Γιώργος Τσακίρης
Η δημιουργία κλειστών και ελεγχόμενων δομών για τη φιλοξενία των παρανόμως εισελθόντων στην Ελλάδα μεταναστών, είναι κατά τη γνώμη μου τόσο αυτονόητη, όσο αναμενόμενη και απόλυτα δικαιολογημένη είναι και η αντίδραση των κατοίκων -κυρίως- των νησιών του Ανατολικού Αιγαίου σε αυτά.
Αυτονόητη, γιατί θα έπρεπε να είχε ήδη γίνει από τις αρχές της μεταναστευτικής κρίσης το 2015, δίνοντας έτσι το -ελάχιστο- μήνυμα, πως η Ελλάδα λειτουργεί ως ένα σύγχρονο ευρωπαϊκό κράτος κι όχι ως «ξέφραγο αμπέλι» στο οποίο «κάνουν κουμάντο» οι κάθε είδους Μη Κυβερνητικές Οργανώσεις.
Δικαιολογημένη, γιατί ενώ θα έπρεπε, από τα πρώτα σημάδια δημιουργίας της κρίσης, να λειτουργήσουμε οργανωμένα και όχι «πελαγωμένα» υπό την πίεση των γεγονότων, εν τούτοις, αφήσαμε τα γεγονότα να καθορίσουν τις εξελίξεις, με αποτέλεσμα το γνωστό «μπάχαλο» που ακολούθησε.
Είναι τραγικά αστείο, να ζητά κανείς σήμερα από τους κατοίκους των νησιών του Ανατολικού Αγαίου, να πιστέψουν πως οποιαδήποτε άλλη λύση τους προτείνεται, πλην της άμεσης και ολοκληρωτικής αποσυμφόρησης των νησιών τους, είναι ικανή να δημιουργήσει τις ομαλές εκείνες συνθήκες διαβίωσης, που οι ίδιοι επιθυμούν και δικαιούνται για τον τόπο τους.
Στο σημείο που σήμερα βρισκόμαστε, δυστυχώς δεν υπάρχει περίπτωση ομαλής μετάβασης από το λανθασμένο μοντέλο των ανοιχτών δομών φιλοξενίας, σε αυτό των κλειστών και ελεγχόμενων.
Ακόμη κι εάν, υπό την πίεση των γεγονότων, κρίνει κανείς ως ορθή την επίταξη κτιρίων και εκτάσεων για την δημιουργία των νέου τύπου δομών, είναι απολύτως βέβαιο πως εάν α) δεν υπάρξει παράλληλα αυστηρότατος έλεγχος στις νέες ροές μεταναστών β) οι νέου τύπου δομές, δεν υιοθετήσουν ένα αυστηρό σύστημα λειτουργίας, φύλαξης και ελέγχου στην είσοδο-έξοδο γ) δεν υπάρξει απόλυτος διαχωρισμός και μη επικοινωνία μεταξύ των μη ταυτοποιημένων, των παραβατικών και των προς επιστροφή μεταναστών και δ) δεν επιταχυνθούν στον μέγιστο βαθμό οι διαδικασίες ταυτοποίησης και ελέγχου των αιτημάτων ασύλου, και αυτό το μοντέλο πρόκειται να αποτύχει.
Και αυτή τη φορά, η αποτυχία θα είναι οριστική και αμετάκλητη, με τις συνέπειες να μην είναι δυνατό να περιγραφούν.

Γράφει ο Γιώργος Τσακίρης
Ήταν στα μέσα Οκτωβρίου του 2017, όταν ο τότε πρωθυπουργός της Ελλάδας Α. Τσίπρας έφθανε μπροστά από την πύλη του Λευκού Οίκου, όπου τον περίμενε ο πρόεδρος των ΗΠΑ Ντ. Τραμπ.
Ακολούθησε η καθιερωμένη φωτογραφία, η σύντομη επίσημη δήλωση μπροστά στις κάμερες, το δείπνο εργασίας και οι δηλώσεις του Έλληνα πρωθυπουργού και του Αμερικανού Προέδρου στον Κήπο των Ρόδων.
Τα θέματα που συζητήθηκαν είχαν να κάνουν με τις μεγάλες δυνατότητες που έχει η Ελλάδα στον τομέα των επενδύσεων, ειδικά στο πεδίο της ενέργειας και ειδικότερα στα κοιτάσματα στα ανοικτά της νότιας Κρήτης, και στην αμυντική συνεργασία των δύο χωρών, κυρίως δε με την επέκταση της συμφωνίας για τη χρήση της αμερικανικής ναυτικής βάσης στη Σούδα αλλά και την αναβάθμιση των ελληνικών αεροσκαφών F-16.
Αυτά τουλάχιστον έγραφαν τα διεθνή μέσα, υπογραμμίζοντας ότι η συνάντηση πραγματοποιήθηκε σε πολύ καλό κλίμα.
Κανείς τότε, ή ακόμη και σήμερα, δεν μπορούσε και δεν μπορεί να υποστηρίξει, ότι ανάμεσα στα θέματα που συζητήθηκαν, δεν ήταν και η εντατικοποίηση του διαλόγου μεταξύ Αθήνας και Σκοπίων.
Δύο μήνες αργότερα όμως, στα μέσα Δεκεμβρίου του 2017, στη συνάντηση του Μ. Νίμιτς με τους διαπραγματευτές των δύο χωρών, που πραγματοποιήθηκε στις Βρυξέλλες, ο διαμεσολαβητής του ΟΗΕ είχε εκφράσει την αισιοδοξία ότι «…εντός του 2018 μπορεί να βρεθεί λύση στο ζήτημα της ονομασίας» και ανήγγειλε την εντατικοποίηση της διαπραγματευτικής διαδικασίας.
Μόλις έναν μήνα αργότερα, στις 17 Ιανουαρίου 2018 στη Νέα Υόρκη, και αφού είχε προηγηθεί μία μυστική συνάντηση μεταξύ των υπουργών εξωτερικών των δύο χωρών Ν. Κοτζιά και Ν. Δημητρωφ στη Θεσσαλονίκη, ο ειδικός διαμεσολαβητής του ΟΗΕ μετά τη συνάντηση με τους διαπραγματευτές των δύο χωρών, πρέσβεις Α. Βασιλάκη και Β. Ναουμόφσκι, έβγαινε από αυτή δηλώνοντας πολύ αισιόδοξος, εκτιμώντας μάλιστα πως το ζήτημα μπορεί να λυθεί εντός των προσεχών έξι μηνών.
Πέντε μόλις μήνες αργότερα, και αφού είχαν μεσολαβήσει αλλεπάλληλες συναντήσεις και επικοινωνίες μεταξύ των υπουργών εξωτερικών, αλλά και των πρωθυπουργών, των δύο χωρών, στις 17 Ιουνίου 2018 στο χωριό Ψαράδες της Φλώρινας, υπογράφηκε η Συμφωνία των Πρεσπών.
Μια συμφωνία η οποία -το λιγότερο- επέβαλε τη «συνδιαχείριση» του ονόματος (και της Ιστορίας και του Πολιτισμού; ) της «Μακεδονίας», και από της δύο χώρες.
Στα τέλη πια του 2019, με άλλη πλέον κυβέρνηση στην Ελλάδα, αυτή της Νέας Δημοκρατίας, είναι ήδη προγραμματισμένη η επίσκεψη του πρωθυπουργού Κ. Μητσοτάκη στην Ουάσιγκτον, στις 7 Ιανουαρίου, για τη συνάντησή του με τον πρόεδρο των ΗΠΑ Ντ. Τράμπ, με την ατζέντα των συζητήσεων να επικεντρώνεται, όπως έχει ανακοινωθεί, σε θέματα που άπτονται των διμερών σχέσεων και της οικονομίας.
Χωρίς τίποτε από τα παραπάνω να μπορεί να ερμηνευθεί απόλυτα ως ένα «κακό προηγούμενο», θα πρέπει ίσως να θυμηθούμε ένα από τα «ισχυρά» επιχειρήματα της κυβέρνησης Τσίπρα, όσον αφορά την αναγκαιότητα της υπογραφής της Συμφωνίας των Πρεσπών. Αυτό της αυξανόμενης επιρροής της Τουρκίας στην γειτονική χώρα.
Μία φοβική δηλαδή, κατά τη γνώμη μου, προσέγγιση, που δε λάμβανε όμως καθόλου υπόψιν της την ιδεολογική-θρησκευτική επιρροή, ταυτόχρονα με την οικονομική διείσδυση, της Τουρκίας, τόσο στον μουσουλμανικό πληθυσμό της γειτονικής χώρας, όσο και στην προσέλκυση-επιρροή στο σημαντικό μειονοτικό στοιχείο του αλβανικής καταγωγής πληθυσμού της, μέσω των άριστων σχέσεων μεταξύ Αλβανίας-Τουρκίας.
Μία φοβική προσέγγιση που, αν ισχύει κι εάν τυχόν κυριαρχεί ακόμη στις σχέσεις μας με την Τουρκία, ίσως μας οδηγήσει και σε άλλες υποχωρήσεις, όπως η συνεκμετάλλευση των ορυκτών πόρων της Αποκλειστικής Οικονομικής Ζώνης της Ελλάδας.
Όπως γράφει και ο δημοσιογράφος Σ. Λυγερός σε άρθρο του τον περασμένο Ιούλιο, «…μετά την δήλωση Ν. Κοτζιά τον Μάρτιο στο Φόρουμ των Δελφών περί «μοναχοφάηδων», την δήλωση, στη συνέχεια, του διαδόχου του στο υπουργείο Εξωτερικών Γ. Κατρούγκαλου για τα δικαιώματα της Τουρκίας, η οποία είχε κινηθεί σε παρεμφερές μήκος κύματος, είχαμε (και) την αμφίσημη δήλωση του (νυν υπουργού Εξωτερικών) Ν. Δένδια στο Blooberg, ο οποίος αναφερόμενος στη δυνατότητες ελληνοτουρκικής συνεργασίας, είπε ότι υπάρχουν χιλιάδες συνέργειες από τον τουρισμό έως την εκμετάλλευση των φυσικών πόρων. Τρεις δηλώσεις που μυρίζουν συνεκμετάλλευση».
Κανείς σήμερα, δεν μπορεί να ισχυρισθεί με βεβαιότητα, πως την δυσμενέστατη, κατά την γνώμη μου, εθνική υποχώρηση του 2018, θα ακολουθήσει άλλη μία εντός του 2020.
Αυτό που μπορεί όμως να κάνει, είναι με κάθε ευκαιρία και με κάθε ειρηνικό τρόπο, να διατρανώνει την εθνική ομοψυχία που επιβάλλεται να μας διακρίνει, τις καθοριστικές για το μέλλον της χώρας αυτές ημέρες.

Γράφει ο Γιώργος Τσακίρης
Είναι άραγε απορίας άξιο πώς τόσα άρθρα, τόσος διάλογος, τόσες απόψεις, δεν έχουν καταφέρει μέχρι και σήμερα να δώσουν μία οριστική απάντηση στο ζήτημα;
Πώς χαρακτηρίζεται κάποιος που εγκαταλείπει τη χώρα του και περνά τα σύνορα μιας άλλης; Πρόσφυγας ή Μετανάστης;
Η απάντηση λοιπόν, δεν μπορεί να είναι μία και οριστική, ακριβώς επειδή εκείνος που θα επιχειρήσει να την δώσει, θα το κάνει χρησιμοποιώντας την δική του, αποκλειστικά και μόνον, οπτική.
Εάν επιχειρήσει να το κάνει ένας νομικός, θα δώσει το σαφή ορισμό του «πρόσφυγα», όπως αυτός αναφέρεται στη Σύμβαση της Γενεύης, απορρίπτοντας ταυτόχρονα να δώσει τον ίδιο, ή κάποιο παρόμοιο, ορισμό, για τον «μετανάστη», ακριβώς επειδή ένας τέτοιος, -αποδεκτός από όλους τους νομικούς κύκλους- ορισμός, δεν υπάρχει σε κανένα απολύτως κείμενο που να δεσμεύει νομικά εκείνον ή εκείνους που θα τον χρησιμοποιήσουν.
Με δυο λόγια. Ενώ υπάρχει νομικά αποδεκτός ορισμός του «πρόσφυγα», δεν υπάρχει για τον «μετανάστη». Και αυτό, είναι κάτι που αποδέχεται ακόμη και η Ύπατη Αρμοστεία του ΟΗΕ για τους Πρόσφυγες.
Εάν τον ίδιο «διαχωρισμό» των χαρακτηρισμών, επιχειρήσει να τον κάνει κάποιος που εξετάζει το όλο ζήτημα αποκλειστικά και μόνο υπό την οπτική του «ανθρωπισμού» και της «αλληλεγγύης των λαών», τότε δεν πρόκειται να μπει καν στον «κόπο» να το πράξει, μιας και -για τον ίδιο- είτε «πρόσφυγας» είτε «μετανάστης», έχει ακριβώς τα ίδια δικαιώματα, ανεξάρτητα από το ποιος είναι, από πού κατάγεται, τι τον οδήγησε στο να εγκαταλείψει τη χώρα του, ή ό,τι άλλο. Κατά συνέπεια, δε χρειάζεται καν να υπάρξει τέτοιος διαχωρισμός.
Εάν πάλι για το ίδιο ζήτημα, επιχειρηθεί μία προσέγγιση από κάποιον που εξετάζει τα πάντα κάτω από το πρίσμα του «πατριωτισμού» και της αναλλοίωτης διατήρησης της προσωπικής, οικογενειακής ή και -γενικότερα- της πολιτισμικής και εθνολογικής του ταυτότητας, τότε είναι σχεδόν βέβαιο πως το βάρος της αξιολόγησής του, θα τον στρέψει προς την κατεύθυνση του χαρακτηρισμού των πάντων, ή τουλάχιστον των συντριπτικά περισσότερων, ως «μεταναστών».
Τρεις διαφορετικές περιπτώσεις, τρία διαφορετικά συμπεράσματα.
Κι εάν κάποιος αναγνώστης σκεφτεί πως, υπάρχουν και οι περιπτώσεις που νομικοί εξετάζουν το ζήτημα είτε υπό το πρίσμα του «ανθρωπισμού», είτε υπό αυτό του «πατριωτισμού», τότε, κατά τη γνώμη μου, ναι μεν θα δώσουν την τεκμηριωμένη (ως άνω) νομική τους άποψη επί του θέματος, θα την «χωρέσουν» όμως ερμηνεύοντάς την, μέσα στο «κουτί των συναισθημάτων τους».
Γιατί, στο τέλος, ο ήδη διαμορφωμένος από τις εμπειρίες, τις επιρροές και τα διαβάσματα που επιλέγουμε χαρακτήρας μας, επικρατεί -στις περισσότερες των περιπτώσεων- των θεωρητικών επιστημονικών μας γνώσεων.
Κι αν κάτι τέτοιο συνέβαινε μόνο στο απλό επίπεδο μιας καθημερινής συζήτησης, μετατρέπεται σε πρόβλημα προς επίλυση, όταν συμβαίνει στο επίπεδο μιας πολιτικής συζήτησης, πόσω δε μάλλον όταν αυτή η συζήτηση έχει ως στόχο της την καθιέρωση συγκεκριμένης πολιτικής στρατηγικής.
Γι’ αυτό λοιπόν, μην απορείτε.
Στο ερώτημα «πρόσφυγας ή μετανάστης», δεν υπάρχει μία και μόνη απάντηση.
Πάντα θα παίζει ρόλο ο «χαρακτήρας» αυτού που απαντά, ακόμη κι εάν αυτός είναι… Διεθνής Οργανισμός.

Του Γιώργου Τσακίρη

Τα πάντα σχεδόν μπορούν να εξηγηθούν, με έναν και μόνον τρόπο. Για έναν και μόνο λόγο.

Τη μη συμμετοχή μας. Την απαξίωση. Την αντίδραση, ακόμα-ακόμα, προς όλες και όλους εκείνους που αποφασίζουν να συμμετέχουν.

Κι έτσι, από την ασφάλεια, την άνεση και τη νιρβάνα που προσφέρουν ο καναπές του σαλονιού και οι δυνατότητες των κοινωνικών δικτύων, διατυπώνουμε τις γνώμες μας για ό,τι συμβαίνει γύρω μας.

Κι όλα καλά. Κάναμε το χρέος μας.

Και ποιος πάει τώρα να ψηφίσει;! Σάμπως θ’ αλλάξει κάτι;! Όλοι ίδιοι είναι!

Ναι. Κι εσύ, ίδιος με όλους.

Άπραγος, αφανής κι αμέτοχος, δίνεις το απόλυτο δικαίωμα στους «άλλους ίδιους», ν’ αποφασίζουν για εσένα.

Αλλά παραμένεις… συνειδητοποιημένος. Εκφράζεις την αγανάκτησή σου. «Βλέπεις» τα στραβά. Κι ενεργός στο διαδίκτυο, με πλήρες προφίλ σε όλα, κατηγορείς τους «άλλους» γιατί δε λαμβάνουν υπ’ όψιν τους τα δίκαια, τα αυτονόητα, αυτά που «βλέπουν όλοι βρε αδερφέ». Όσοι τουλάχιστον «πατήσαν like» στη δημοσίευσή σου.

Κι αφού έκανες το χρέος σου και σήμερα, ανακούφισες την αγανάκτηση με την διαδικτυακή αποδοχή σου, αλλάζεις απλά δωμάτιο στο σπίτι, για να κοιμήσεις μαζί με το σώμα και τη συνείδησή σου.

Κι όταν, κακιά η ώρα, σου προτείνουν να πάρεις μέρος, να ενεργοποιηθείς, να συμμετέχεις, ν’ αγωνιστείς πραγματικά γι’ αυτά που σκέφτεσαι, που θέλεις, που ονειρεύεσαι για την ζωή σου, υπόσχεσαι απλά τη «στήριξη». Και μ’ ένα «αλίμονο», άντε και με τη θυσία μίας ψήφου,  ξεπλένεις την όποια υποχρέωση… στον εαυτό σου.

Κι όλα καλά.

Δεν έχω λοιπόν καμία, πλέον, απορία.

Ή μάλλον… έχω!

Πώς είναι δυνατό, με όλα όσα μας συμβαίνουν, να καταφέρνουμε ακόμη να επιβιώνουμε;!

Με ποιο θαυμαστό τρόπο, καταφέρνουμε και μετατρέπουμε την κάθε μας ημέρα, σ’ ένα ακόμη γύρισμα μιας απλής, λευκής σελίδας, στο ημερολόγιο της ζωής μας;!

Όμως… τι λέω!

Δεν υπάρχουν πλέον σελίδες στα ημερολόγια.

Μόνο στο αγαπημένο μας κοινωνικό δίκτυο!

Εκεί ζούμε.

«Δειλοί, μοιραίοι κι άβουλοι αντάμα, (να) προσμένουμε ίσως κάποιο θάμα…»

Sunday, 24 February 2019 21:13

Και σήμερα, τι;

Γράφει ο Γιώργος Τσακίρης
Θα πρέπει κανείς, επιστρέφοντας νοητά στην αρχική κατάσταση που τον βοήθησε να πάρει σοβαρές για την υπόλοιπη ζωή του αποφάσεις, να μπορεί να κρίνει, με απόλυτη όμως ειλικρίνεια απέναντι στον εαυτό του, εάν οι αποφάσεις εκείνες τον βοήθησαν ή όχι να πάει ένα βήμα πιο πέρα, όχι μόνο (ή τόσο) την προσωπική του ζωή, αλλά και αυτή εκείνων που, λόγο αυτής του της απόφασης, επηρέασε.

Η απομάκρυνση από κάθε ενεργή κομματική ταυτότητα, αποτελεί απαραίτητη συνθήκη για ν’ ασκηθεί αυτού του είδους η αυτοκριτική, έτσι ώστε οι αλήθειες και τα λάθη, να μπορούν να «ειδωθούν κατάματα».

Κι εάν δεν ήταν λάθος η σύμπραξη για το σχηματισμό της κυβερνητικής συμμαχίας, τόσο στις εκλογές του Ιανουαρίου, όσο και του Σεπτεμβρίου του 2015, θα έπρεπε από τον Ιούνιο του 2018 οι ΑΝ.ΕΛΛ. να είχαν απομακρυνθεί από αυτή την εξαιρετικά ετεροβαρή και μη ειλικρινή (όπως αποδείχθηκε) κυβερνητική σύμπραξη.

Όταν βασικές αρχές και αξίες ξεκίνησαν να καταπατούνται, υπό το πρόσχημα της διατήρησης της κυβερνητικής σταθερότητας, με σκοπό την επίτευξη των αρχικών μεγάλων στόχων της εξόδου της χώρας από τα μνημόνια και της κάθαρσης του πολιτικού συστήματος από την διαφθορά και την διαπλοκή, οι πρώτοι «σπόροι» της πολιτικής αλλοτρίωσης των ΑΝ.ΕΛΛ. είχαν ήδη μπει. Τόσο ομαλά και ανεπαίσθητα μάλιστα, ώστε οποιαδήποτε άλλη φωνή να μοιάζει ως «ξένη» ή και… κατευθυνόμενη από εκείνους που δε συμφωνούσαν με τους μεγάλους στόχους (!)

Η σταδιακή εξασθένηση των αντιστάσεων, που θα έπρεπε από την πρώτη στιγμή να εμφανιστούν, οδήγησαν στην αναθάρρηση του τμήματος εκείνου των κυβερνητικών στελεχών του ΣΥ.ΡΙΖ.Α. που, πιστεύοντας ότι μπορούσαν πλέον να εφαρμόσουν μία καθαρά αριστερής ιδεολογίας και κατεύθυνσης κυβερνητική πολιτική και πρακτική, εκδήλωναν αυτή τους την πρόθεση με την κατάθεση όλο και περισσότερων τέτοιων τροπολογιών και νομοσχεδίων, που (φευ) κι αυτά «περνούσαν» με την ίδια «δυσκολία» που είχαν περάσει και όλα τα προηγούμενα.

Για να φτάσουμε στην… αχαρακτήριστη, Συμφωνία (προσύμφωνο ή ότι άλλο θέλετε) των Πρεσπών, με την Βόρεια γείτονα.

Η πίστη στην απλή «συμφωνία κυρίων» και το «δόσιμο των χεριών», αποδείχθηκε ότι μπροστά στην κομματική ιδεοληψία, τον πολιτικό τακτικισμό και το «κυνήγι της ψήφου» για την παραμονή στην εξουσία, αποτελούν, στην καλύτερη των περιπτώσεων, δείγματα μη γνώσης του πώς «κινείται» η κεντρική πολιτική σκηνή.

Και σήμερα, τι ;

Κατά τη γνώμη μου, σήμερα, εάν σκοπός του ψηφοφόρου είναι (τουλάχιστον) να προκαλέσει την προσοχή του πολιτικού συστήματος της χώρας, πάντα με ειρηνικό τρόπο, η μόνη εφικτή και απόλυτα νόμιμη αντίδρασή του, θα ήταν να ενεργοποιηθεί με την απλή διαδικασία της ψήφου του. Μιας ψήφου όμως η οποία θα κατευθυνόταν σε οποιοδήποτε από τα μικρά κόμματα. Σε καμία περίπτωση σ’ εκείνες κι εκείνους που μ’ ένα συμπλεγματικό κομματικό αυτοπροσδιορισμό, εξαρτώνται ακόμη -ετερόφωτοι γαρ- από τις «ηγετικές» μορφές που τους «ανέδειξαν». Όχι φυσικά σε εξτρεμιστικούς πολιτικούς σχηματισμούς που έχουν αναδείξει σε πολιτική πλατφόρμα ένα ιδιότυπο «αντάρτικο πόλεων», ή άλλων που με τις «πολιτικές» τους θέσεις, προκαλούν τα χρηστά ήθη των Ελλήνων. Και φυσικά όχι σε μυθοπλάστες, συνωμοσιολόγους τηλε-οτιδήποτε-πώλες.

Αρκεί να αναφερθεί κανείς στο 40% και πλέον που στις τελευταίες εθνικές εκλογές δεν προσήλθαν για να ψηφίσουν. Στο 20% και πλέον που σήμερα εμφανίζονται ως «αναποφάσιστοι». Είναι αυτοί που δίνοντας την ψήφο τους σε οποιοδήποτε μικρό κόμμα, βοηθώντας το έτσι να ξεπεράσει το 3% για την είσοδό του στην Βουλή, θα αποπροσανατολίσει και θα μπλοκάρει οποιαδήποτε προσυνεννόηση για συμπράξεις κυβερνητικών συνασπισμών. Μία Βουλή με 10, με 15 κομματικούς σχηματισμούς, θα αναγκαστεί να οδηγηθεί είτε σε νέες εκλογές, και αυτή τη φορά με απλή πλέον αναλογική, είτε σε κυβερνητικούς συνασπισμούς τόσο ευρείς, που κάθε προσπάθεια ελέγχου από οποιοδήποτε (εξωθεσμικό ή όχι) κέντρο, θα απέβαινε εντελώς άκαρπη, ή τουλάχιστον θα την δυσκόλευε απεριόριστα.

Με δυο λόγια, στις επόμενες εθνικές εκλογές, κανένα από τα κόμματα εξουσίας δεν πρέπει να ξεπεράσει σε αντιπροσώπευση το 25% των ψηφοφόρων.

Είναι όμως δυνατό να συμφέρει τη χώρα η κυβερνητική αστάθεια; Είναι δυνατόν η «ιταλοποίηση» της πολιτικής ζωής της χώρας, να αποτελεί τη μόνη λύση σήμερα; Θα αντέτειναν κάποιοι.

Είναι δυνατόν να περιμένει κανείς να σωθεί η χώρα από εκείνους που την οδήγησαν στην καταστροφή, υπό το πρόσχημα της κυβερνητικής σταθερότητας; Έχει λογική η αποφυγή οποιουδήποτε κινδύνου, με τη θυσία κάθε έννοιας προσωπικής αξιοπρέπειας; Θα αντέτεινα.

Τόσο πολύ έχουμε αλλοτριωθεί; Τόσο αδιανόητα έχουν εκμαυλίσει τις συνειδήσεις μας; Κι αλήθεια, πόσα πρέπει να θυσιάσει κανείς, μέχρι να κληθεί να θυσιάσει ότι πιο ιερό έχει στην ζωή του;

Ας απαντήσει ο καθένας, ακόμη και από τη νιρβάνα του καφέ στον καναπέ του.

Πρώτα λοιπόν θα πρέπει να γίνει συνείδηση σε κάθε Έλληνα και σε κάθε Ελληνίδα, ότι η υποχρεωτικότητα της ψήφου, καθίσταται πλέον επιτακτικό καθήκον. Κι έπειτα, η επιλογή στήριξης οποιουδήποτε μικρού κόμματος.

Μπορούμε να αντιδράσουμε. Μπορούμε να το κάνουμε ειρηνικά. Μπορούμε να απαγκιστρωθούμε από παλαιοκομματικές πρακτικές και ιδεολογίες.

Αρκεί να το πιστέψουμε και να το εφαρμόσουμε.

 

Monday, 21 January 2019 11:52

Τυπικότητες ;!

Του Γιώργου Τσακίρη

Η ηθελημένη (τελικά) αοριστία και ασάφεια των προβλέψεων της Συμφωνίας των Πρεσπών, με σκοπό την κατά το δοκούν ερμηνεία τους, ξεπερνιέται σήμερα με την παραβίαση ακόμη και ρητών της όρων !
Α) με την τροποποίηση-προσθήκη στον εφαρμοστικό Συνταγματικό νόμο «…η οποία δεν ορίζει ούτε προκαθορίζει την εθνότητα…» έχει παραβιαστεί ο ρητός όρος της ΜΗ αναφοράς εθνότητας στη Συμφωνία, παρά ΜΟΝΟ ιθαγένειας
Β) η «εσωτερική διαδικασία» στην πΓΔΜ η οποία ορίζεται ως «δεσμευτική και αμετάκλητη» στη Συμφωνία, παραβιάσθηκε από τη ΜΗ υπογραφή των Συνταγματικών τροποποιήσεων από τον Πρόδρο της γειτονικής χώρας
Γ) η πΓΔΜ, έστω και για κάποιες ημέρες, ΔΕΝ ολοκλήρωσε τις Συνταγματικές τροποποιήσεις μέχρι το τέλος του 2018, παραβιάζοντας συγκεκριμένο όρο της Συμφωνίας
Δ) η ρηματική διακοίνωση που κοινοποιήθηκε από το υπουργείο εξωτερικών της γείτονος στο αντίστοιχο της Ελλάδας, δεν έπρεπε να σταλεί ΠΡΙΝ ολοκληρωθούν ΟΛΕΣ οι «εσωτερικές νομικές διαδικασίες» της πΓΔΜ, προκειμένου η Συμφωνία να τεθεί σε ισχύ. Ακόμη κι εάν ο Πρόεδρός της παραβιάζει το Σύνταγμά τους, ΜΗ υπογράφοντας τον εφαρμοστικό Συνταγματικό νόμο, αυτό σημαίνει πως ΟΛΕΣ οι απαραίτητες «δεσμευτικές και αμετάκλητες» διαδικασίες, ΔΕΝ έχουν ολοκληρωθεί.

photo

Του Γιώργου Τσακίρη

Η εντύπωση που έχουν οι πολίτες για τους θεσμικούς τους εκπροσώπους, είναι πως στην πλειονότητά τους, αντί πραγματικά να εκπροσωπούν και να μάχονται για τα συμφέροντά τους, αποφασίζουν με γνώμονα το προσωπικό τους συμφέρον, θέτοντας ως πρώτιστο στόχο την επανεκλογή τους, «υποκύπτοντας» στις «σειρήνες» της εξουσίας, αγνοώντας τις «ερινύες» της ηθικής τους κατάπτωσης.
Η σχεδόν βεβαιότητά τους για τα κεντρικά ΜΜΕ, είναι πως λειτουργούν ως φερέφωνα των ιδιοκτητών τους, οι οποίοι κάθε φορά προσεταιρίζονται σ’ εκείνα τα συμφέροντα, πολιτικά ή οικονομικά, που τους εξασφαλίζουν ή θα τους εξασφαλίσουν περισσότερο κέρδος.
Η γνώμη τους δε για τους λειτουργούς της δικαιοσύνης, τείνει πλεον να είναι πως αποφασίζουν με αποκλειστικό γνώμονα το γράμμα και όχι το πνεύμα των νόμων, δείχνοντας συχνά το σκληρό τους πρόσωπο απέναντι σ’ εκείνους που δεν έχουν την οικονομική δυνατότητα ώστε να διαθέτουν στρατιά δικηγόρων.
Κι ο ίδιος ο λαός, «βουτηγμένος» στα δυσεπίλυτα προβλήματα της καθημερινότητας, άγεται και φέρεται από του θεσικούς ή όχι εκπροσώπους του, παρασύρεται από την καθημερινή «επίθεση» των ΜΜΕ στο συλλογικό του υποσυνείδητο, και τρέμει στην ιδέα ότι μπορεί κάποια στιγμή να βρεθεί ενώπιων των ευθυνών του.
Κι έτσι, ο καθένας από εμάς, έρμαιο μεταξύ «σφύρας και άκμονος», ζαλισμένος από τις υποσχέσεις, έχοντας υποστεί την ανάλογη πλύση εγκεφάλου και μην αντέχοντας καν στην ιδέα πως κάποια πράξη ή λέξη του μπορεί να τον οδηγήσει στις δικαστικές αίθουσες, αναζητά την δική του κρυψώνα μέσα στη μάζα. Ανώνυμος μεταξύ ανωνύμων, άβουλος ως ύπαρξη, μέσα σ’ έναν πολτό ομοειδών «προϊόντων».
Εάν οι ανωτέρω διαπιστώσεις φαντάζουν τραγικές, είναι το πλέον βέβαιο ότι είναι εξίσου αληθινές, με τις εξαιρέσεις απλά να επιβεβαιώνουν τον κανόνα.
Κι εάν εμείς, όσο το δυνατό συντομότερα, ξεχωριστά ο καθένας κι όλοι μαζί, δε συνειδητοποιήσουμε πως έτσι έχουν τα πράγματα σήμερα, τόσο περισσότερο συντομεύουμε την έλευσή του επερχόμενου «αποκαλυπτικού» τέλους της Δημοκρατίας μας.
Στα εξαιρετικά δύσκολα χρόνια που πέρασαν και στα επίσης δύσκολα χρόνια που μας περιμένουν, αποτελεί αδήριτη υποχρέωση όλων μας ν’ αναλάβουμε το μέρος των ευθυνών που μας αναλογούσαν και μας αναλογούν.
Η αποχή από το εκλογικό μας δικαίωμα, κι όχι υποχρέωση, καθώς και η αποχή από το δικαίωμα της ενεργής ενασχόλησής μας με τα κοινά, δεν μπορούν πλέον ν’ αποτελούν δικαιολογίες.
Μόνο η μαζική, έλλογη και ειρηνική συμμετοχή μας, μπορεί ν’ ανατρέψει τα σημερινά δεδομένα.
Κι όσο εμείς δεν αναλαμβάνουμε το δικό μας μερίδιο ευθύνης, εκείνοι που επιλέγουν να το κάνουν, θα συνεχίσουν ν’ αποφασίζουν για όλους μας.

ΔΗΜΟΣ ΔΡΑΜΑΣ

1. ΙΣΤΟΡΙΑ

2. ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ

3. ΑΞΙΟΘΕΑΤΑ

ΔΗΜΟΣ ΔΟΞΑΤΟΥ

1. ΙΣΤΟΡΙΑ

2. ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ

3. ΑΞΙΟΘΕΑΤΑ

ΔΗΜΟΣ ΠΑΡΑΝΕΣΤΙΟΥ

1. ΙΣΤΟΡΙΑ

2. ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ

3. ΑΞΙΟΘΕΑΤΑ

ΔΗΜΟΣ ΠΡΟΣΟΤΣΑΝΗΣ

1. ΙΣΤΟΡΙΑ

2. ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ

3. ΑΞΙΟΘΕΑΤΑ

ΔΗΜΟΣ Κ. ΝΕΥΡΟΚΟΠΙΟΥ

1. ΙΣΤΟΡΙΑ

2. ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ

3. ΑΞΙΟΘΕΑΤΑ

© 2018 Destanea. All Rights Reserved. ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ: ΡΕΝΑ ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΙΔΟΥ | ΑΙΓΑΙΟΥ 4 ΔΡΑΜΑ, 66100 | 6932416400 - [email protected]