη φωτογραφία. Ξαφνικά ένοιωσε να τον διαπερνά ηλεκτρικό ρεύμα. Άρχισε να κοιτά σα χαμένος δεξιά κι αριστερά μέσα στο δωμάτιο. Πάνω στο γραφείο της Έλλης υπήρχε κι άλλη φωτογραφία της μικρής ξανθιάς νεράιδας… Πάνω στο κομοδίνο κι άλλη… Τα πόδια του άρχισαν να λυγίζουν. Κάτω από το Χριστουγεννιάτικο δέντρο υπήρχαν πολλά δώρα. Έσκυψε και έκπληκτος διάβασε στις μικρές ετικέτες που υπήρχαν πάνω τους: «Για την Αλεξάνδρα… για την Αλεξάνδρα… για την Έλλη, για την Αλεξάνδρα…»
«Θεέ μου, τι είναι αυτό πάλι; Ποιανού είναι αυτό το παιδί; Γιατί δε μου ανέφερε τίποτε ο Κωστής; Δεν αντέχω άλλα μυστικά! Παναγιά μου λυπήσου με…!»
Κοίταξε το ρολόι του, κόντευε πέντε τα ξημερώματα. Σκέφτηκε να πάρει τηλέφωνο στον αδελφό του, αλλά αμέσως το μετάνιωσε. Φόρεσε το παλτό του και κατέβηκε στη ρεσεψιόν. Ο υπάλληλος παραξενεμένος τον ρώτησε:
«Κύριε Μπράουν μπορώ να σας εξυπηρετήσω σε κάτι; Γιατί δε μου τηλεφωνήσατε;»
«Όχι, όχι παιδί μου σ’ ευχαριστώ», του απάντησε βιαστικά ο Τζων και πριν καλά-καλά προλάβει να αντιδράσει ο υπάλληλος του ξενοδοχείου, άνοιξε την πόρτα και βγήκε έξω. Τα πάντα ήταν κατάλευκα. Με το ζόρι διέκρινε το μονοπάτι στην αυλή. Τα πόδια του βούλιαξαν στο μαλακό χιόνι. Προχώρησε και χάθηκε στο λευκό τοπίο.
Δυο ώρες αργότερα ο υπάλληλος ενημέρωσε τον Κωστή για το περιστατικό. Έντρομος αυτός ανέβηκε στο μικρό διαμέρισμα της Έλλης. Δεν ήταν κανείς εκεί. Πάνω στην πολυθρόνα, δίπλα στο μισοσβησμένο τζάκι, υπήρχε ένα τετράδιο με κόκκινα τριαντάφυλλα στο εξώφυλλο και πλάι του η φωτογραφία της Έλλης με την Αλεξάνδρα. Κατάλαβε αμέσως τι είχε συμβεί. Πήρε στο τηλέφωνο τον αδελφό του. Το άφησε να χτυπήσει πολλές φορές, δεν έλαβε όμως καμία απάντηση. Κατέβηκε βιαστικά στη ρεσεψιόν, φόρεσε το παλτό του και βγήκε έξω. Οι πατημασιές πάνω στο λευκό χαλί της φύσης αχνοφαίνονταν. Τις ακολούθησε βιαστικά, αλλά δεν τον οδήγησαν πουθενά.
«Που είσαι αδελφέ μου!»
Κοίταξε γύρω του, δεν υπήρχε ψυχή. Στο βάθος διέκρινε την εκκλησία της Αγίας Ειρήνης. Κίνησε προς τα κει. Στο Ναό δεν υπήρχε κανένας άλλος πέρα από τον ιερέα που ετοιμαζόταν για τον όρθρο μαζί με τον ψάλτη.
«Πάτερ, την ευχή σου», είπε ο Κωστής.
«Του Κυρίου τέκνο μου. Πως τέτοια ώρα από εδώ Κωστή;», τον ρώτησε ο ιερέας. Ο Κωστής δίστασε προς στιγμήν, αλλά μη ξέροντας τι άλλο να κάνει ρώτησε τον ιερέα:
«Πάτερ, μήπως συνάντησες κανέναν άντρα να περπατά μόνος μέσα στο χιόνι, τώρα που ερχόσουν προς την εκκλησία;»
«Ποιόν ψάχνεις τέκνο μου;»
«Πάτερ, ψάχνω κάποια βασανισμένη ψυχή…»
«Οι Άγιες μέρες που ξημερώνουν ας τον ευλογήσουν τέκνο μου. Προσευχήσου γι’ αυτόν κι αυτός θα τον βρει τον «δρόμο του», του απάντησε ο ηλικιωμένος ιερέας, μη μπορώντας να βοηθήσει διαφορετικά.
Ο Κωστής βγήκε από την εκκλησία και επέστρεψε στο ξενοδοχείο. Σκέφτηκε ότι έπρεπε να είχε μιλήσει στον αδελφό του για την ύπαρξη τής Αλεξάνδρας. Δεν το έκανε γιατί πίστευε ότι ήταν υποχρέωση της Έλλης να το πει αυτό. Μάλιστα, εκτιμούσε ότι αυτό έπρεπε να γίνει τώρα που η Έλλη θα επέστρεφε σπίτι και θα συναντούσε τον Τζων. Είχε κρύψει πολλά πράγματα από την Έλλη. Δεν της είπε ότι βρήκε τον Τζων, ότι τον ενημέρωσε για την υιοθεσία της, ότι την αγαπά ακόμη, ότι θα ερχόταν να την βρει και να διεκδικήσει τον έρωτά της. Δεν έκανε τίποτα απ’ όλα αυτά, τα κράτησε για έκπληξη σαν δώρο γι’ αυτήν. Να όμως που τα πράγματα δεν ήρθαν όπως θα ήθελε.
Ήταν εννιά το πρωί όταν ο Τζων εμφανίστηκε στο ξενοδοχείο σε άθλια κατάσταση. Η όψη του ήταν ωχρή, τα μάτια του κατακόκκινα. Το κορμί του έτρεμε κάτω από τα βρεγμένα ρούχα του. Χωρίς να χάσει δευτερόλεπτο ο Κωστής τον οδήγησε σ’ ένα από τα ελεύθερα δωμάτια του ξενοδοχείου. Του έβγαλε τα βρεγμένα ρούχα και τον έβαλε να ξαπλώσει. Ειδοποίησε αμέσως το γιατρό. Ο Τζων παραμιλούσε από τον υψηλό πυρετό, αλλά ο Κωστής δεν έβγαζε νόημα. Δυο μερόνυχτα έμεινε στο πλευρό του προσπαθώντας να τον συνεφέρει. Την τρίτη μέρα, παραμονή Χριστουγέννων, ο Τζων άνοιξε τα μάτια του και κοίταξε τον αδελφό του που καθόταν στην άκρη του κρεβατιού. Έκανε να σηκωθεί αλλά δεν τα κατάφερε. Όλα γύρω του γύριζαν.
«Αδελφέ μου, ησύχασε. Να δεις που στο τέλος όλα θα πάνε καλά», του είπε ο Κωστής αν και δεν ήταν πλέον σίγουρος για τίποτα. Ο Τζων δεν του απάντησε, απλά γύρισε το κεφάλι του από την άλλη μεριά.
«Αδελφέ μου συγχώρεσε με που δεν σου μίλησα για την Αλεξάνδρα. Πίστευα ότι θα ήταν καλύτερα να σου το πει η Έλλη. Όταν ζήτησες να μείνεις στο διαμέρισμα της δεν σκέφτηκα ότι θα έβλεπες τις φωτογραφίες. Ήταν λάθος μου».
«Κωστή ποιανού είναι το παιδί αυτό;», είπε τελικά και με δυσκολία ο Τζων. «Έκανε τη ζωή της με κάποιον άλλο άνδρα και δεν μου είπες τίποτα; Γιατί μ’ άφησες να ελπίζω... Γιατί Κωστή;»
«Τι είναι αυτά που λες. Ω! Θεέ μου, δεν κατάλαβες τίποτα. Τι πέρασε από το μυαλό σου;»
«Τι εννοείς; Κουράστηκα από τα χιλιάδες μυστικά. Δεν αντέχω άλλες εκπλήξεις!», είπε ο Τζων με όση δύναμη του απέμεινε.
«Ηρέμησε σε παρακαλώ. Ο γιατρός είπε…»
«Άσε τι είπε ο γιατρός, εσύ μ’ ενδιαφέρει τι θα μου πεις!»
«Γιατί κάνεις πως δεν ξέρεις;»
«Τι εννοείς; Από πού να ξέρω;»
«Απ’ ότι είδα, διάβασες το ημερολόγιο της Έλλης. Πώς είναι δυνατόν να μη κατάλαβες;»
«Διάβασα μερικές σελίδες, δεν το διάβασα όλο».
«Μάλιστα! Καλό θα είναι πάντως να μην το αναφέρεις ποτέ στην Έλλη, γιατί θα θυμώσει πολύ! Δεν τις αρέσει να πειράζουν τα προσωπικά της πράγματα».
«Ξέρω, δεν ήταν σωστό αυτό που έκανα. Δεν το έκανα όμως από περιέργεια… Ζητώ από σένα συγνώμη αφού δεν μπορώ να ζητήσω από την ίδια. Αλλά πες μου για το παιδί…»
«Θα σου πω. Έτσι όπως ήρθαν τα πράγματα, πρέπει να σου πω. Άκουσε με χωρίς να με διακόψεις. Όταν έμαθες για τους γονείς μας και υπέθεσες ότι ήσουν αδελφός και των δυο μας, εξαφανίστηκες από τη ζωή μας, κι έτσι δεν έμαθες ποτέ ότι η Έλλη ήταν έγκυος και ότι το παιδί είναι δικό σου. Εκείνη περίμενε να έρθεις για να σου το ανακοινώσει, αλλά αυτό δεν έγινε ποτέ. Στην αρχή ήλπιζε, μετά απογοητεύτηκε, μετά θύμωσε, οργίστηκε, κλείστηκε στο σπίτι μέχρι που γεννήθηκε η Αλεξάνδρα. Όλη τη φροντίδα του παιδιού την είχε αναλάβει η Φρόσω. Είχε πέσει σε μελαγχολία. Δεν άντεχα να τη βλέπω σ’ αυτήν την κατάσταση. Αυτό με ώθησε να ψάξω να σε βρω. Πίστευα ότι μόνο εσύ μπορούσες να τη συνεφέρεις. Έκανα λάθος. Τελικά βρήκε το δρόμό της μόνη της. Όσο εγώ ήμουν στη Γερμανία μαζί σου, αυτή πήγε στο χωριό, βρήκε τη θεία Μέλπω, την αδελφή της μητέρας μας, και έμαθε απ’ αυτήν κάποιες επιπλέον πληροφορίες για τη βιολογική της μητέρα. Κατάφερε να βρει τους συγγενείς της και αργότερα εντόπισε και το βιολογικό της πατέρα. Μέσα σ’ όλα αυτά ξέχασα να σου πω ότι ως δια μαγείας, αφού ισορρόπησε συναισθηματικά, προσέγγισε το παιδί της. Το πήρε και έφυγαν για την Αθήνα. Το φροντίζει μόνη της και όπως όλα δείχνουν είναι μια σωστή μητέρα».
Ο Τζων δεν πίστευε στα αυτιά του. Είχε μια κόρη και δε γνώριζε τίποτα. Απ’ την άλλη ένοιωσε ντροπή για τη δική του μικροψυχία, για την ανικανότητά του να χειριστεί την κατάσταση, σε αντίθεση με την Έλλη που αποδείχθηκε όχι μόνο ικανή αλλά και μεγαλόθυμη.
«Ίσως τώρα να είναι δύσκολο να την προσεγγίσεις. Προσπάθησε να βρεις τον κατάλληλο τρόπο, γιατί αυτή η συγκαιρία, πίστεψέ με, θα είναι η τελευταία. Εμείς θα σε στηρίξουμε, αλλά αν η Έλλη είναι ανένδοτη, θα σεβαστούμε την απόφασή της», του είπε ο Κωστής και βγήκε από το δωμάτιο αφήνοντας τον Τζων σε απελπιστική κατάσταση.

 

Την προπαραμονή Πρωτοχρονιάς τελικά η Έλλη κατάφερε να φτάσει στο πατρικό της μαζί με την Αλεξάνδρα και τον Άρη Ανδρέου. Το γεγονός ότι αποκλείστηκαν στην Αθήνα εξαιτίας του χιονιού, στάθηκε μια πρώτης τάξεως ευκαιρία να περάσει τα Χριστούγεννα με τον πατέρα της. Να γνωριστούν καλύτερα, να μάθει ο ένας για τον άλλο, αυτά που η ζωή με τα παράξενα παιχνίδια της, τους στέρησε.
Μετά από δυο φουρτουνιασμένα χρόνια, γεμάτα κακοτοπιές, επιτέλους η Έλλη είχε βρει τη γαλήνη και εν μέρει ένοιωθε ευτυχισμένη. Η ζωή της είχε μπει σε μια τάξη. Το μοναδικό ανοιχτό κεφάλαιο ήταν ο Τζων. Είχε υποσχεθεί στον εαυτό της ότι θα έψαχνε να τον βρει και θα τον ενημέρωνε για την ύπαρξη της Αλεξάνδρας. Δεν ήθελε το παιδί της να περάσει ότι πέρασε η ίδια. Σκόπευε μάλιστα το θέμα αυτό να το συζητήσει και με τον Κωστή. Την απόφασή της αυτή επικρότησε και ο πατέρας της, ο Άρης.
«Μη στερήσεις από το παιδί τον πατέρα του, είτε τα βρείτε μεταξύ σας είτε όχι. Κανείς δεν ξέρει τι μπορεί να φέρει ο χρόνος. Το παιδί έχει ανάγκη τον πατέρα του. Είσαι δίκαιος άνθρωπος. Πιστεύω ότι θα κάνεις το σωστό!», της είπε.
Η επιστροφή της Έλλης έφερε γέλια και χαρές στο μικρό ξενοδοχείο που ζωντάνεψε μέσα σε κλάσματα δευτερολέπτου. Η Αλεξάνδρα άρχισε να τρέχει πάνω κάτω φωνάζοντας: «Σ’ αγαπώ θεία, σ’ αγαπώ θείε!»
Η Φρόσω και ο Κωστής έμειναν κατενθουσιασμένοι από τη γνωριμία τους με τον Άρη Ανδρέου και συμφώνησαν με την απόφαση της Έλλης να τον καλέσει ώστε να γιορτάσουν όλοι μαζί την αλλαγή του χρόνου.
Ο Κωστής πρότεινε στον Άρη να τον φιλοξενήσει στο σπίτι του, αλλά εκείνος αρνήθηκε ευγενικά.
«Και το δευτερόλεπτο είναι πολύτιμο πλέον για μένα. Θέλω όσο μπορώ και όσο η ζωή μού το επιτρέπει, να βρίσκομαι στο πλευρό του παιδιού μου. Είναι αδύνατο να τη χορτάσω. Η ζωή μού έκανε τελικά το καλύτερο δώρο. Μού έδωσε πίσω το παιδί μου. Είμαι τόσο υπερήφανος γι’ αυτήν!», του είπε.
Ο Κωστής έψαχνε την κατάλληλη ευκαιρία για να μιλήσει στην αδελφή του. Μπορεί να έδειχνε χαρούμενος που την είχε δει μετά από τόσους μήνες, αλλά η υπόθεση του Τζων τον έκαιγε. Τον είχε αποκλεισμένο στο δωμάτιό του, απαγορεύοντάς του την έξοδο, από φόβο μην συναντηθεί με την Έλλη, πριν εκείνος της μιλήσει. Για την επιτυχία του σχεδίου αυτού είχε επιστρατεύσει ακόμη και το προσωπικό τού ξενοδοχείου. Κανείς και για κανένα λόγο δεν ανέφερε το όνομα Τζων Μπράουν. Όσο για τη σίτισή του, την είχε αναλάβει προσωπικά ο Κωστής, ο οποίος και τον επισκεπτόταν σε τακτά χρονικά διαστήματα στο δωμάτιό του.
Τελικά, το πρωί της παραμονής της Πρωτοχρονιάς, ο Κωστής βρήκε την κατάλληλη ευκαιρία να μιλήσει στην αδελφή του. Ο Άρης μαζί με την Αλεξάνδρα και τη Φρόσω αποφάσισαν να βγουν για ψώνια στην αγορά. Το είχε προτείνει η Φρόσω για να διευκολύνει την κατάσταση.
Ο Κωστής χτύπησε την πόρτα του διαμερίσματος της Έλλης στον τελευταίο όροφο του ξενοδοχείου και μπήκε μέσα.
«Τι γίνεται εδώ», ρώτησε βλέποντας ανάστατο το δωμάτιο.
«Βλέπεις πόσο ακατάστατη είμαι; Εσείς το είχατε κουκλί και εμείς το κάναμε... άντε να μην πω!»
Η Αλεξάνδρα είχε εν τω μεταξύ ανοίξει όλα τα πακέτα με τα δώρα που υπήρχαν κάτω από το χριστουγεννιάτικο δέντρο μετατρέποντας το δωμάτιο σε παιδότοπο.
«Την κακομαθαίνετε και το ξέρετε!», είπε η Έλλη και μάζεψε τα παιχνίδια από τον καναπέ για να καθίσει ο αδελφός της.
«Έφερα καφέ. Έλα να μιλήσουμε με την ησυχία μας τώρα που δεν είναι κανείς εδώ.», της είπε και της πρόσφερε τη μια από τις δύο κούπες με τον αχνιστό καφέ που κρατούσε.
«Έχουμε να τα πούμε από το καλοκαίρι. Πες μου πρώτα αν είσαι καλά;»
«Δόξα τω Θεώ Κωστή, θέλω να πιστεύω ότι τα δύσκολα πέρασαν. Μπήκε η ζωή μας σε νέους ρυθμούς».
«Τα καταφέρνεις μόνη σου με την Αλεξάνδρα στην Αθήνα;»
«Ναι, Κωστή. Δεν μπορείς να φανταστείς τι καλόγνωμο παιδί είναι! Κάνατε καλή δουλειά εσύ και η Φρόσω, όταν εγώ βρισκόμουν αλλού…»
«Μη το συζητάς. Το καθήκον μας κάναμε ως θείοι μια και εσύ δεν ήσουν σε θέση εκείνη την εποχή να ασχοληθείς με το παιδί».
Η Έλλη σούφρωσε ξαφνικά τα φρύδια.
«Συμβαίνει κάτι;», τη ρώτησε ο Κωστής.
«Ξέρεις, αποφάσισα να ενημερώσω τον Τζων για την ύπαρξη της μικρής. Το συζήτησα μάλιστα και με τον Άρη και αυτός με παρότρυνε να το κάνω. Δεν είναι σωστό να μην γνωρίζει τον πατέρα της και πιστεύω ότι μόνο γνωρίζοντάς τον θα μεγαλώσει σωστά και ισορροπημένα. Από την άλλη δεν θέλω να με κατηγορήσει κάποια στιγμή ότι της στέρησα τον πατέρα της για ένα καπρίτσιο, για ένα τίποτα.»
«Μπράβο σου κορίτσι μου. Πάντα πίστευα ότι θα κάνεις αυτό που πρέπει, ότι θα κάνεις την υπέρβαση», της είπε ο Κωστής και έσκυψε να τη φιλήσει.
«Δεν το κάνω για τον Τζων, αλλά για την Αλεξάνδρα».
«Έλλη…»
«Τι είναι Κωστή, θέλεις να μου πεις κάτι και διστάζεις;»
«Ναι, γιατί από τη μια εσύ είσαι εσωστρεφής άνθρωπος και δε συνηθίζεις να συζητάς αυτά που σε απασχολούν απλά μας ανακοινώνεις τις αποφάσεις σου, και από την άλλη εγώ αναγκάζομαι, για το καλό μας, να κάνω πράγματα κρυφά από σένα».
«Τι έκανες πάλι κρυφά Κωστή;», του είπε με περιπαικτικό ύφος η Έλλη.
«Να… θυμάσαι που πήγες κρυφά στη Μυτιλήνη; Ε, λοιπόν πήγα κι εγώ κρυφά στη Γερμανία…»
«Κρυφά; Τι λες τώρα; Αφού το ξέρω ότι πήγες στη Γερμανία!»
«Ναι, αλλά δεν ξέρεις γιατί πήγα ή καλύτερα ποιόν πήγα να συναντήσω!»
«Τι εννοείς;»
«Έλλη μου, μας συνέβησαν πολλά τα τελευταία χρόνια. Το κακό είναι ότι δεν συζητάμε. Ο καθένας μας τραβά το δικό του Γολγοθά. Εσύ έμαθες ότι είσαι υιοθετημένη, έψαξες και βρήκες τους δικούς σου, γεύτηκες την ευτυχία έστω και καθυστερημένα. Εγώ που έμαθα ότι έχω ένα αδελφό και μάλιστα δίδυμο, δεν έπρεπε να τον βρω και να τον βάλω στη ζωή μου;»
Ο γεμάτος παράπονο λόγος του Κωστή καθήλωσε την Έλλη. Δεν ήξερε τι να του απαντήσει. Παραδεχόταν ότι είχε δίκιο. Δεν μπορούσε και δεν είχε το δικαίωμα να γίνει η αιτία να μη σμίξουν τα δύο αδέλφια επειδή η ίδια είχε πληγωθεί.
«Έλλη μου ξέρεις πόσο σ’ αγαπώ. Ξέρεις ότι θα έκανα τα πάντα για σένα. Θέλω να είσαι ευτυχισμένη, όμως κατάλαβέ με και μένα. Έμαθα ότι είχα έναν αδελφό. Δεν μπορούσα να το αφήσω έτσι. Έπρεπε να μάθω την αλήθεια από τον ίδιο. Να μου πει ο ίδιος τι έμαθε. Στην αρχή δεν το χωρούσε ο νους μου. Αν ήταν μικρότερος από μένα θα έπρεπε λογικά να το γνώριζα. Άρα ήταν μεγαλύτερος. Έτσι υπέθεσα. Τελικά έμαθα ότι ήμασταν δίδυμοι και μας χώρισαν στη γέννα. Η μάνα μας δεν ήταν σε θέση να γνωρίζει αν γέννησε ένα ή δύο παιδιά γιατί είχε δύσκολη γέννα. Μάλιστα κόντεψε να πεθάνει. Ο γιατρός πούλησε τον αδελφό μου σ’ ένα ζευγάρι ελληνοαμερικανών. Όταν μου είπε ο Τζων όλα όσα έμαθε από τη μαία που ήταν παρούσα στη γέννα αλλά και συνεργός του γιατρού, μου σηκώθηκε η τρίχα. Θα σου τα πω όλα αναλυτικά κάποια άλλη στιγμή όμως. Τώρα προέχουν άλλα. Όταν βρήκα τον Τζων ήταν στην ίδια άθλια κατάσταση που ήσουν και εσύ. Σ’ αγαπά όσο τίποτε άλλο στον κόσμο. Πήγα και τον βρήκα, όχι μόνο γιατί τον θέλω στη ζωή μου, αλλά και για να τον λυτρώσω από τις τύψεις και τις ενοχές που ένοιωθε. Δεν είναι λίγο να ανακαλύπτεις ότι έκανες σχέση με την αδελφή σου! Έτσι νόμιζε και κόντευε να τρελαθεί. Σ’ αυτήν την κατάσταση τον βρήκα. Κατάλαβα αμέσως ότι βρισκόταν σε αδιέξοδο. Το ίδιο θα πάθαινα και εγώ. Έπρεπε να μάθει την αλήθεια. Αυτή και μόνο αυτή μπορούσε να μας λυτρώσει όλους. Αυτή και μόνο αυτή μπορεί να μας ενώσει και πάλι όλους σαν οικογένεια. Σας θέλω και τους δύο στη ζωή μου. Θέλω όσο τίποτε άλλο να σας δω και πάλι ευτυχισμένους. Έχετε και ένα παιδί μαζί, μην το ξεχνάς!»
«Τί μου ζητάς τώρα Κωστή; Να τα ξαναφτιάξω με τον Τζων; Πιστεύεις ότι είναι εύκολο μετά απ’ όσα πέρασα; Μπορεί οι λόγοι της εξαφάνισής του να μην ήταν αυτοί που αρχικά εμείς νομίζαμε, αλλά αυτό δεν αλλάζει τα πράγματα. Πόνεσα πολύ και το ξέρεις. Έδωσα αγώνα για να σταθώ και πάλι στα πόδια μου. Πώς μπορώ έτσι απλά να τα διαγράψω όλα; Πως μπορώ να προσποιηθώ ότι δε συνέβησαν όλα αυτά; Πως να γυρίσω το χρόνο πίσω;», απάντησε η Έλλη με δάκρυα στα μάτια.
«Δεν τον αγαπάς πια;»
«Τι σημασία μπορεί να έχει αυτό; Το θέμα είναι ότι δεν τον εμπιστεύομαι πλέον».
«Γιατί Έλλη μου; Πιστεύεις ότι θα σε εγκατέλειπε αν δε μάθαινε αυτό που έμαθε; Πιστεύεις ότι θα έφευγε μακριά σου αν γνώριζε ότι δεν είσαι πραγματική αδελφή μου, άρα και δική του; Πιστεύεις ότι δε σ’ αγάπησε πραγματικά, ότι σε κορόιδευε;»
«Δεν ξέρω Κωστή. Και δε θέλω να μπω σ’ αυτή τη λογική ξανά. Αποφάσισα να γυρίσω σελίδα στη ζωή μου. Εσύ τουλάχιστον ξέρεις ότι το όχι μου δε γίνεται ναι, ας μη συνεχίσουμε αυτή τη συζήτηση».
«Ούτε για το χατίρι της Αλεξάνδρας δεν μπορείς να του δώσεις μια δεύτερη ευκαιρία;»
«Σου είπα. Είχα σκοπό να τον βρω και να του πω για την Αλεξάνδρα. Αφού λοιπόν τον βρήκες εσύ και απ’ ότι κατάλαβα επικοινωνείτε, μπορείς να τον ενημερώσεις και να με βγάλεις και από τη δύσκολη θέση».
«Έλλη, μη γίνεσαι σκληρή. Όσα δίκια έχεις με το μέρος σου, άλλα τόσα έχει και ο Τζων. Εγώ που σας αγαπώ και τους δύο μπορώ να σας καταλάβω. Κάνε και εσύ μια προσπάθεια σε παρακαλώ…»
«Όχι Κωστή δεν θέλω να καταλάβω και δεν είμαι σε θέση να συγχωρήσω κανένα. Κάνω την υπέρβαση μου για χατίρι της Αλεξάνδρας, αλλά μέχρι εκεί. Δεν θέλω να τον ξαναδώ, τελεία και παύλα», είπε εκνευρισμένα η Έλλη.
Ο Κωστής σηκώθηκε και έφυγε από το δωμάτιο χωρίς δεύτερη κουβέντα. Μοναδική κρυφή του ελπίδα ήταν πλέον ο Άρης. Ίσως αυτός να μπορούσε να τον βοηθήσει. Τον ξεμονάχιασε λοιπόν μετά το μεσημεριανό φαγητό δήθεν για να του δείξει τη σπάνια συλλογή του από νομίσματα, και του εξιστόρησε τα γεγονότα. Του αποκάλυψε μάλιστα ότι ο Τζων βρισκόταν στο ξενοδοχείο κλεισμένος σ’ ένα δωμάτιο και περίμενε από εκείνον το πράσινο φως για να εμφανιστεί.
«Παιδιαρίσματα ερωτευμένων ανθρώπων», είπε και γέλασε με την καρδιά του ο Άρης. «Η κόρη μου είναι ακόμη πολύ ερωτευμένη μαζί του, αλλά και πολύ θυμωμένη. Θα της περάσει, θα δεις», είπε με σιγουριά.
«Είναι όμως και πεισματάρα», συμπλήρωσε ο Κωστής.
«Καλά, καλά, καμώματα του έρωτα είναι αυτά. Θα σου πω εγώ τι θα κάνουμε και θα δεις που θα πιάσει! Ειδοποίησε τον Τζων ότι θέλω να τον δω. Εσύ φέρε μου την Αλεξάνδρα. Στη βράση κολλάει το σίδερο. Αν της δώσουμε χρόνο να το σκεφτεί, ποιος ξέρει τι μπορεί να κάνει! Άντε, σήκω, μην κάθεσαι λεπτό», είπε στον Κωστή κι εκείνος υπάκουσε χωρίς αντίρρηση.

 

Κόντευε έντεκα και μισή το βράδυ και η Έλλη ετοιμαζόταν στο δωμάτιό της για το ρεβεγιόν της Πρωτοχρονιάς. Η Φρόσω είχε πάρει από νωρίς την Αλεξάνδρα για να την ταΐσει και να παίξουν. Της είχε λείψει πολύ. Κι ο Άρης ήταν χαμένος όλο το απόγευμα.
«Λες και επίτηδες το κάνουν», σκέφτηκε η Έλλη βουρτσίζοντας τα μαλλιά της. «Είχα τόση λαχτάρα να έρθω σπίτι κι όλοι τους κάνουν σα να μην υπάρχω. Ακόμη και ο Κωστής από το πρωί ούτε ένα τηλέφωνο δε με πήρε! Ας το καλό πια…! Χίλιες φορές να μην ερχόμουν…», είπε νευριασμένα και πέταξε τη βούρτσα. Άναψε ένα τσιγάρο και κάθισε δίπλα στο τζάκι. Η καρδιά της χτυπούσε δυνατά. Ξανασκέφτηκε τα λόγια του Κωστή.
«Έλλη μη γίνεσαι σκληρή. Όσα δίκια έχεις με το μέρος σου, άλλα τόσα έχει και ο Τζων. Εγώ που σας αγαπώ και τους δύο μπορώ να σας καταλάβω. Εσύ δεν μπορείς να καταλάβεις;». Τα μάτια της γέμισα δάκρυα.
Ο ήχος του τηλεφώνου την επανέφερε στην πραγματικότητα.
«Έλλη μου, είσαι έτοιμη; Σε περιμένουμε στο σαλόνι», άκουσε να της λέει με ευδιάθετο τόνο ο Άρης.
«Που χάθηκες τόσες ώρες πατέρα;»
«Έλα και θα δεις» της απάντησε ο Άρης.
«Αχ Θεέ μου, εδώ καράβια χάνονται βαρκούλες αρμενίζουν…»
«Τα καράβια είναι μια χαρά. Κοίτα εσύ να καθυστερήσεις κι άλλο και θα αλλάξεις το χρόνο μονάχη σου…», της είπε ο Άρης και έκλεισε το τηλέφωνο.
«Είχα ένα μωρό και απέκτησα και δεύτερο» σκέφτηκε η Έλλη και κούνησε το κεφάλι. Έριξε μια τελευταία ματιά στον καθρέφτη και άνοιξε την πόρτα για να κατέβει στο σαλόνι όπου την περίμεναν οι άλλοι συγκεντρωμένοι. Βγαίνοντας, την προσοχή της τράβηξε ένα κόκκινο τριαντάφυλλο που ήταν τοποθετημένο πάνω στο πατάκι της πόρτας του δωματίου της. Έσκυψε και το πήρε. Δεν ήταν όμως το μοναδικό. Ένα ακόμη υπήρχε παρά δίπλα… κι άλλο ένα λίγο πιο πέρα. Ο διάδρομος ήταν γεμάτος με κόκκινα τριαντάφυλλα. Το ένα δίπλα στο άλλο, σαν σημαδούρες πάνω στην μπλε μοκέτα, της υποδείκνυαν τη διαδρομή που έπρεπε να ακολουθήσει. Φτάνοντας στο κεφαλόσκαλο του κλιμακοστασίου, κοντοστάθηκε. Σε κάθε σκαλοπάτι υπήρχε και από ένα κόκκινο τριαντάφυλλο. Αποφάσισε να ακολουθήσει το δρόμο των ρόδων αντί να γυρίσει πίσω και να μπει στο ασανσέρ. Τα σκαλοπάτια και των έξι ορόφων ήταν γεμάτα από κόκκινα τριαντάφυλλα.
Όπως τότε, στη Θάσο, σκέφτηκε η Έλλη και ανατρίχιασε.
«Κανείς δεν μπορεί να τραγουδήσει το τραγούδι σου. Κανείς δεν μπορεί να χορέψει το χορό σου… Αν αφουγκραστείς το παρελθόν θα μπορέσεις να δεις τη σχέση των γεγονότων στο πέρασμα του χρόνου…»
Έκλεισε τα μάτια και «γεύτηκε» το άρωμα των ρόδων.
Ο σπαρμένος με ρόδα δρόμος οδήγησε τα βήματά της έξω από την πόρτα του σαλονιού. Η αισθησιακή φωνή του Barry White, λατρεμένου τραγουδιστή της Έλλης και τα γέλια της Αλεξάνδρας, µέθυσαν τις αισθήσεις της. Κοντοστάθηκε αναποφάσιστη. Τα πόδια της άρχισαν να τρέμουν. Ακούμπησε στον τοίχο. Έκλεισε τα µάτια και ονειρεύτηκε τον παράδεισο. Ο δρόμος των ρόδων δεν είχε επιστροφή, έπρεπε για άλλη µια φορά να τον διαβεί. Άνοιξε τα µάτια της και δειλά -δειλά πρόβαλε στην πόρτα.
Στο πάτωμα του σαλονιού τα ρόδα ήταν τοποθετημένα σε σχήμα καρδιάς. Μια κόκκινη καρδιά που αγκάλιαζε δύο αγαπημένα της πρόσωπα. Τον άνδρα που φυλάκισε στα όνειρα της και τον καρπό του έρωτά τους.
Τα γέλια της Αλεξάνδρας στην αγκαλιά του πατέρα της ηχούσαν στα αυτιά της ως ύμνοι αγγέλων. Έδειχνε τόσο ευτυχισμένη! Έσφιγγε τα μικρά χεράκια της γύρω από το λαιμό του Τζων και τον φιλούσε ασταμάτητα. Κι εκείνος την αγκάλιαζε µε τόση τρυφερότητα…
«Όνειρο είναι όπου να ‘ναι θα ξυπνήσω», σκέφτηκε η Έλλη. Ακούμπησε πάνω στη πόρτα και άφησε το όνειρο να πλημμυρίσει µε γαλήνη την ψυχή της.
«You are my love» έλεγε ο Barry White µε την αισθησιακή του φωνή. Οι χτύποι της καρδιά της δυνάμωσαν.
Δεν μπορεί να είναι αληθινό αυτό που βλέπω, ξαναείπε στον εαυτό της.
«Μανούλα, μανούλα…», φώναξε η Αλεξάνδρα μόλις την είδε απλώνοντας τα χεράκια της.
«Μανούλα, μανούλα… Ήρθε ο μπαμπάς!», ξαναφώναξε όλο χαρά.
Ο Τζων γύρισε και κοίταξε προς την πόρτα. Ήταν εκεί όμορφη σαν οπτασία. Τα βουρκωμένα της µάτια ήταν πιο όμορφα από ποτέ. Προχώρησε προς το μέρος της έχοντας πάντα στην αγκαλιά του τη μονάκριβη κόρη τους. Η Έλλη παρέμενε ακίνητη κολλημένη πάνω στην πόρτα, έτοιμη να σωριαστεί.
Γύρισε και κοίταξε πίσω του. Στο βάθος του σαλονιού διέκρινε τον Κωστή, τη Φρόσω και τον Άρη να του κάνουν νοήματα και χειρονομίες... Η Αλεξάνδρα τέντωσε ακόμη περισσότερο το σώμα της προς το μέρος της μητέρας της. Προς στιγμήν δίστασε, κοντοστάθηκε και την κοίταξε στα µάτια.
«Έλλη µου», ψιθύρισε, µα δεν πήρε καμία απάντηση.
«Έλλη µου, αγαπημένη µου, συγχώρεσέ με», ξαναείπε.
Ο Άρης ως πιο έμπειρος πλησίασε διακριτικά και έκανε νόημα στην Αλεξάνδρα να πάει προς το μέρος του. Η μικρή φώναξε «παππού, παππού…» και ο Τζων την άφησε από την αγκαλιά του.
Μια ανάσα τους χώριζε από την ευτυχία, ένα νεύμα, ένα μειδίαμα.
«Όρκο ζωής σου δίνω, ποτέ ξανά αυτά τα µάτια δε θα αφήσω να δακρύσουν!», είπε ο Τζων και µε τις άκρες των δακτύλων του σκούπισε τα δάκρυά της.
«Όρκο ζωής σου δίνω, να σ’ αγαπώ και να σε νοιάζομαι μέχρι τη στερνή µου πνοή», συνέχισε και έκλεισε τα χέρια της στις παλάμες του.
«Όρκο ζωής σου δίνω, να κρατώ πάντα για σένα την πιο σφικτή αγκαλιά», πρόσθεσε και την αγκάλιασε µε το δικό του μοναδικό τρόπο.
Οι αντιστάσεις της Έλλης κάμφθηκαν. Αφέθηκε στην αγκαλιά του και μύρισε το άρωμα των πιο μυρωδάτων λουλουδιών του κόσμου...

Η ζωή- Αγάπη

Ήρθε στον κόσμο η ΖΩΗ
κι αμέσως κάτι θέλησε,
κάτι που την ωφέλησε:
ζήτησε την ΑΓΑΠΗ.

Πορεύτηκαν κι οι δυο μαζί
σιωπηλά, αγκαλιαστά,
και μεγαλούργησαν πιστά
κόντρα στην αυταπάτη…

Στο διάβα τους, κάποια στιγμή
διόλου δεν διαφώνησαν,
αντίθετα, συμφώνησαν,
και πρώτη ήρθε η αγάπη!...

Ακολούθησε η ζωή,
και έδεσαν και στέριωσαν
σ’ όλους επιβεβαίωσαν,
προέχει, η αγάπη!

Το δέχθηκε αυτό η ζωή
στο πλάι συνακολουθεί,
γύρω της παρακολουθεί
τα μήκη και τα πλάτη…

Θ’ αναρωτιέμαι εσαεί,
ποια απ’ τις δυο πρωτοστατεί
και η ζωή καρποφορεί
και δεν νοείται επ’ ουδενί,
«αγάπη δίχως τη ζωή
ζωή χωρίς αγάπη»!

Καίτη Τσακίρη- Καραμιχάλη
3-10-2012

ΔΗΜΟΣ ΔΡΑΜΑΣ

1. ΙΣΤΟΡΙΑ

2. ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ

3. ΑΞΙΟΘΕΑΤΑ

ΔΗΜΟΣ ΔΟΞΑΤΟΥ

1. ΙΣΤΟΡΙΑ

2. ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ

3. ΑΞΙΟΘΕΑΤΑ

ΔΗΜΟΣ ΠΑΡΑΝΕΣΤΙΟΥ

1. ΙΣΤΟΡΙΑ

2. ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ

3. ΑΞΙΟΘΕΑΤΑ

ΔΗΜΟΣ ΠΡΟΣΟΤΣΑΝΗΣ

1. ΙΣΤΟΡΙΑ

2. ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ

3. ΑΞΙΟΘΕΑΤΑ

ΔΗΜΟΣ Κ. ΝΕΥΡΟΚΟΠΙΟΥ

1. ΙΣΤΟΡΙΑ

2. ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ

3. ΑΞΙΟΘΕΑΤΑ

sxoli odigon georgiadis

parxarides triantafillos banner

koutsiana banner

© 2018 Destanea. All Rights Reserved. ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ: ΡΕΝΑ ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΙΔΟΥ | ΑΙΓΑΙΟΥ 4 ΔΡΑΜΑ, 66100 | 6932416400 - eirtrian@otenet.gr