Displaying items by tag: ΓΙΩΡΓΟΣ ΤΣΑΚΙΡΗΣ

TSAKIRHS GIVRGOS

Γράφει ο Γιώργος Τσακίρης

Ήταν στα τέλη του 2019 όταν στα δελτία ειδήσεων της χώρας, ξεκίνησαν να γίνονται σποραδικές αναφορές για έναν νέο ιό ο οποίος έπληττε μία συγκεκριμένη περιοχή της Κίνας. Τόσο η μακρινή απόσταση που μας χωρίζει από την αχανή αυτή χώρα, όσο και τα ελάχιστα, για τα πληθυσμιακά της δεδομένα, κρούσματα στα οποία αναφέρονταν, μας έκαναν να αισθανόμαστε πως πρόκειται για κάτι το οποίο δεν μας αφορά.

Έπρεπε να έρθει ο Ιανουάριος του 2020, και συγκεκριμένα η 23η του μήνα, για να μάθουμε πως μία πόλη της Κίνας με το όνομα Γουχάν, με πληθυσμό κοντά στα 10εκ. κατοίκους, έχει τεθεί σε καραντίνα λόγω της ταχείας μετάδοσης ενός νέου κορωνοϊού και τα πολύ σοβαρά συμπτώματα αναπνευστικής ανεπάρκειας που αυτός προκαλεί. Την ίδια ημέρα, ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας (ΠΟΥ) χαρακτήριζε ως «μέσου κινδύνου» τον ιό και αποφάσιζε τη στενή παρακολούθηση της πορείας του, αλλά και των μέτρων που έπαιρνε η Κινεζική κυβέρνηση, με σκοπό τον περιορισμό του.

Μία μόλις εβδομάδα αργότερα, ο ΠΟΥ αποφάσιζε ότι η επιδημία του νέου κορωνοϊού στην Κίνα συνιστά «έκτακτη ανάγκη δημόσιας υγείας διεθνούς ανησυχίας».

Ο γενικός διευθυντής του ΠΟΥ κ. Γκεμπρεγέσους, ανακοίνωνε την απόφαση όταν τα κρούσματα, και παρά τα μέτρα που είχαν ληφθεί, είχαν πλέον αρχίσει να καταγράφονται σε τουλάχιστον 18 χώρες.

Ακόμη και τότε όμως, ο ΠΟΥ εκτιμούσε ότι δεν υπήρχε λόγος να περιοριστούν τα ταξίδια και οι εμπορικές συναλλαγές με την Κίνα.
Σε συνέντευξη τύπου στις 30 Ιανουαρίου, ο γενικός διευθυντής του Οργανισμού ανέφερε πως «Ο ΠΟΥ δεν συνιστά να περιοριστούν τα ταξίδια, οι εμπορικές συναλλαγές και η μετακίνηση (του πληθυσμού) και αντιτίθεται σε κάθε περιορισμό των ταξιδιών» ενώ αναφερόμενος στα μέτρα που λάμβανε η Κίνα, δήλωσε ότι «πιστεύει πως θα ανακόψουν την διάδοση του ιού».

Στις αρχές Φεβρουαρίου μάθαμε ότι έχουν επιβεβαιωθεί περίπου 29.000 κρούσματα, που σε ποσοστό 99% είχαν καταγραφεί στην Κίνα, ενώ μεμονωμένα κρούσματα είχαν διαπιστωθεί και σε ακόμη 26 χώρες, ιδιαίτερα σε γειτονικές της Κίνας περιοχές, λόγω του αυξημένου όγκου ταξιδιωτών.

Τις ίδιες ημέρες, ο πρύτανης του ΕΚΠΑ, καθηγητής κ. Αθ. Δημόπουλος, σε συνέντευξή του δήλωνε πως «σε σύγκριση με τις άλλες δύο επιδημίες κορωνοϊών τα τελευταία 20 χρόνια (SARS και MERS), ο νέος κορωνοϊός φαίνεται ότι είναι περισσότερο μολυσματικός, καθώς έχει υπολογιστεί ότι κάθε ασθενής προσβάλλει κατά μέσο όρο 2,68 άτομα, αλλά λιγότερο θανατηφόρος».

Τις ίδιες -όμως- επίσης ημέρες, η κατάσταση στην Κίνα φαινόταν πως είχε «ξεφύγει».

Οι ελλείψεις σε προμήθειες βασικού ιατρικού εξοπλισμού, συμπεριλαμβανομένων των μασκών, των προστατευτικών στολών και των υψηλής ποιότητας απολυμαντικών στα νοσοκομεία της Γουχάν ήταν πλέον εμφανείς, με τις υποδομές υγείας της πόλης να λειτουργούν πια πέραν των ορίων τους και τις κλίνες των μονάδων εντατικής θεραπείας που προορίζονταν για ασθενείς από τον ιό, να έχουν ήδη υπερκαλυφθεί.

Μόλις στις 12 Μαρτίου ο ΠΟΥ αναβάθμισε σε «πανδημία» την εξάπλωση του νέου κορωνοϊού, με το Ιράν και την Ιταλία να αποτελούν πλέον τις δύο χώρες στις οποίες εντοπιζόταν σημαντικός αριθμός κρουσμάτων.

Στην Ελλάδα, μετρούσαμε ήδη 89 επιβεβαιωμένα κρούσματα, που σχετίζονταν κατά βάση με ταξιδιώτες από την Ιταλία καθώς και με μια ομάδα προσκυνητών που είχαν ταξιδέψει στο Ισραήλ και την Αίγυπτο και τις επαφές τους.

Η Κίνα, εκείνες τις ημέρες, «μετρούσε» περισσότερα από 81.000 κρούσματα και τουλάχιστον 3.000 θανάτους. Μόλις 10 ημέρες αργότερα, ο αριθμός αυτός θα εξαπλασιαζόταν, με τον ιό να αποτελεί πλέον παγκόσμιο υγειονομικό φαινόμενο.

Στα τέλη πλέον Μαρτίου, με τις περισσότερες χώρες του κόσμου να έχουν ανακοινώσει μέτρα περιορισμού της κυκλοφορίας των πολιτών τους, αλλά και το κλείσιμο δημόσιων δομών και εμπορικών καταστημάτων, ο γενικός διευθυντής του ΠΟΥ αναφέρει πως «Με το να ζητάμε από τον κόσμο να μείνει στο σπίτι και να απαγορεύουμε τις μετακινήσεις, αγοράζουμε χρόνο και μειώνουμε τις πιέσεις στα συστήματα υγείας. Από μόνα τους αυτά τα μέτρα δεν θα εξαλείψουν τις πανδημίες».

Είχε πλέον αρχίσει να γίνεται εμφανές το εξαιρετικά σοβαρό ζήτημα των επιπτώσεων στις οικονομίες των χωρών που είχαν λάβει περιοριστικά μέτρα για την εξάπλωση του νέου κορωνοϊού.

Ακριβώς τότε, ξεκινούν να εμφανίζονται και οι περισσότερες αντιδράσεις αλλά και τα διάφορα υποθετικά σενάρια, με αντικείμενο το πού αποσκοπούσαν -στο σύνολό τους- όλες οι πολιτικές αποφάσεις που είχαν παρθεί με αφορμή την πανδημία του Covid-19, όπως είχε ονομαστεί ο νέος κορωνοϊός.

Ως ένας από εκείνους που από την πρώτη στιγμή πειθάρχησε στα μέτρα περιορισμού της κυκλοφορίας, ταυτόχρονα όμως δεν έπαψε να ανησυχεί για «την επόμενη ημέρα» των μέτρων που άκουγε να ανακοινώνονται, ένιωθα την ανάγκη να βρω ακόμη πιο πειστικές απαντήσεις από αυτές που δημόσια προβάλλονταν (και προβάλλονται).

Το «γιατί» που έμμεσα ή άμεσα άκουγα από όλο και περισσότερους που δεν έμεναν ικανοποιημένοι από τις πληροφορίες που έπαιρναν, έπρεπε να απαντηθεί.

Όπως λοιπόν έχει ήδη αναφερθεί πιο πάνω, η εμπειρία που είχε ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας από τις δύο προηγούμενες (και πιο γνωστές) περιπτώσεις κορωνοϊών, του SARS και του MERS, ήταν πως με τον περιορισμό και τη νοσηλεία όσων είχαν ασθενήσει, ο ιός σταδιακά «εξασθενούσε».
Κατά τα άλλα, ο νέος κορωνοϊός ήταν «ο μεγάλος άγνωστος».

Αυτό που -σχετικά- άργησε να γίνει αντιληπτό, ήταν πως ο νέος κορωνοϊός ήταν πολύ περισσότερο μολυσματικός από τους προηγούμενους, λιγότερο όμως θανατηφόρος. Ταυτόχρονα, η εμπειρία από τις ασφυκτικές πιέσεις που δέχθηκε και η παρ’ ολίγον κατάρρευση του δημόσιου συστήματος υγείας της Κίνας, έπαιξαν καταλυτικό ρόλο στις πολιτικές αποφάσεις που έπρεπε να ληφθούν.

Η «ομολογία» άλλωστε του γενικού διευθυντή του ΠΟΥ στα τέλη Μαρτίου πως «με το να ζητάμε από τον κόσμο να μείνει στο σπίτι και να απαγορεύουμε τις μετακινήσεις, αγοράζουμε χρόνο και μειώνουμε τις πιέσεις στα συστήματα υγείας», απλά επιβεβαίωνε τους φόβους των ηγετών, οι οποίοι είχαν πλέον να αντιμετωπίσουν το εξής δίλημμα :

Με το εξαιρετικά σημαντικό δεδομένο πως ο νέος κορωνοϊός είναι περισσότερο μολυσματικός, μεταδίδεται δηλαδή πολύ περισσότερο και πιο γρήγορα από τους προηγούμενους, τι είναι σημαντικότερο και πώς μπορούμε να το ελέγξουμε; Η πιθανή κατάρρευση του δημόσιου συστήματος υγείας της χώρας από την πίεση που θα δεχόταν λόγω της μεγάλης μετάδοσης του ιού και οι πολύ πιθανές οικονομικές και πολιτικές συνέπειες που αυτή (η κατάρρευση) θα επέφερε, ή η προσπάθεια ανάταξης της οικονομίας, μετά τα αυστηρά περιοριστικά μέτρα, που θα μείωναν μεν την πίεση που θα δεχόταν τα συστήματα υγείας, θα επηρέαζαν όμως σημαντικά την γενικότερη εικόνα της οικονομίας της χώρας;

Ποιο από τα δύο θα είχε το μικρότερο (και πολιτικά) κόστος;
Είναι, κατά την γνώμη μου, βέβαιο πως, μπροστά σε έναν «αόρατο και -κυρίως- άγνωστο εχθρό», κανένας πολιτικός ηγέτης δεν θα ρίσκαρε, τόσο την -πολύ πιθανή- κατάρρευση του συστήματος υγείας της χώρας του, αλλά και -κατά συνέπεια- των οικονομικών (και πολιτικών) επιπτώσεων που μία τέτοια κατάρρευση θα προκαλούσε. Και ποιος αλήθεια θα μπορούσε να προβάλει οποιοδήποτε αντεπιχείρημα ενάντια στα περιοριστικά μέτρα που ήταν σίγουρο πως θα πλήξουν την οικονομία της χώρας, όταν το βασικό επιχείρημα για την πλήρη και αυστηρή εφαρμογή τους, ήταν (και είναι) η προστασία της δημόσιας υγείας των πολιτών;

Αυτό που θα προκαλούσε μεν οικονομικό (και πιθανά πολιτικό) κόστος, θα μπορούσε όμως να ελεγχθεί με τα κατάλληλα μέτρα στήριξης αργότερα, ήταν η επιβολή συγκεκριμένων περιοριστικών μέτρων, τόσο στις μετακινήσεις, όσο και στην εμπορική δραστηριότητα της χώρας. Ο τρόπος δε που αυτά τα μέτρα στήριξης της οικονομίας θα μπορούν να παρουσιαστούν, είναι πολύ πιθανό να εκτιμηθούν (αργότερα) θετικά από τους πολίτες.

Η πλάστιγγα, ήταν βέβαιο πως θα έγερνε προς την δεύτερη επιλογή.

Κι όσο πιο σύντομα έπαιρνε κανείς αυτήν την απόφαση, τόσο το καλύτερο.

Σήμερα, έχοντας καταλήξει στο συμπέρασμα πως η επιλογή της ελληνικής κυβέρνησης, με βάση τις πληροφορίες που κάθε στιγμή είχε, ήταν -εκτός από σωστή- και αναμενόμενη, εξακολουθώ να ανησυχώ για την «επόμενη ημέρα» της πανδημίας.

Μία καθημαγμένη μετά από δέκα μνημονιακά χρόνια οικονομία, δεν ανατάσσεται καθόλου εύκολα μετά από μία πρόσθετη κρίση, που είναι πολύ πιθανό να της στοιχίσει πολύ περισσότερο απ’ όσο αρχικά είχε υπολογιστεί.

Και κανείς σήμερα δεν μπορεί να εγγυηθεί πως ο «αόρατος και άγνωστος εχθρός» , δε θ΄αποτελέσει και πάλι την αφορμή για μελλοντικές προκλήσεις.

Γράφει ο Γιώργος Τσακίρης
Το φαινόμενο της πεταλούδας. Μια ποιητική μεταφορά στη «θεωρία του χάους», για το φαινόμενο της ευαίσθητης εξάρτησης ενός συστήματος από τις αρχικές συνθήκες. Σύμφωνα με μια από τις διατυπώσεις, λέγεται ότι "αν μια πεταλούδα κινήσει τα φτερά της στον Αμαζόνιο, μπορεί να φέρει βροχή στην Κίνα". Μόνο που στην περίπτωση της σημερινής πανδημίας του Covid-19, τα πράγματα εξελίχθηκαν… γεωγραφικά αντίστροφα.
Η εφαρμογή της θεωρίας όμως, παραμένει η ίδια. Μια απειροελάχιστη μεταβολή στην ροή των γεγονότων οδηγεί, μετά από την πάροδο αρκετού χρόνου, σε μια εξέλιξη της ιστορίας του συστήματος, διαφορετική από εκείνη που θα λάμβανε χώρα, αν δεν είχε συμβεί η μεταβολή.
Όταν στα τέλη του 2019, έγινε γνωστό στην παγκόσμια κοινότητα πως σε μια επαρχία της Κίνας υπήρχε σοβαρό ζήτημα με την υγεία των πολιτών της, λόγω της εμφάνισης ενός νέου ιού, κανείς, ούτε καν ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας, δεν έδωσε την σημασία που έπρεπε στο φαινόμενο. Και η κατάσταση ξέφυγε, θυμίζοντας έντονα το «φαινόμενο της πεταλούδας». Όχι όμως στην κλιματική αλλαγή, αλλά στην παγκοσμιοποιημένη οικονομία.
Την ίδια στιγμή, είναι γνωστό πως οι κεντρικές τράπεζες στις πιο ισχυρές αλλά και τις αναδυόμενες αναπτυξιακά αγορές, διατρέχουν τον μακροβιότερο και εντονότερο κύκλο επεκτατικής πολιτικής, ο οποίος όχι μόνο προωθεί τον ιδιωτικό-επιχειρηματικό δανεισμό, αλλά μειώνει και την αποδοτικότητα των μέτρων, όπως για παράδειγμα τα χαμηλά ή αρνητικά επιτόκια.
Παράλληλα, οι πολιτικοί των ανεπτυγμένων χωρών δηλώνουν έτοιμοι και εφαρμόζουν περαιτέρω χαλάρωση της δημοσιονομικής και νομισματικής πολιτικής, ώστε να μπορέσουν να αντισταθμίσουν τον οικονομικό αντίκτυπο του ιού. Είναι όμως οι ίδιες οικονομικές πολιτικές, που όχι μόνον προσομοιάζουν με τα μέτρα που συνέβαλαν στο ξέσπασμα της οικονομικής κρίσης του 2008, αλλά παράλληλα διογκώνουν το ήδη υψηλότατο παγκόσμιο χρέος.
Ένα παγκόσμιο χρέος που, σύμφωνα με το Ινστιτούτο Διεθνών Χρηματοοικονομικών (IFF), ανήλθε το τρίτο τρίμηνο του 2019 στο επίπεδο ρεκόρ του 322% του παγκόσμιου ΑΕΠ ή διαφορετικά στα 253 τρισεκατομμύρια δολάρια!
Το χρέος είναι υπερτριπλάσιο από την παγκόσμια οικονομική παραγωγή, με σχεδόν το 60% επί του συνολικού παγκόσμιου δανεισμού, να αφορά την Κίνα και τις ΗΠΑ.
Αξίζει εδώ να αναφερθεί πως η συσσώρευση παγκοσμίου χρέους, οφείλεται εν πολλοίς στην έκδοση πληθώρας ομολόγων σε όλο τον κόσμο. Η δημιουργία, με δυο λόγια, χρήματος εκ του μηδενός!
Εν τω μεταξύ, από τα τέλη ήδη του 2019, πριν ακόμη την έναρξη της πανδημίας, είχε επισημανθεί ότι σχεδόν το 60% και πλέον των χωρών του κόσμου, ανέμεναν ανάπτυξη χαμηλότερη των δυνατοτήτων τους για το 2020. Γι’ αυτό και είχε νόημα η χαλαρή νομισματική πολιτική των κεντρικών τραπεζών, η οποία διευκόλυνε τον δανεισμό κρατών και ομίλων.
Ωστόσο, με την έναρξη της πανδημίας, οι προοπτικές ανάπτυξης όχι μόνο εξανεμίσθηκαν, αλλά οι διεθνείς και περιφερειακοί οργανισμοί, κάνουν πλέον λόγο για τα ποσοστά της ύφεσης που πρόκειται να αντιμετωπίσουν. Κάτι που σίγουρα θα επηρεάσει την διάθεση των επενδυτών να χρηματοδοτήσουν επιχειρήσεις, ειδικά στις υπερχρεωμένες χώρες, παρά το ότι, όπως έχει ήδη αναφερθεί, έχουν ήδη ληφθεί αποφάσεις περαιτέρω χαλάρωσης της δημοσιονομικής και νομισματικής πολιτικής των ανεπτυγμένων και αναδυόμενων οικονομιών.
Ειδικά δε στην Ευρώπη, με 7 χώρες ανάμεσα στις πρώτες 15 με τα μεγαλύτερα επίπεδα δημόσιου χρέους ως ποσοστό του ΑΕΠ τους (έρευνα Παγκόσμιου Οικονομικού Φόρμουμ, 2016, κατά σειρά, Ελλάδα, Ιταλία, Πορτογαλία, Κύπρος, Βέλγιο, Ισπανία, Γαλλία), τα πράγματα δείχνουν αρκετά δυσοίωνα.
Μιλώντας στο BBC, ο γενικός γραμματέας του ΟΟΣΑ, Άνχελ Γκούρια υποστήριξε ότι το σοκ που θα υποστεί η οικονομία θα είναι μεγαλύτερο από την οικονομική κρίση, προσθέτοντας ότι αποτελεί «ευσεβή πόθο» να πιστεύει κανείς ότι οι χώρες θα ανακάμψουν γρήγορα.
Παράλληλα, τόνισε ότι ο αριθμός στις απώλειες θέσεων εργασίας και στις πτωχεύσεις επιχειρήσεων παραμένει αβέβαιος, εκτιμώντας ότι οι χώρες θα αντιμετωπίσουν το οικονομικό αυτό φαινόμενο «για τα επόμενα χρόνια».
Στο δια ταύτα, το ζητούμενο της επόμενης μέρας, ειδικά για την χώρα μας, είναι όχι απλά να μην καταστραφούν ή να εκμηδενιστούν όσες πραγματικά παραγωγικές μονάδες έχουν απομείνει στον τόπο, αλλά τα μέτρα νομισματικής χαλάρωσης που έχει ήδη ανακοινώσει η ΕΚΤ, να γίνουν ευκαιρία μιας συνολικής επανεκκίνησης της οικονομίας μας, η οποία θα εδραιωθεί στην πραγματική παραγωγή και όχι στην παροχή υπηρεσίας.
Με τις ελάχιστες δύο εξαιρέσεις, αυτές των επενδύσεων στον Τουρισμό και τις νέες, καινοτόμες τεχνολογίες, τα επενδυτικά σχέδια που επιβάλλεται να χρηματοδοτηθούν την επόμενη μέρα της πανδημίας του Covid-19, θα πρέπει να αφορούν αποκλειστικά και μόνον μονάδες παραγωγής, ειδικά στον πρωτογενή και τον δευτερογενή τομέα.
Είναι η μόνη, και ίσως η τελευταία μας ευκαιρία, για μία πραγματική και εκ βάθρων παραγωγική ανασυγκρότηση της χώρας.
Μόνο με αυτήν τη στρατηγική στόχευση, θα μπορέσει και πάλι η Ελλάς να «σταθεί στα δικά της πόδια».
Αρκεί μόνον η παγκόσμια ύφεση, που αναμένεται πλέον με σιγουριά, να μην οδηγήσει σε εξαιρετικά δυσάρεστες για το σύνολο της παγκόσμιας κοινότητας, λύσεις.

Άρθρο Γιώργου Τσακίρη
Ηράκλειος αποστολή. Έτσι αποκάλεσε ο τότε πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής Ζ.Π. Γιουνκέρ, την προσπάθεια που ανέλαβαν οι αρχηγοί κρατών και κυβερνήσεων της ΕΕ, η Τουρκία και -κυρίως- η Ελλάδα, με τη συμφωνία για την Κοινή Δήλωση Ευρωπαϊκής Ένωσης – Τουρκίας στις 18 Μαρτίου του 2016.
Στόχος της Κοινής Δήλωσης, να τερματιστεί η παράνομη μετανάστευση από την Τουρκία και να αντικατασταθούν οι επικίνδυνες μεταναστευτικές ροές από οργανωμένες, ασφαλείς και νόμιμες οδούς προς την Ευρώπη, για τους δικαιούχους διεθνούς προστασίας, σύμφωνα με το ενωσιακό και το διεθνές δίκαιο.
Σε αυτό το σημείο όμως, θα πρέπει να γίνει γνωστό πως :
α) ήδη από τον Ιούλιο του 2002, αποτελεί νόμο του ελληνικού κράτους το «Διμερές Ελληνο-Τουρκικό Πρωτόκολλο Επανεισδοχής, το οποίο υπεγράφη στην Αθήνα στις 8 Νοεμβρίου 2001 και κυρώθηκε με το Ν.3030/2002 (ΦΕΚ Α΄-163/15-07-2002)
β) τον Μάϊο του 2014, δημοσιεύθηκε στην επίσημη εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης, η «Συμφωνία μεταξύ της Ευρωπαϊκής Ένωσης και της Δημοκρατίας της Τουρκίας για την επανεισδοχή προσώπων που διαμένουν χωρίς άδεια» που είχε υπογραφεί στην Άγκυρα στις 16 Δεκεμβρίου του 2013 (Document 22014A0507(01), 7/5/2014, L 134/3) [1]
γ) τον Οκτώβριο του 2015, είχαν ήδη συμφωνηθεί μέτρα περιορισμού της παράνομης μετανάστευσης μεταξύ εκπροσώπων του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου και της Τουρκίας (EU-Turkey Joint Action Plan, Βρυξέλλες 15/10/2015, MEMO/15/5860) [2]
Να σημειωθεί δε πως, από την 1η Ιουνίου 2016 τέθηκε σε ισχύ η ανωτέρω αναφερόμενη στο (β) Συμφωνία, ΚΑΙ για τους υπηκόους τρίτων χωρών, αντικαθιστώντας και το διμερές Ελληνο-Τουρκικό Πρωτόκολλο Επανεισδοχής που αναφέρεται στο (α). Ωστόσο, εκκρεμεί ακόμη η υπογραφή του Εφαρμοστικού Πρωτοκόλλου!
Μία απλή ανάγνωση και των τριών παραπάνω Συμφωνιών, αρκεί για να καταλάβει κανείς τα τεράστια κενά που άφηναν, είτε στην ερμηνεία, είτε στις διαδικασίες εφαρμογής τους.
Είναι πραγματικά απίστευτη η γραφειοκρατία που μπορούν να εμπνευστούν τα ανώτερα κλιμάκια της Ε.Ε. στις αποφάσεις-οδηγίες τους, όταν θέλουν είτε να εξυπηρετήσουν συμφέροντα συγκεκριμένων κρατών, είτε να κρατήσουν ισορροπίες, μην αποφασίζοντας -ουσιαστικά- τίποτε απολύτως!
Συνέβη δε αυτό που ήταν το απολύτως αναμενόμενο. Η Τουρκία εκμεταλλεύθηκε στο έπακρο, όλες τις δυνατότητες που της προσέφεραν οι… αδυναμίες των προβλέψεων και διαδικασιών, όλων των Συμφωνιών που είχε υπογράψει.
Παράλληλα, «ξέσπασε» η μεταναστευτική κρίση του 2015, καθιστώντας πλέον την γειτονική χώρα, πραγματικό ρυθμιστή των εξελίξεων, όσον αφορά στις μεταναστευτικές ροές. Ας μου επιτραπεί δε να αναφέρω πως, ενώ οι πολεμικές συγκρούσεις στη Συρία και την ευρύτερη περιοχή, ήταν ήδη στον 3ο τους χρόνο δημιουργώντας μεγάλα «κύματα» προσφύγων προς την Τουρκία, είναι άξιο απορίας το πώς η μεταναστευτική κρίση του 2015 με τις μαζικές ροές προς την Ελλάδα, ξεκίνησαν την ίδια περίπου περίοδο που η Τουρκία θα έπρεπε να εφαρμόσει το σύνολο σχεδόν των υποχρεώσεων που είχε αναλάβει, μέσω των Συμφωνιών που είχε υπογράψει. Συμπτώσεις!
Έτσι, «προέκυψε» η νομικά αμφιλεγόμενη (το λιγότερο) Κοινή Δήλωση ΕΕ-Τουρκίας τον Μάρτιο του 2016, με αποτέλεσμα, μέχρι και σήμερα, να ισχύουν… τρεις διαφορετικές περιπτώσεις, όσον αφορά το καθεστώς επιστροφής παράνομων μεταναστών από την Ελλάδα προς την Τουρκία!
1) Το διμερές Πρωτόκολλο Επανεισδοχής Ελλάδας–Τουρκίας του 2002 για όσους παράνομους μετανάστες βρίσκονταν στην ηπειρωτική Ελλάδα,
2) η Συμφωνία Επανεισδοχής ΕΕ–Τουρκίας του 2014 μόνο για τους Τούρκους πολίτες που είχαν περάσει παράνομα στην Ελλάδα και
3) η Κοινή Δήλωση Ε.Ε.-Τουρκίας του 2016 για τους παράνομους μετανάστες που βρίσκονταν στα νησιά του Αιγαίου! [3]
Η αναγκαιότητα που «επέβαλε» την Κοινή Δήλωση του 2016, ήταν αυτή ακριβώς που αναφέρεται σε μία από τις παραγράφους του Προοιμίου της. Το «…να εξαρθρωθεί το επιχειρηματικό μοντέλο των διακινητών και να προσφερθεί στους μετανάστες μια εναλλακτική λύση ώστε να μη βάζουν σε κίνδυνο τη ζωή τους…». Η ίδια όμως ακριβώς αιτιολογία, χρησιμοποιείται, τόσο στο Διμερές Πρωτόκολλο Επανεισδοχής Ελλάδας-Τουρκίας του 2002, όσο και στη Συμφωνία Επανεισδοχής ΕΕ-Τουρκίας του 2014!
Στο ίδιο δε Προοίμιο, αναφέρεται πως «στις 7 Μαρτίου 2016, η Τουρκία συμφώνησε περαιτέρω να δεχθεί την ταχεία επιστροφή ΟΛΩΝ των μεταναστών που δεν χρήζουν διεθνούς προστασίας και μεταβαίνουν από την Τουρκία στην Ελλάδα...», χωρίς καμία ιδιαίτερη διευκρίνιση περί… νησιών. Αυτή, προκύπτει στα μέτρα-δράσεις που αναφέρονται πιο κάτω στο ίδιο κείμενο (δράσεις 1 & 2) [4].
Καταλυτικά, κατά την γνώμη μου, γεγονότα που παίζουν τεράστιο ρόλο για τις περαιτέρω εξελίξεις στο όλο ζήτημα, αποτελούν α) το πραξικόπημα που εκδηλώθηκε στην γειτονική χώρα τον Ιούλιο του 2016, β) οι συνταγματικές αλλαγές που έγιναν στην Τουρκία το 2017, παραχωρώντας υπερεξουσίες στον Πρόεδρο της χωρας, μετατρέποντας το πολίτευμά της σε Προεδρική Δημοκρατία, γ) οι προεδρικές εκλογές του Ιουλίου του 2018 που κατέστησαν τον Ερντογάν σε απόλυτο -σχεδόν- κυρίαρχο του πολιτικού (και όχι μόνο) κατεστημένου στη γειτονική χώρα, αλλά και δ) η άρνηση της χώρας μας να επιστρέψει στην Τουρκία τους 8 στρατιωτικούς που η ίδια θεωρούσε ως εμπλεκόμενους στο πραξικόπημα του 2016, και οι οποίοι είχαν καταφύγει στην Ελλάδα. Μια άρνηση που δυσχέρανε ακόμη περισσότερο την εφαρμογή του Διμερούς Πρωτοκόλλου Επανεισδοχής Ελλάδας-Τουρκίας του 2002, προκαλώντας ακόμη και την επίσημη δήλωση του υπουργού εξωτερικών Τσαβούσογλου περί «παγώματος» της εφαρμογής του.
Με βάση λοιπόν την ήδη υπάρχουσα κωλυσιεργία (αν όχι άρνηση) της γείτονος να εφαρμόσει τις διαδικασίες επιστροφής στο έδαφός της όσων μεταναστών βρίσκονταν ήδη στην Ελλάδα και δεν ήταν δικαιούχοι διεθνούς προστασίας, όπως προκύπτει και από τα αναφερόμενα στο υπ’ αριθ. 4340/26-2-2018 έγγραφο του Υπουργείου Μεταναστευτικής Πολιτικής προς το Συμβούλιο της Επικρατείας, στο οποίο αναφέρεται πως «… ο επιβαλλόμενος [ ] περιορισμός των [ ] αιτούντων διεθνή προστασία, γίνεται [….] δεδομένου ότι οι αιτούντες οι οποίοι έχουν προωθηθεί στην ενδοχώρα και δεν παραμένουν στα νησιά του Αιγαίου δεν γίνονται δεκτοί προς επιστροφή από την Τουρκία, κατά τη μέχρι σήμερα ακολουθούμενη πρακτική» [5], και κυρίως τις αναφορές περί «ελληνικών νησιών» στην Κοινή Δήλωση ΕΕ-Τουρκίας, προέκυψε τον Μάϊο του 2017 η απόφαση της τότε Δ/ντριας της Υπηρεσίας Ασύλου (απόφαση 10464/31-5-2017), για τον περιορισμό-απαγόρευση μετακίνησης προς την ηπειρωτική χώρα, όσων μεταναστών-προσφύγων είχαν περάσει στα νησιά του Ανατολικού Αιγαίου.
Μία απόφαση που ακυρώθηκε από το Δ΄ Τμήμα του ΣτΕ, με την απόφαση 805/17.4.2018, με το ορθό σκεπτικό πως δεν αναφέρονταν «…οι λόγοι για τους οποίους επιβλήθηκε το μέτρο, προκειμένου να μπορεί να διαπιστωθεί ότι το μέτρο αυτό ήταν απαραίτητο (άρθρο 31 παρ. 2 της Σύμβασης της Γενεύης)». Παρ’ ολ’ αυτά, μία μόλις εβδομάδα αργότερα, με νέα απόφασή του, ο νέος πλέον Δ/ντης της Υπηρεσίας Ασύλου, επέβαλε και πάλι τον γεωγραφικό περιορισμό όσων προσφύγων-μεταναστών έφταναν στα ελληνικά νησιά, προκειμένου να μη μετακινηθούν ελεύθερα στην ενδοχώρα.
Σήμερα, ακόμη και με την αλλαγή της κυβέρνησης και την ψήφιση του ν. 4636/11-2019 (ΦΕΚ Α΄169) «Περί Διεθνούς Προστασίας και άλλες διατάξεις», ο οποίος στο εδαφ.(α) της παρ.7 του Αρ. 39 προβλέπει πως «ο Διοικητής του Κέντρου Υποδοχής και Ταυτοποίησης στα σύνορα της χώρας, λόγω επειγουσών αναγκών εξαιτίας αύξησης αφίξεων [….] και ιδίως σε περίπτωση προσώπων που ανήκουν σε ευάλωτες ομάδες, με απόφασή του δύναται να παραπέμπει τον υπήκοο τρίτης χώρας ή ανιθαγενή σε Κέντρα Υποδοχής και Ταυτοποίησης στην ενδοχώρα ή να ορίζει την παραμονή σε άλλες κατάλληλες δομές, για τη συνέχιση και την ολοκλήρωση της διαδικασίας υποδοχής και ταυτοποίησης…», τίποτε σχεδόν δεν έχει αλλάξει, όσον αφορά στον συγκεκριμένο τομέα. Η Τουρκία εξακολουθεί να κωλυσιεργεί όσον αφορά στις επιστροφές, είτε από την ενδοχώρα, είτε από τα νησιά, σκληραίνοντας μάλιστα τη στάση της, φέρνοντας τα πράγματα σε οριακό σημείο.
Θα μπορούσε κανείς να υποθέσει πως, μοναδικός και κύριος ίσως σκοπός της μη μεταφοράς των μεταναστών-προσφύγων από τα ελληνικά νησιά στην ενδοχώρα, και τη συνεπακόλουθη αποσυμφόρησή τους, είναι το γεγονός πως με τις ανοιχτές δομές φιλοξενίας που υπάρχουν και την ελεύθερη μετακίνηση των μεταναστών χωρίς κανέναν απολύτως έλεγχο, το σύνολο σχεδόν των μεταφερομένων θα προσπαθούσε, με τον έναν ή τον άλλο τρόπο, να περάσει τα σύνορα της Ελλάδας, προς την ευρωπαϊκή χώρα στην οποία επιθυμούσε εξαρχής να πάει.
Κάτι που σίγουρα δεν επιθυμούν οι, γνωστές σε όλους, χώρες προορισμού.
Σκοπός του κειμένου, σίγουρα δεν ήταν το να κουράσει τον αναγνώστη με αλλεπάλληλες αναφορές στοιχείων.
Σκοπός του, ήταν να καταδείξει πως, γι’ ακόμη μία φορά, η «Ηράκλειος προσπάθεια» της χώρας μας, διέθετε «Αχίλλειο πτέρνα».

 

Πηγές :
[1] https://eur-lex.europa.eu/legal-content/EL/TXT/?uri=celex:22014A0507(01)
[2] https://ec.europa.eu/commission/presscorner/detail/el/MEMO_15_5860
[3] https://government.gov.gr/ischion-nomiko-plesio-gia-tis-epistrofes-paratipon-metanaston-stin-tourkia/
[4] https://www.consilium.europa.eu/el/press/press-releases/2016/03/18/eu-turkey-statement/
[5] http://www.immigration.gr/2018/04/8052018.html

Γιώργος Τσακίρης
Η δημιουργία κλειστών και ελεγχόμενων δομών για τη φιλοξενία των παρανόμως εισελθόντων στην Ελλάδα μεταναστών, είναι κατά τη γνώμη μου τόσο αυτονόητη, όσο αναμενόμενη και απόλυτα δικαιολογημένη είναι και η αντίδραση των κατοίκων -κυρίως- των νησιών του Ανατολικού Αιγαίου σε αυτά.
Αυτονόητη, γιατί θα έπρεπε να είχε ήδη γίνει από τις αρχές της μεταναστευτικής κρίσης το 2015, δίνοντας έτσι το -ελάχιστο- μήνυμα, πως η Ελλάδα λειτουργεί ως ένα σύγχρονο ευρωπαϊκό κράτος κι όχι ως «ξέφραγο αμπέλι» στο οποίο «κάνουν κουμάντο» οι κάθε είδους Μη Κυβερνητικές Οργανώσεις.
Δικαιολογημένη, γιατί ενώ θα έπρεπε, από τα πρώτα σημάδια δημιουργίας της κρίσης, να λειτουργήσουμε οργανωμένα και όχι «πελαγωμένα» υπό την πίεση των γεγονότων, εν τούτοις, αφήσαμε τα γεγονότα να καθορίσουν τις εξελίξεις, με αποτέλεσμα το γνωστό «μπάχαλο» που ακολούθησε.
Είναι τραγικά αστείο, να ζητά κανείς σήμερα από τους κατοίκους των νησιών του Ανατολικού Αγαίου, να πιστέψουν πως οποιαδήποτε άλλη λύση τους προτείνεται, πλην της άμεσης και ολοκληρωτικής αποσυμφόρησης των νησιών τους, είναι ικανή να δημιουργήσει τις ομαλές εκείνες συνθήκες διαβίωσης, που οι ίδιοι επιθυμούν και δικαιούνται για τον τόπο τους.
Στο σημείο που σήμερα βρισκόμαστε, δυστυχώς δεν υπάρχει περίπτωση ομαλής μετάβασης από το λανθασμένο μοντέλο των ανοιχτών δομών φιλοξενίας, σε αυτό των κλειστών και ελεγχόμενων.
Ακόμη κι εάν, υπό την πίεση των γεγονότων, κρίνει κανείς ως ορθή την επίταξη κτιρίων και εκτάσεων για την δημιουργία των νέου τύπου δομών, είναι απολύτως βέβαιο πως εάν α) δεν υπάρξει παράλληλα αυστηρότατος έλεγχος στις νέες ροές μεταναστών β) οι νέου τύπου δομές, δεν υιοθετήσουν ένα αυστηρό σύστημα λειτουργίας, φύλαξης και ελέγχου στην είσοδο-έξοδο γ) δεν υπάρξει απόλυτος διαχωρισμός και μη επικοινωνία μεταξύ των μη ταυτοποιημένων, των παραβατικών και των προς επιστροφή μεταναστών και δ) δεν επιταχυνθούν στον μέγιστο βαθμό οι διαδικασίες ταυτοποίησης και ελέγχου των αιτημάτων ασύλου, και αυτό το μοντέλο πρόκειται να αποτύχει.
Και αυτή τη φορά, η αποτυχία θα είναι οριστική και αμετάκλητη, με τις συνέπειες να μην είναι δυνατό να περιγραφούν.

Γράφει ο Γιώργος Τσακίρης
Ήταν στα μέσα Οκτωβρίου του 2017, όταν ο τότε πρωθυπουργός της Ελλάδας Α. Τσίπρας έφθανε μπροστά από την πύλη του Λευκού Οίκου, όπου τον περίμενε ο πρόεδρος των ΗΠΑ Ντ. Τραμπ.
Ακολούθησε η καθιερωμένη φωτογραφία, η σύντομη επίσημη δήλωση μπροστά στις κάμερες, το δείπνο εργασίας και οι δηλώσεις του Έλληνα πρωθυπουργού και του Αμερικανού Προέδρου στον Κήπο των Ρόδων.
Τα θέματα που συζητήθηκαν είχαν να κάνουν με τις μεγάλες δυνατότητες που έχει η Ελλάδα στον τομέα των επενδύσεων, ειδικά στο πεδίο της ενέργειας και ειδικότερα στα κοιτάσματα στα ανοικτά της νότιας Κρήτης, και στην αμυντική συνεργασία των δύο χωρών, κυρίως δε με την επέκταση της συμφωνίας για τη χρήση της αμερικανικής ναυτικής βάσης στη Σούδα αλλά και την αναβάθμιση των ελληνικών αεροσκαφών F-16.
Αυτά τουλάχιστον έγραφαν τα διεθνή μέσα, υπογραμμίζοντας ότι η συνάντηση πραγματοποιήθηκε σε πολύ καλό κλίμα.
Κανείς τότε, ή ακόμη και σήμερα, δεν μπορούσε και δεν μπορεί να υποστηρίξει, ότι ανάμεσα στα θέματα που συζητήθηκαν, δεν ήταν και η εντατικοποίηση του διαλόγου μεταξύ Αθήνας και Σκοπίων.
Δύο μήνες αργότερα όμως, στα μέσα Δεκεμβρίου του 2017, στη συνάντηση του Μ. Νίμιτς με τους διαπραγματευτές των δύο χωρών, που πραγματοποιήθηκε στις Βρυξέλλες, ο διαμεσολαβητής του ΟΗΕ είχε εκφράσει την αισιοδοξία ότι «…εντός του 2018 μπορεί να βρεθεί λύση στο ζήτημα της ονομασίας» και ανήγγειλε την εντατικοποίηση της διαπραγματευτικής διαδικασίας.
Μόλις έναν μήνα αργότερα, στις 17 Ιανουαρίου 2018 στη Νέα Υόρκη, και αφού είχε προηγηθεί μία μυστική συνάντηση μεταξύ των υπουργών εξωτερικών των δύο χωρών Ν. Κοτζιά και Ν. Δημητρωφ στη Θεσσαλονίκη, ο ειδικός διαμεσολαβητής του ΟΗΕ μετά τη συνάντηση με τους διαπραγματευτές των δύο χωρών, πρέσβεις Α. Βασιλάκη και Β. Ναουμόφσκι, έβγαινε από αυτή δηλώνοντας πολύ αισιόδοξος, εκτιμώντας μάλιστα πως το ζήτημα μπορεί να λυθεί εντός των προσεχών έξι μηνών.
Πέντε μόλις μήνες αργότερα, και αφού είχαν μεσολαβήσει αλλεπάλληλες συναντήσεις και επικοινωνίες μεταξύ των υπουργών εξωτερικών, αλλά και των πρωθυπουργών, των δύο χωρών, στις 17 Ιουνίου 2018 στο χωριό Ψαράδες της Φλώρινας, υπογράφηκε η Συμφωνία των Πρεσπών.
Μια συμφωνία η οποία -το λιγότερο- επέβαλε τη «συνδιαχείριση» του ονόματος (και της Ιστορίας και του Πολιτισμού; ) της «Μακεδονίας», και από της δύο χώρες.
Στα τέλη πια του 2019, με άλλη πλέον κυβέρνηση στην Ελλάδα, αυτή της Νέας Δημοκρατίας, είναι ήδη προγραμματισμένη η επίσκεψη του πρωθυπουργού Κ. Μητσοτάκη στην Ουάσιγκτον, στις 7 Ιανουαρίου, για τη συνάντησή του με τον πρόεδρο των ΗΠΑ Ντ. Τράμπ, με την ατζέντα των συζητήσεων να επικεντρώνεται, όπως έχει ανακοινωθεί, σε θέματα που άπτονται των διμερών σχέσεων και της οικονομίας.
Χωρίς τίποτε από τα παραπάνω να μπορεί να ερμηνευθεί απόλυτα ως ένα «κακό προηγούμενο», θα πρέπει ίσως να θυμηθούμε ένα από τα «ισχυρά» επιχειρήματα της κυβέρνησης Τσίπρα, όσον αφορά την αναγκαιότητα της υπογραφής της Συμφωνίας των Πρεσπών. Αυτό της αυξανόμενης επιρροής της Τουρκίας στην γειτονική χώρα.
Μία φοβική δηλαδή, κατά τη γνώμη μου, προσέγγιση, που δε λάμβανε όμως καθόλου υπόψιν της την ιδεολογική-θρησκευτική επιρροή, ταυτόχρονα με την οικονομική διείσδυση, της Τουρκίας, τόσο στον μουσουλμανικό πληθυσμό της γειτονικής χώρας, όσο και στην προσέλκυση-επιρροή στο σημαντικό μειονοτικό στοιχείο του αλβανικής καταγωγής πληθυσμού της, μέσω των άριστων σχέσεων μεταξύ Αλβανίας-Τουρκίας.
Μία φοβική προσέγγιση που, αν ισχύει κι εάν τυχόν κυριαρχεί ακόμη στις σχέσεις μας με την Τουρκία, ίσως μας οδηγήσει και σε άλλες υποχωρήσεις, όπως η συνεκμετάλλευση των ορυκτών πόρων της Αποκλειστικής Οικονομικής Ζώνης της Ελλάδας.
Όπως γράφει και ο δημοσιογράφος Σ. Λυγερός σε άρθρο του τον περασμένο Ιούλιο, «…μετά την δήλωση Ν. Κοτζιά τον Μάρτιο στο Φόρουμ των Δελφών περί «μοναχοφάηδων», την δήλωση, στη συνέχεια, του διαδόχου του στο υπουργείο Εξωτερικών Γ. Κατρούγκαλου για τα δικαιώματα της Τουρκίας, η οποία είχε κινηθεί σε παρεμφερές μήκος κύματος, είχαμε (και) την αμφίσημη δήλωση του (νυν υπουργού Εξωτερικών) Ν. Δένδια στο Blooberg, ο οποίος αναφερόμενος στη δυνατότητες ελληνοτουρκικής συνεργασίας, είπε ότι υπάρχουν χιλιάδες συνέργειες από τον τουρισμό έως την εκμετάλλευση των φυσικών πόρων. Τρεις δηλώσεις που μυρίζουν συνεκμετάλλευση».
Κανείς σήμερα, δεν μπορεί να ισχυρισθεί με βεβαιότητα, πως την δυσμενέστατη, κατά την γνώμη μου, εθνική υποχώρηση του 2018, θα ακολουθήσει άλλη μία εντός του 2020.
Αυτό που μπορεί όμως να κάνει, είναι με κάθε ευκαιρία και με κάθε ειρηνικό τρόπο, να διατρανώνει την εθνική ομοψυχία που επιβάλλεται να μας διακρίνει, τις καθοριστικές για το μέλλον της χώρας αυτές ημέρες.

Γράφει ο Γιώργος Τσακίρης
Είναι άραγε απορίας άξιο πώς τόσα άρθρα, τόσος διάλογος, τόσες απόψεις, δεν έχουν καταφέρει μέχρι και σήμερα να δώσουν μία οριστική απάντηση στο ζήτημα;
Πώς χαρακτηρίζεται κάποιος που εγκαταλείπει τη χώρα του και περνά τα σύνορα μιας άλλης; Πρόσφυγας ή Μετανάστης;
Η απάντηση λοιπόν, δεν μπορεί να είναι μία και οριστική, ακριβώς επειδή εκείνος που θα επιχειρήσει να την δώσει, θα το κάνει χρησιμοποιώντας την δική του, αποκλειστικά και μόνον, οπτική.
Εάν επιχειρήσει να το κάνει ένας νομικός, θα δώσει το σαφή ορισμό του «πρόσφυγα», όπως αυτός αναφέρεται στη Σύμβαση της Γενεύης, απορρίπτοντας ταυτόχρονα να δώσει τον ίδιο, ή κάποιο παρόμοιο, ορισμό, για τον «μετανάστη», ακριβώς επειδή ένας τέτοιος, -αποδεκτός από όλους τους νομικούς κύκλους- ορισμός, δεν υπάρχει σε κανένα απολύτως κείμενο που να δεσμεύει νομικά εκείνον ή εκείνους που θα τον χρησιμοποιήσουν.
Με δυο λόγια. Ενώ υπάρχει νομικά αποδεκτός ορισμός του «πρόσφυγα», δεν υπάρχει για τον «μετανάστη». Και αυτό, είναι κάτι που αποδέχεται ακόμη και η Ύπατη Αρμοστεία του ΟΗΕ για τους Πρόσφυγες.
Εάν τον ίδιο «διαχωρισμό» των χαρακτηρισμών, επιχειρήσει να τον κάνει κάποιος που εξετάζει το όλο ζήτημα αποκλειστικά και μόνο υπό την οπτική του «ανθρωπισμού» και της «αλληλεγγύης των λαών», τότε δεν πρόκειται να μπει καν στον «κόπο» να το πράξει, μιας και -για τον ίδιο- είτε «πρόσφυγας» είτε «μετανάστης», έχει ακριβώς τα ίδια δικαιώματα, ανεξάρτητα από το ποιος είναι, από πού κατάγεται, τι τον οδήγησε στο να εγκαταλείψει τη χώρα του, ή ό,τι άλλο. Κατά συνέπεια, δε χρειάζεται καν να υπάρξει τέτοιος διαχωρισμός.
Εάν πάλι για το ίδιο ζήτημα, επιχειρηθεί μία προσέγγιση από κάποιον που εξετάζει τα πάντα κάτω από το πρίσμα του «πατριωτισμού» και της αναλλοίωτης διατήρησης της προσωπικής, οικογενειακής ή και -γενικότερα- της πολιτισμικής και εθνολογικής του ταυτότητας, τότε είναι σχεδόν βέβαιο πως το βάρος της αξιολόγησής του, θα τον στρέψει προς την κατεύθυνση του χαρακτηρισμού των πάντων, ή τουλάχιστον των συντριπτικά περισσότερων, ως «μεταναστών».
Τρεις διαφορετικές περιπτώσεις, τρία διαφορετικά συμπεράσματα.
Κι εάν κάποιος αναγνώστης σκεφτεί πως, υπάρχουν και οι περιπτώσεις που νομικοί εξετάζουν το ζήτημα είτε υπό το πρίσμα του «ανθρωπισμού», είτε υπό αυτό του «πατριωτισμού», τότε, κατά τη γνώμη μου, ναι μεν θα δώσουν την τεκμηριωμένη (ως άνω) νομική τους άποψη επί του θέματος, θα την «χωρέσουν» όμως ερμηνεύοντάς την, μέσα στο «κουτί των συναισθημάτων τους».
Γιατί, στο τέλος, ο ήδη διαμορφωμένος από τις εμπειρίες, τις επιρροές και τα διαβάσματα που επιλέγουμε χαρακτήρας μας, επικρατεί -στις περισσότερες των περιπτώσεων- των θεωρητικών επιστημονικών μας γνώσεων.
Κι αν κάτι τέτοιο συνέβαινε μόνο στο απλό επίπεδο μιας καθημερινής συζήτησης, μετατρέπεται σε πρόβλημα προς επίλυση, όταν συμβαίνει στο επίπεδο μιας πολιτικής συζήτησης, πόσω δε μάλλον όταν αυτή η συζήτηση έχει ως στόχο της την καθιέρωση συγκεκριμένης πολιτικής στρατηγικής.
Γι’ αυτό λοιπόν, μην απορείτε.
Στο ερώτημα «πρόσφυγας ή μετανάστης», δεν υπάρχει μία και μόνη απάντηση.
Πάντα θα παίζει ρόλο ο «χαρακτήρας» αυτού που απαντά, ακόμη κι εάν αυτός είναι… Διεθνής Οργανισμός.

Του Γιώργου Τσακίρη

Τα πάντα σχεδόν μπορούν να εξηγηθούν, με έναν και μόνον τρόπο. Για έναν και μόνο λόγο.

Τη μη συμμετοχή μας. Την απαξίωση. Την αντίδραση, ακόμα-ακόμα, προς όλες και όλους εκείνους που αποφασίζουν να συμμετέχουν.

Κι έτσι, από την ασφάλεια, την άνεση και τη νιρβάνα που προσφέρουν ο καναπές του σαλονιού και οι δυνατότητες των κοινωνικών δικτύων, διατυπώνουμε τις γνώμες μας για ό,τι συμβαίνει γύρω μας.

Κι όλα καλά. Κάναμε το χρέος μας.

Και ποιος πάει τώρα να ψηφίσει;! Σάμπως θ’ αλλάξει κάτι;! Όλοι ίδιοι είναι!

Ναι. Κι εσύ, ίδιος με όλους.

Άπραγος, αφανής κι αμέτοχος, δίνεις το απόλυτο δικαίωμα στους «άλλους ίδιους», ν’ αποφασίζουν για εσένα.

Αλλά παραμένεις… συνειδητοποιημένος. Εκφράζεις την αγανάκτησή σου. «Βλέπεις» τα στραβά. Κι ενεργός στο διαδίκτυο, με πλήρες προφίλ σε όλα, κατηγορείς τους «άλλους» γιατί δε λαμβάνουν υπ’ όψιν τους τα δίκαια, τα αυτονόητα, αυτά που «βλέπουν όλοι βρε αδερφέ». Όσοι τουλάχιστον «πατήσαν like» στη δημοσίευσή σου.

Κι αφού έκανες το χρέος σου και σήμερα, ανακούφισες την αγανάκτηση με την διαδικτυακή αποδοχή σου, αλλάζεις απλά δωμάτιο στο σπίτι, για να κοιμήσεις μαζί με το σώμα και τη συνείδησή σου.

Κι όταν, κακιά η ώρα, σου προτείνουν να πάρεις μέρος, να ενεργοποιηθείς, να συμμετέχεις, ν’ αγωνιστείς πραγματικά γι’ αυτά που σκέφτεσαι, που θέλεις, που ονειρεύεσαι για την ζωή σου, υπόσχεσαι απλά τη «στήριξη». Και μ’ ένα «αλίμονο», άντε και με τη θυσία μίας ψήφου,  ξεπλένεις την όποια υποχρέωση… στον εαυτό σου.

Κι όλα καλά.

Δεν έχω λοιπόν καμία, πλέον, απορία.

Ή μάλλον… έχω!

Πώς είναι δυνατό, με όλα όσα μας συμβαίνουν, να καταφέρνουμε ακόμη να επιβιώνουμε;!

Με ποιο θαυμαστό τρόπο, καταφέρνουμε και μετατρέπουμε την κάθε μας ημέρα, σ’ ένα ακόμη γύρισμα μιας απλής, λευκής σελίδας, στο ημερολόγιο της ζωής μας;!

Όμως… τι λέω!

Δεν υπάρχουν πλέον σελίδες στα ημερολόγια.

Μόνο στο αγαπημένο μας κοινωνικό δίκτυο!

Εκεί ζούμε.

«Δειλοί, μοιραίοι κι άβουλοι αντάμα, (να) προσμένουμε ίσως κάποιο θάμα…»

Sunday, 24 February 2019 21:13

Και σήμερα, τι;

Γράφει ο Γιώργος Τσακίρης
Θα πρέπει κανείς, επιστρέφοντας νοητά στην αρχική κατάσταση που τον βοήθησε να πάρει σοβαρές για την υπόλοιπη ζωή του αποφάσεις, να μπορεί να κρίνει, με απόλυτη όμως ειλικρίνεια απέναντι στον εαυτό του, εάν οι αποφάσεις εκείνες τον βοήθησαν ή όχι να πάει ένα βήμα πιο πέρα, όχι μόνο (ή τόσο) την προσωπική του ζωή, αλλά και αυτή εκείνων που, λόγο αυτής του της απόφασης, επηρέασε.

Η απομάκρυνση από κάθε ενεργή κομματική ταυτότητα, αποτελεί απαραίτητη συνθήκη για ν’ ασκηθεί αυτού του είδους η αυτοκριτική, έτσι ώστε οι αλήθειες και τα λάθη, να μπορούν να «ειδωθούν κατάματα».

Κι εάν δεν ήταν λάθος η σύμπραξη για το σχηματισμό της κυβερνητικής συμμαχίας, τόσο στις εκλογές του Ιανουαρίου, όσο και του Σεπτεμβρίου του 2015, θα έπρεπε από τον Ιούνιο του 2018 οι ΑΝ.ΕΛΛ. να είχαν απομακρυνθεί από αυτή την εξαιρετικά ετεροβαρή και μη ειλικρινή (όπως αποδείχθηκε) κυβερνητική σύμπραξη.

Όταν βασικές αρχές και αξίες ξεκίνησαν να καταπατούνται, υπό το πρόσχημα της διατήρησης της κυβερνητικής σταθερότητας, με σκοπό την επίτευξη των αρχικών μεγάλων στόχων της εξόδου της χώρας από τα μνημόνια και της κάθαρσης του πολιτικού συστήματος από την διαφθορά και την διαπλοκή, οι πρώτοι «σπόροι» της πολιτικής αλλοτρίωσης των ΑΝ.ΕΛΛ. είχαν ήδη μπει. Τόσο ομαλά και ανεπαίσθητα μάλιστα, ώστε οποιαδήποτε άλλη φωνή να μοιάζει ως «ξένη» ή και… κατευθυνόμενη από εκείνους που δε συμφωνούσαν με τους μεγάλους στόχους (!)

Η σταδιακή εξασθένηση των αντιστάσεων, που θα έπρεπε από την πρώτη στιγμή να εμφανιστούν, οδήγησαν στην αναθάρρηση του τμήματος εκείνου των κυβερνητικών στελεχών του ΣΥ.ΡΙΖ.Α. που, πιστεύοντας ότι μπορούσαν πλέον να εφαρμόσουν μία καθαρά αριστερής ιδεολογίας και κατεύθυνσης κυβερνητική πολιτική και πρακτική, εκδήλωναν αυτή τους την πρόθεση με την κατάθεση όλο και περισσότερων τέτοιων τροπολογιών και νομοσχεδίων, που (φευ) κι αυτά «περνούσαν» με την ίδια «δυσκολία» που είχαν περάσει και όλα τα προηγούμενα.

Για να φτάσουμε στην… αχαρακτήριστη, Συμφωνία (προσύμφωνο ή ότι άλλο θέλετε) των Πρεσπών, με την Βόρεια γείτονα.

Η πίστη στην απλή «συμφωνία κυρίων» και το «δόσιμο των χεριών», αποδείχθηκε ότι μπροστά στην κομματική ιδεοληψία, τον πολιτικό τακτικισμό και το «κυνήγι της ψήφου» για την παραμονή στην εξουσία, αποτελούν, στην καλύτερη των περιπτώσεων, δείγματα μη γνώσης του πώς «κινείται» η κεντρική πολιτική σκηνή.

Και σήμερα, τι ;

Κατά τη γνώμη μου, σήμερα, εάν σκοπός του ψηφοφόρου είναι (τουλάχιστον) να προκαλέσει την προσοχή του πολιτικού συστήματος της χώρας, πάντα με ειρηνικό τρόπο, η μόνη εφικτή και απόλυτα νόμιμη αντίδρασή του, θα ήταν να ενεργοποιηθεί με την απλή διαδικασία της ψήφου του. Μιας ψήφου όμως η οποία θα κατευθυνόταν σε οποιοδήποτε από τα μικρά κόμματα. Σε καμία περίπτωση σ’ εκείνες κι εκείνους που μ’ ένα συμπλεγματικό κομματικό αυτοπροσδιορισμό, εξαρτώνται ακόμη -ετερόφωτοι γαρ- από τις «ηγετικές» μορφές που τους «ανέδειξαν». Όχι φυσικά σε εξτρεμιστικούς πολιτικούς σχηματισμούς που έχουν αναδείξει σε πολιτική πλατφόρμα ένα ιδιότυπο «αντάρτικο πόλεων», ή άλλων που με τις «πολιτικές» τους θέσεις, προκαλούν τα χρηστά ήθη των Ελλήνων. Και φυσικά όχι σε μυθοπλάστες, συνωμοσιολόγους τηλε-οτιδήποτε-πώλες.

Αρκεί να αναφερθεί κανείς στο 40% και πλέον που στις τελευταίες εθνικές εκλογές δεν προσήλθαν για να ψηφίσουν. Στο 20% και πλέον που σήμερα εμφανίζονται ως «αναποφάσιστοι». Είναι αυτοί που δίνοντας την ψήφο τους σε οποιοδήποτε μικρό κόμμα, βοηθώντας το έτσι να ξεπεράσει το 3% για την είσοδό του στην Βουλή, θα αποπροσανατολίσει και θα μπλοκάρει οποιαδήποτε προσυνεννόηση για συμπράξεις κυβερνητικών συνασπισμών. Μία Βουλή με 10, με 15 κομματικούς σχηματισμούς, θα αναγκαστεί να οδηγηθεί είτε σε νέες εκλογές, και αυτή τη φορά με απλή πλέον αναλογική, είτε σε κυβερνητικούς συνασπισμούς τόσο ευρείς, που κάθε προσπάθεια ελέγχου από οποιοδήποτε (εξωθεσμικό ή όχι) κέντρο, θα απέβαινε εντελώς άκαρπη, ή τουλάχιστον θα την δυσκόλευε απεριόριστα.

Με δυο λόγια, στις επόμενες εθνικές εκλογές, κανένα από τα κόμματα εξουσίας δεν πρέπει να ξεπεράσει σε αντιπροσώπευση το 25% των ψηφοφόρων.

Είναι όμως δυνατό να συμφέρει τη χώρα η κυβερνητική αστάθεια; Είναι δυνατόν η «ιταλοποίηση» της πολιτικής ζωής της χώρας, να αποτελεί τη μόνη λύση σήμερα; Θα αντέτειναν κάποιοι.

Είναι δυνατόν να περιμένει κανείς να σωθεί η χώρα από εκείνους που την οδήγησαν στην καταστροφή, υπό το πρόσχημα της κυβερνητικής σταθερότητας; Έχει λογική η αποφυγή οποιουδήποτε κινδύνου, με τη θυσία κάθε έννοιας προσωπικής αξιοπρέπειας; Θα αντέτεινα.

Τόσο πολύ έχουμε αλλοτριωθεί; Τόσο αδιανόητα έχουν εκμαυλίσει τις συνειδήσεις μας; Κι αλήθεια, πόσα πρέπει να θυσιάσει κανείς, μέχρι να κληθεί να θυσιάσει ότι πιο ιερό έχει στην ζωή του;

Ας απαντήσει ο καθένας, ακόμη και από τη νιρβάνα του καφέ στον καναπέ του.

Πρώτα λοιπόν θα πρέπει να γίνει συνείδηση σε κάθε Έλληνα και σε κάθε Ελληνίδα, ότι η υποχρεωτικότητα της ψήφου, καθίσταται πλέον επιτακτικό καθήκον. Κι έπειτα, η επιλογή στήριξης οποιουδήποτε μικρού κόμματος.

Μπορούμε να αντιδράσουμε. Μπορούμε να το κάνουμε ειρηνικά. Μπορούμε να απαγκιστρωθούμε από παλαιοκομματικές πρακτικές και ιδεολογίες.

Αρκεί να το πιστέψουμε και να το εφαρμόσουμε.

 

Monday, 21 January 2019 11:52

Τυπικότητες ;!

Του Γιώργου Τσακίρη

Η ηθελημένη (τελικά) αοριστία και ασάφεια των προβλέψεων της Συμφωνίας των Πρεσπών, με σκοπό την κατά το δοκούν ερμηνεία τους, ξεπερνιέται σήμερα με την παραβίαση ακόμη και ρητών της όρων !
Α) με την τροποποίηση-προσθήκη στον εφαρμοστικό Συνταγματικό νόμο «…η οποία δεν ορίζει ούτε προκαθορίζει την εθνότητα…» έχει παραβιαστεί ο ρητός όρος της ΜΗ αναφοράς εθνότητας στη Συμφωνία, παρά ΜΟΝΟ ιθαγένειας
Β) η «εσωτερική διαδικασία» στην πΓΔΜ η οποία ορίζεται ως «δεσμευτική και αμετάκλητη» στη Συμφωνία, παραβιάσθηκε από τη ΜΗ υπογραφή των Συνταγματικών τροποποιήσεων από τον Πρόδρο της γειτονικής χώρας
Γ) η πΓΔΜ, έστω και για κάποιες ημέρες, ΔΕΝ ολοκλήρωσε τις Συνταγματικές τροποποιήσεις μέχρι το τέλος του 2018, παραβιάζοντας συγκεκριμένο όρο της Συμφωνίας
Δ) η ρηματική διακοίνωση που κοινοποιήθηκε από το υπουργείο εξωτερικών της γείτονος στο αντίστοιχο της Ελλάδας, δεν έπρεπε να σταλεί ΠΡΙΝ ολοκληρωθούν ΟΛΕΣ οι «εσωτερικές νομικές διαδικασίες» της πΓΔΜ, προκειμένου η Συμφωνία να τεθεί σε ισχύ. Ακόμη κι εάν ο Πρόεδρός της παραβιάζει το Σύνταγμά τους, ΜΗ υπογράφοντας τον εφαρμοστικό Συνταγματικό νόμο, αυτό σημαίνει πως ΟΛΕΣ οι απαραίτητες «δεσμευτικές και αμετάκλητες» διαδικασίες, ΔΕΝ έχουν ολοκληρωθεί.

photo

Wednesday, 28 November 2018 17:58

Το δικό μας μερίδιο ευθύνης

Του Γιώργου Τσακίρη

Η εντύπωση που έχουν οι πολίτες για τους θεσμικούς τους εκπροσώπους, είναι πως στην πλειονότητά τους, αντί πραγματικά να εκπροσωπούν και να μάχονται για τα συμφέροντά τους, αποφασίζουν με γνώμονα το προσωπικό τους συμφέρον, θέτοντας ως πρώτιστο στόχο την επανεκλογή τους, «υποκύπτοντας» στις «σειρήνες» της εξουσίας, αγνοώντας τις «ερινύες» της ηθικής τους κατάπτωσης.
Η σχεδόν βεβαιότητά τους για τα κεντρικά ΜΜΕ, είναι πως λειτουργούν ως φερέφωνα των ιδιοκτητών τους, οι οποίοι κάθε φορά προσεταιρίζονται σ’ εκείνα τα συμφέροντα, πολιτικά ή οικονομικά, που τους εξασφαλίζουν ή θα τους εξασφαλίσουν περισσότερο κέρδος.
Η γνώμη τους δε για τους λειτουργούς της δικαιοσύνης, τείνει πλεον να είναι πως αποφασίζουν με αποκλειστικό γνώμονα το γράμμα και όχι το πνεύμα των νόμων, δείχνοντας συχνά το σκληρό τους πρόσωπο απέναντι σ’ εκείνους που δεν έχουν την οικονομική δυνατότητα ώστε να διαθέτουν στρατιά δικηγόρων.
Κι ο ίδιος ο λαός, «βουτηγμένος» στα δυσεπίλυτα προβλήματα της καθημερινότητας, άγεται και φέρεται από του θεσικούς ή όχι εκπροσώπους του, παρασύρεται από την καθημερινή «επίθεση» των ΜΜΕ στο συλλογικό του υποσυνείδητο, και τρέμει στην ιδέα ότι μπορεί κάποια στιγμή να βρεθεί ενώπιων των ευθυνών του.
Κι έτσι, ο καθένας από εμάς, έρμαιο μεταξύ «σφύρας και άκμονος», ζαλισμένος από τις υποσχέσεις, έχοντας υποστεί την ανάλογη πλύση εγκεφάλου και μην αντέχοντας καν στην ιδέα πως κάποια πράξη ή λέξη του μπορεί να τον οδηγήσει στις δικαστικές αίθουσες, αναζητά την δική του κρυψώνα μέσα στη μάζα. Ανώνυμος μεταξύ ανωνύμων, άβουλος ως ύπαρξη, μέσα σ’ έναν πολτό ομοειδών «προϊόντων».
Εάν οι ανωτέρω διαπιστώσεις φαντάζουν τραγικές, είναι το πλέον βέβαιο ότι είναι εξίσου αληθινές, με τις εξαιρέσεις απλά να επιβεβαιώνουν τον κανόνα.
Κι εάν εμείς, όσο το δυνατό συντομότερα, ξεχωριστά ο καθένας κι όλοι μαζί, δε συνειδητοποιήσουμε πως έτσι έχουν τα πράγματα σήμερα, τόσο περισσότερο συντομεύουμε την έλευσή του επερχόμενου «αποκαλυπτικού» τέλους της Δημοκρατίας μας.
Στα εξαιρετικά δύσκολα χρόνια που πέρασαν και στα επίσης δύσκολα χρόνια που μας περιμένουν, αποτελεί αδήριτη υποχρέωση όλων μας ν’ αναλάβουμε το μέρος των ευθυνών που μας αναλογούσαν και μας αναλογούν.
Η αποχή από το εκλογικό μας δικαίωμα, κι όχι υποχρέωση, καθώς και η αποχή από το δικαίωμα της ενεργής ενασχόλησής μας με τα κοινά, δεν μπορούν πλέον ν’ αποτελούν δικαιολογίες.
Μόνο η μαζική, έλλογη και ειρηνική συμμετοχή μας, μπορεί ν’ ανατρέψει τα σημερινά δεδομένα.
Κι όσο εμείς δεν αναλαμβάνουμε το δικό μας μερίδιο ευθύνης, εκείνοι που επιλέγουν να το κάνουν, θα συνεχίσουν ν’ αποφασίζουν για όλους μας.

ΔΗΜΟΣ ΔΡΑΜΑΣ

1. ΙΣΤΟΡΙΑ

2. ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ

3. ΑΞΙΟΘΕΑΤΑ

ΔΗΜΟΣ ΔΟΞΑΤΟΥ

1. ΙΣΤΟΡΙΑ

2. ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ

3. ΑΞΙΟΘΕΑΤΑ

ΔΗΜΟΣ ΠΑΡΑΝΕΣΤΙΟΥ

1. ΙΣΤΟΡΙΑ

2. ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ

3. ΑΞΙΟΘΕΑΤΑ

ΔΗΜΟΣ ΠΡΟΣΟΤΣΑΝΗΣ

1. ΙΣΤΟΡΙΑ

2. ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ

3. ΑΞΙΟΘΕΑΤΑ

ΔΗΜΟΣ Κ. ΝΕΥΡΟΚΟΠΙΟΥ

1. ΙΣΤΟΡΙΑ

2. ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ

3. ΑΞΙΟΘΕΑΤΑ

parxarides triantafillos banner

koutsiana banner

© 2018 Destanea. All Rights Reserved. ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ: ΡΕΝΑ ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΙΔΟΥ | ΑΙΓΑΙΟΥ 4 ΔΡΑΜΑ, 66100 | 6932416400 - eirtrian@otenet.gr