Η ζωή είναι εύθραυστη, η αγάπη;

Written by

RENA TRIANTAFYLLIDOY 2012

 

Βιογραφικό
Η Ρένα Τριανταφυλλίδου γεννήθηκε και κατοικεί στη Δράμα και έχει δυο γιούς τον Γιάννη και τον Σάκη Δημητριάδη.
Εργάστηκε σε τοπικούς τηλεοπτικούς σταθμούς ως ρεπόρτερ και παρουσιάστρια ενημερωτικών εκπομπών. Είναι μέλος της ΕΣΕΤ και διατηρεί την ηλεκτρονική εφημερίδα www.destanea.com
Το 2010 η Νομαρχιακή Αυτοδιοίκηση Δράμας εξέδωσε το πόνημα της με τίτλο: «Ιστορία Σμιλευμένη σε Μάρμαρο». Μια καινοτόμα ιδέα παρουσίασης της ιστορίας του τόπου μέσα από τα μνημεία και τα αγάλματα.
Το 2012 κυκλοφόρησε το πρώτο της μυθιστόρημα με τίτλο: «Η ζωή είναι εύθραυστη, η αγάπη;» Το βιβλίο που ασχολείται με τις παράνομες υιοθεσίες αγαπήθηκε από το αναγνωστικό κοινό και εξαντλήθηκε μέσα στον πρώτο χρόνο κυκλοφορίας του.
Το 2015 η Ρένα συγγράφει το τρίτο της βιβλίο, το δεύτερο κατά σειρά μυθιστόρημά της με τίτλο «Οι εκλεκτοί της Αγάπης», ένα βιβλίο έντονου κοινωνικού προβληματισμού η ιστορία του οποίου ξεδιπλώνεται στην εποχή της κρίσης, στην Ελλάδα. Και το βιβλίο αυτό έχει εξαντληθεί.
Το 2017 η Ρένα Τριανταφυλλίδου το τέταρτο κατά σειρά βιβλίο της με τίτλο: «ΦΕΣΤΙΒΑΛ ΕΛΛΗΝΙΚΩΝ ΤΑΙΝΙΩΝ ΜΙΚΡΟΥ ΜΗΚΟΥΣ ΔΡΑΜΑΣ 1978-1987. Ο ρόλος της Κινηματογραφικής Λέσχης Δράμας στην ίδρυση και εξέλιξη του θεσμού». Το βιβλίο εξέδωσε το Φεστιβάλ Ταινιών Μικρού Μήκους Δράμας.
Σε αναμονή βρίσκεται το τρίτο κατά σειρά Μυθιστόρημα της Ρένας Τριανταφυλλίδου με τίτλο: «Αιλία», το οποίο θα συζητηθεί πολύ, λόγω της ιδιαίτερης θεματολογίας του.

 

 

 

Ρένα Τριανταφυλλίδου

 

 Η ζωή είναι εύθραυστη,
η αγάπη;

 

 

Δράμα 2012

 

 

 ISBN: 978-960-93-4607-8
2012 Ρένα Τριανταφυλλίδου
Τίτλος: Η ζωή είναι εύθραυστη, η αγάπη;
Υπότιτλος: Μυθιστόρημα
Συγγραφέας: Ρένα Τριανταφυλλίδου, Δημοσιογράφος
Διεύθυνση κατοικίας: Αιγαίου 4 Δράμα 66100
Τηλ: 25210 46611 κιν: 6932416400
e-mail: This email address is being protected from spambots. You need JavaScript enabled to view it.

Εξώφυλλο- Σελιδοποίηση
Σχεδιασμός «Ψίθυροι press»

 

Το ποίημα «Ζωή- Αγάπη» Γράφτηκε από την κ. Καίτη Τσακίρη- Καραμιχάλη με αφορμή το μυθιστόρημα «Η ζωή είναι εύθραυστη, η αγάπη;» και είναι αφιερωμένο με αγάπη στη Ρένα Τριανταφυλλίδου.

 

 

Στον αδελφό μου και τη νύφη μου
Μάκη και Μαρία

 

 

Ο Τζων κοίταξε έξω από το παράθυρο. Από το πρωί χιόνιζε ασταμάτητα. Τα πάντα είχαν καλυφθεί από ένα παχύ στρώμα χιονιού. Η ΕΜΥ στο τελευταίο δελτίο ειδήσεων που παρακολούθησε έκανε λόγο για επιδείνωση των καιρικών φαινομένων. Άρχισε να ανησυχεί. Πήρε στο τηλέφωνο τον αδελφό του.
«Κωστή, ανησυχώ. Πώς θα ταξιδέψει η Έλλη με τέτοιο καιρό; Έχεις κανένα νέο της; Επικοινώνησες μαζί της;»
«Τζων, μιλήσαμε το απόγευμα, είναι προβληματισμένη κι αυτή. Είχε αποφασίσει να έρθει με το αυτοκίνητό της, αλλά οι δρόμοι έχουν κλείσει. Θα ψάξει να βρει αεροπορικά εισιτήρια, αν φυσικά πετάξουν τα αεροπλάνα. Μπορεί τελικά να μη τα καταφέρει να έρθει για τα Χριστούγεννα. Θα μιλήσουμε πάλι το πρωί. Ησύχασε, όλα θα πάνε καλά».
«ΟΚ αδελφέ μου. Λέω να μείνω εδώ σήμερα το βράδυ αν δεν έχεις αντίρρηση».
«Κανένα πρόβλημα Τζων. Καληνύχτα, τα λέμε το πρωί. Αν χρειαστείς κάτι μη διστάσεις να με ξυπνήσεις».
«Καλό βράδυ αδελφέ μου».
Η ώρα κόντευε δώδεκα τα μεσάνυχτα. Τα ξύλα στο τζάκι είχαν αρχίσει να χωνεύουν. Πήρε ένα κούτσουρο και το έριξε πάνω στη θράκα και σε λίγα λεπτά η φλόγα δυνάμωσε. Δεν είχε διάθεση να κοιμηθεί. Πώς θα μπορούσε άλλωστε να το κάνει όταν χιλιάδες σκέψεις περνούσαν από το μυαλό του; Θυμήθηκε τις υπέροχες στιγμές που πέρασε με την Έλλη σ’ αυτό το δωμάτιο. Τώρα έπρεπε να επιστρατεύσει όλη του τη γοητεία για να μπορέσει να κερδίσει πάλι την εμπιστοσύνη της. Θα μπορούσε άραγε να τον συγχωρέσει; Θα είχε αφήσει ανοιχτή μια μικρή χαραμάδα στην καρδιά της για να τρυπώσει; Το μόνο παρήγορο στην όλη ιστορία ήταν ότι είχε έναν πολύ ισχυρό σύμμαχο, τον αδελφό του. Ήταν κάτι παραπάνω από βέβαιος ότι ο Κωστής θα τον βοηθούσε.
«Μακάρι να μπορούσα να γυρίσω το χρόνο πίσω. Μακάρι να μην έφευγα σαν τον κλέφτη. Πόσο διαφορετικά θα ήταν σήμερα τα πράγματα. Δύο χρόνια χαμένα, γεμάτα δυστυχία και μιζέρια για όλους μας» σκέφτηκε ο Τζων και ένας αναστεναγμός ξέφυγε από τα χείλη του.
Τα πάντα μέσα στο δωμάτιο τού θύμιζαν την Έλλη, ακόμη και τα δεκάδες βιβλία στη βιβλιοθήκη. Αυτά εξάλλου στάθηκαν αφορμή για τη γνωριμία τους. Η φιλομάθεια ήταν ένα από τα πολλά κοινά τους ενδιαφέροντα.
Άρχισε να κοιτά τους τίτλους των βιβλίων αναζητώντας κάποιο που θα τραβούσε την προσοχή του, κάποιο που θα του έκανε συντροφιά τις υπόλοιπες ώρες μέχρι να ξημερώσει. Έως ότου να φτάσει η Έλλη στο σπίτι, μέχρι να την αντικρύσει και γονατιστός στα πόδια να της ζητήσει συγνώμη.
Αρκετά από τα βιβλία που είχε η Έλλη στη βιβλιοθήκη τα είχε διαβάσει. Κοιτάζοντάς τα προσεκτικά, ένα-ένα ξαφνικά το μάτι του έπεσε σ’ ένα τετράδιο με χοντρά εξώφυλλα. Το τράβηξε από το ράφι και το άνοιξε. Ήταν το ημερολόγιο της Έλλης. Κοντοστάθηκε για λίγο και μετά το έκλεισε. Τα κόκκινα τριαντάφυλλα στο εξώφυλλο έμοιαζαν ζωντανά. Πήγε να το βάλει στη θέση του, αλλά το χέρι του έμεινε μετέωρο.
«Δεν είναι σωστό» σκέφτηκε, αλλά ο πειρασμός ήταν μεγαλύτερος. Το άνοιξε όσο πιο προσεκτικά μπορούσε και άρχισε να διαβάζει …

 

«Τη μέρα που ήρθα στη ζωή, όλα άλλαξαν για τους γονείς μου. Με είπαν τυχερή, γουρλού. Τέρμα η αγροτική ζωή, τα καπνά και τα ζώα. Η σοδιά εκείνο το χρόνο πήγε πολύ καλά και τα χρήματα που κέρδισε ο πατέρας μου ήταν πολύ περισσότερα από άλλες χρονιές. Η μάνα μου του πρότεινε να κατεβούν στην πόλη, να αγοράσουν ένα οικόπεδο για τα παιδιά. Ήταν το επιχειρηματικό μυαλό της οικογένειας, έμοιαζε του πατέρα της. Δεν νοιαζόταν ποτέ για τον εαυτό της, μόνο για τα παιδιά της. Και ο πατέρας μου πάντα την άκουγε, της είχε μεγάλη αδυναμία. Έτσι και έκαναν. Βρήκαν μάλιστα οικόπεδο με σπίτι. Ό,τι καλύτερο.
Τα χρόνια που ακολούθησαν δεν ήταν και τόσο εύκολα για τους γονείς μου. Τα χρήματα από την υπηρεσία όπου διορίστηκε ο πατέρας μου ήταν λιγοστά. Έτσι η ζωή τους κύλησε με οικονομία και μόνο οικονομία, για να μπορέσουν να κάνουν ένα κομπόδεμα, για ώρα ανάγκης, για τα παιδιά τους.
Η ζωή μας ωστόσο κυλούσε ήρεμα. Ποτέ δεν άκουσα τους γονείς μου να μαλώνουν. Σαν παιδιά δεν είχαμε να ζηλέψουμε τίποτα. Μπορεί να μην είχαμε ανέσεις, αλλά οι γονείς μας, δεν άφηναν να φαίνεται η διαφορά.
Ζούσαμε απομονωμένοι από τον κόσμο. Το σπίτι μας, αν και σήμερα βρίσκεται σχεδόν στο κέντρο της πόλης, τότε λόγω της άγριας βλάστησης και τα πλούσια νερά που ανέβλυζαν από παντού, έμοιαζε περισσότερο με τα σπίτια του χωριού, παρά μ’ αυτά της πόλης. Η αξιοποίηση της περιοχής ήρθε πολλά χρόνια αργότερα για να την μετατρέψει σε ένα αξιοζήλευτο παράδεισο.
Στα παιδικά μου χρόνια δεν πολυθυμάμαι τον αδελφό μου, λόγω της διαφοράς ηλικίας που είχαμε. Έφηβος εκείνος, μωρό εγώ. Όταν πήγα στο δημοτικό, εκείνος πήγε στρατιώτης, μετά ήρθαν οι σπουδές, κι έτσι εγώ μεγάλωσα σαν μοναχοπαίδι. Ωστόσο, ήταν πάντα παρών σε κάθε σημαντικό γεγονός της ζωής μου και πάντα αντιμετώπιζε με σεβασμό τις επιλογές μου.
Τα παιδικά μου χρόνια ήταν δύσκολα. Οι γονείς μου δεν το κατάλαβαν ποτέ. Δεν ξέρω ποια δύναμη είχα μέσα μου ή τι ήταν εκείνο που με εμπόδιζε να τους μιλήσω. Ίσως φοβόμουν τις αντιδράσεις τους, ίσως πάλι να μην ήθελα να τους πικράνω. Αν και ήμουν μικρή, άκουγα τις συζητήσεις τους και κατανοούσα τον αγώνα που έδιναν για την επιβίωσή μας. Δεν είχαν καμιά βοήθεια από πουθενά. Πολύ συχνά η μητέρα μου θυμόταν, πως όταν παντρεύτηκαν, ο πατέρας μου δεν είχε μια δεύτερη αλλαξιά.
Τα χρήματα ήταν πάντα λιγοστά. Για να τα βγάλει πέρα η μαμά μου πήγαινε στον μπακάλη και αγόραζε λίγο ελαιόλαδο και το ανακάτευε με σπορέλαιο. Το κατοστάρικο το χαλούσε μόνο όταν δεν είχε κάτι πολύ απαραίτητο για το φαγητό. Δραχμή- δραχμή αποταμίευε από το υστέρημά της, για να τακτοποιήσει τα παιδιά της. Και τα κατάφερε. Τους δόθηκε και μια ευκαιρία να μετατρέψουν το μικρό σπιτικό μας σε ξενοδοχείο, για ένα επιπλέον εισόδημα και με πολύ δουλειά, μεράκι και κυρίως αγάπη, η ζωή μας σταδιακά άρχισε να αλλάζει προς το καλύτερο.
Ήμουν ένα όμορφο και λεπτεπίλεπτο κοριτσάκι. Η μητέρα μού έλουζε τα μαλλιά μου με χαμομήλι, για να μη χάσουν το χρυσαφένιο τους χρώμα. Όταν για πρώτη φορά σε ηλικία δέκα χρονών τα έκοψα, ο πατέρας μου στεναχωρήθηκε τόσο πολύ που έκανε μια βδομάδα να συνέλθει.
Ήμουν η κουκλίτσα της μικρής μας γειτονιάς. Πάντα με καθαρά ρουχαλάκια ντυμένη, με τα μαλλάκια χτενισμένα όμορφα και μια ζωντάνια μοναδική. «Το αρχοντόπουλο», έλεγε η συχωρεμένη η κυρά Σουλτάνα που έμενε απέναντί μας. Μόνη στον κόσμο, χωρίς παιδιά, συχνά με έπαιρνε στο σπίτι της για να μου πει παραμύθια. Στο σπίτι της όμως με έπαιρνε και η κυρία Μάχη, χήρα με δυο μεγάλα αγόρια. Αργότερα συγγενέψαμε, βάφτισε την εξαδέλφη μου. Εκεί, στο παλιό αρχοντικό τουρκικής αρχιτεκτονικής, έμελε να χάσω την παιδική μου αθωότητα, στα έξι μου χρόνια.
Η κουζινούλα του σπιτιού της κυρίας Μάχης ήταν σαν «κρεμαστή» γέφυρα. Καθόμουν στο ντιβάνι που υπήρχε μπροστά στο παράθυρο και από κάτω έβλεπα να περνά ο κόσμος και τα κάρα. Μετά από χρόνια άρχισαν να περνούν και κάποια αυτοκίνητα. Εκεί, κρεμασμένη στο παραθύρι, άκουγα τις ιστορίες και τα παραμύθια της κυρίας Μάχης, για να φάω. Αυτό το φαγητό, πάντα με κυνηγούσε σαν κατάρα. Σε κάποια στιγμή της ζωής μου, το μίσησα θανάσιμα…
Το σπίτι της κυρίας Μάχης ήταν για μένα ένας χώρος εξερεύνησης και μυστηρίου. Δε θυμάμαι τι δουλειά ακριβώς έκανε ο άνδρας της. Μάλλον ήταν ναυτικός. Είχε τόσο παράξενα αντικείμενα και πολύ ωραία αρχοντικά έπιπλα, που σα μαγνήτης με τραβούσαν και ήθελα να πηγαίνω συνέχεια στο σπίτι της για να τα χαζεύω, χωρίς όμως να αγγίζω τίποτα. Η μητέρα μου, μου είχε πει να μην πειράζω τίποτα!
Θυμάμαι ότι είχε ένα δωμάτιο, το σαλόνι θα ήταν, γεμάτο ακριβά κρύσταλλα και πολλά, πάρα πολλά κύπελλα και μετάλλια. Δεν καταλάβαινα τι ήταν αυτά. Ήταν όμως πολύ όμορφα και λαμποκοπούσαν. Αργότερα έμαθα ότι ο γιος της ήταν αθλητής και ότι αυτά ήταν τα μετάλλιά του, οι νίκες του. Τον θαύμαζα. Ήταν ένα γεροδεμένο ψηλό παλικάρι, πολύ όμορφο που έπαιζε μαζί μου με αγάπη. Τον άλλο της γιο δεν τον θυμάμαι πολύ. Θυμάμαι μόνο που όταν τους μάλωνε η μητέρα τους επειδή μιλούσαν πολύ την ώρα του φαγητού, αυτός της απαντούσε γελώντας: «Αν δεν μιλάμε μητέρα πώς θα χωνέψουμε!».
Πολλά πράγματα ξέχασα από τη ζωή μου, ίσως γιατί δεν ήθελα να τα θυμάμαι ή γιατί πάλι δεν μπορούσα να τα αντέξω. Αυτό το σπίτι όμως δεν το ξέχασα ποτέ. Ακόμη και σήμερα τριγυρνώ στα δωμάτιά του και στην πέτρινη, γεμάτη λουλούδια, αυλή του, αναζητώντας εκδίκηση. Σήμερα δεν υπάρχει τίποτε από την παλιά του αίγλη. Από το μυστήριο που μάγευε την ψυχή μου. Ένας τοίχος όλος κι όλος, μισό μέτρο από τη γη, έχει απομείνει και μια σιδερένια πόρτα που μόλις και μετά βίας φαίνεται μέσα απ’ τα χαλάσματα. Χάθηκαν όλοι. Κανείς δε γύρισε να διεκδικήσει την κληρονομιά του. Ήταν έξυπνοι, ήταν τυχεροί, η μοίρα τούς οδήγησε σε άλλους δρόμους; Ποιος ξέρει; Το κοριτσάκι των έξι χρόνων δεν τους ξέχασε ποτέ! Ίσως αυτοί να την ξέχασαν και ιδιαίτερα ο γιος, ο λεβέντης με τα πολλά μετάλλια!
Σε μια από εκείνες τις συχνές επισκέψεις στο σπίτι τής κυρίας Μάχης βρέθηκα μόνη με το γιο αθλητή που θαύμαζα. Με έβαλε στο ντιβάνι και άρχισε να με χαϊδεύει στα τρυφερά απόκρυφά μου μέρη. Μου έκλεισε με το μεγάλο του χέρι το στόμα, και μου είπε ότι δεν είναι τίποτα, ένα παιχνιδάκι θα παίξουμε, που θα μου αρέσει πολύ. Σαν τώρα θυμάμαι εκείνο το μεγάλο γεννητικό του όργανο που έβγαλε από το παντελόνι του και άρχισε να το τρίβει πάνω στην τρυφερή βελουδένια επιδερμίδα μου. Ήμουν μόλις έξι χρονών! Τον μισώ τόσο πολύ!
Το μυστικό μου, τον πόνο μου, δεν τον έμαθε κανείς μέχρι σήμερα. Έξι χρονών, και μπορούσα να κρατώ μυστικά!
Δεν ξαναπάτησα στο σπίτι τής κυρίας Μάχης από τη μέρα εκείνη. Δεν κατάλαβε ποτέ η δύστυχη γιατί δεν θέλησα να ξαναπάω σπίτι της. Κι όλο μου έταζε λαγούς με πετραχήλια. Τίποτε εγώ. Είχα μεγαλώσει απότομα.
Μου είχε πει ο γιος της, να μη πω τίποτα σε κανένα, γιατί κανείς δε θα με πίστευε και θα έτρωγα πολύ ξύλο. Σίγουρα θα με πίστευαν και δε θα έτρωγα ξύλο αν το έλεγα καθώς λίγες μέρες αργότερα τον συνέλαβε η αστυνομία για βιασμό μιας δωδεκάχρονης και μετά το ξύλο που έφαγε στην Ασφάλεια ομολόγησε ότι το είχε κάνει και σε άλλα έξι παιδιά. Δεν ξέρω ποια είναι, δεν θέλησα ποτέ να μάθω. Τον έκλεισαν φυλακή. Η κυρία Μάχη τα έλεγε στη μητέρα μου και έκλαιγε. Της έλεγε για το κακό που τη βρήκε. Εγώ άκουγα χωρίς να μιλώ. Οι γυναίκες νόμιζαν πως δεν καταλάβαινα για ποιο πράγμα μιλούσαν. Εγώ καταλάβαινα γιατί ακόμη πονούσα, στο σώμα και στην ψυχή. Μέχρι και σήμερα δεν βρήκα το κουράγιο να ομολογήσω σε κανένα πόσο οδυνηρό ήταν αυτό που πέρασα!
Ταρακουνήθηκε όλη μου η ύπαρξη, έχασα την ισορροπία μου. Είναι στιγμές που ακόμη και σήμερα νιώθω ότι είναι φοβερά εύκολο να χάσω τα λογικά μου. Σε κάθε δυσκολία τα πελαγώνω. Κλείνομαι στον εαυτό μου και μετρώ τις πληγές μου. Βυθίζομαι, πνίγομαι και μετά απεγνωσμένα προσπαθώ να αναδυθώ, ν’ ανασάνω! Κουράστηκα να αγωνίζομαι. Άλλωστε τι νόημα έχει. Όλοι νομίζουν ότι είμαι δυνατή!
Αργότερα στο σχολείο, είχα δάσκαλο τον τύπο εκείνο που είχε ερωτευτεί τη μητέρα μου, όταν ο πατέρας μου ήταν στρατιώτης. Χριστέ μου, πόσο ξύλο «έφαγα», απ’ αυτόν τον άνθρωπο! Ξύλο που δεν το ομολόγησα ποτέ στους γονείς μου, για να μην οξύνω τα πράγματα. Έπρεπε κι αυτόν να τον αντιμετωπίσω μόνη μου.
Ο έρωτας, αχ αυτός ο έρωτας, που με χίλιες μορφές έκανε τη ζωή μου κουρέλι. Κι ας ήμουν ακόμη παιδί. Όταν τα άλλα κορίτσια έπαιζαν με τις κούκλες, εγώ σα γυναίκα θα έπρεπε να προστατεύω την οικογένειά μου, το όνομά της, την αξιοπρέπειά της. Έτσι κι αλλιώς, εγώ δεν αισθανόμουν ότι είχα ποτέ αξιοπρέπεια, την είχα χάσει στα έξι μου χρόνια.
Πάντα στη ζωή μου ένα τραγικό γεγονός άλλαζε τη ρότα πλεύσης μου και με ωρίμαζε απότομα. Από το βιασμό που δέχθηκα, μέχρι τα συνταρακτικά γεγονότα που έμελλε να ακολουθήσουν στο διάβα της ζωής μου. Πάντα η ωρίμανση, που θα έφερνε και την πολυπόθητη γαλήνη στην ψυχή μου, περνούσε μέσα από πόνο ψυχής και σώματος.
Οι δυσκολίες δεν είχαν σταματημό στη ζωή μας.Τα δύσκολα και τραγικά γεγονότα προσπαθούσα επιδέξια να τα φυλακίζω σε κάποιο μέρος του μυαλού μου. Πίστευα ότι έτσι θα πονούσα λιγότερο. Αυτό συνέβη και με το θάνατο των γονιών μου. Η απώλειά τους αβάστακτη για όλους μας. Ακόμη δεν είμαι έτοιμη να μιλήσω για την ημέρα εκείνη. Την έκρυψα από το φως του ήλιου, την άφησα να περιπλανάται στα σκοτάδια του μυαλού μου. Αρνούμαι ακόμη και σήμερα να παραδεχτώ ότι τους έχασα.
Μετά το δυστύχημα, την απώλεια των γονιών μου προσπάθησαν να καλύψουν η νονά και ο νονός μου. Με αγάπησαν περισσότερο κι απ’ το παιδί τους, την κόρη τους τη Φρόσω. Η Φρόσω ήταν και εξακολουθεί να είναι αξιαγάπητη. Όχι μόνο λόγω της εκπληκτικής ομορφιάς της, αλλά και για το χιούμορ της, την ανθρωπιά της, το ζεστό χαμόγελό της και τη «μεγάλη» αγκαλιά της. Είχε εξάλλου να μοιάσει! Έτσι, πέρα από τον Κωστή, που εκείνο το διάστημα σπούδαζε στο εξωτερικό οικονομικά, απέκτησα και μια αδελφή, αλλά πάνω απ’ όλα μια πολύ καλή φίλη.
Ο νονός και η νονά ήταν τόσο απλοί και καλοί άνθρωποι, που όταν συνέβη το μοιραίο, με πήραν υπό την προστασία τους. «Το πνευματικό μας παιδί, θα είναι από εδώ και πέρα το δεύτερο παιδί μας» είπαν και στάθηκαν στο πλευρό μου σαν πραγματικοί γονείς.
Στην απόφασή τους αυτή συναίνεσαι και ο Κωστής ο οποίος και ανέλαβε τη διεύθυνση του μικρού ξενοδοχείου που διατηρούσε η οικογένειά μας, αφήνοντας στο περιθώριο τα όνειρά του. Δεν το σήκωνε η συνείδησή του να αφήσει το ξενοδοχείο να ρημάξει κι αυτός να αναζητήσει την τύχη του αλλού. Στρώθηκε στη δουλειά και όχι απλά το διατήρησε, αλλά και το αναβάθμισε, φέρνοντάς το πρώτο στις προτιμήσεις των πελατών. Τρία χρόνια αργότερα, ζήτησε το «χέρι» της Φρόσως από το νονό και τη νονά μου, κι αυτοί του το έδωσαν, μαζί με τις ευχές τους. Κι έτσι μεγάλωσα κοντά σε ανθρώπους που μ’ αγαπούσαν και μου το έδειχναν με κάθε τρόπο.
Ο αδελφός μου ήταν αυτός που επέμενε ότι έπρεπε να συνεχίσω τις σπουδές μου, να κυνηγήσω τα όνειρά μου και να μη σκεφτώ ούτε στιγμή τα έξοδα. Η δουλειά πήγαινε πολύ καλά. Εξάλλου, μερίδιο του ξενοδοχείου μού ανήκε δικαιωματικά, αν και του είπα ότι δεν επιθυμώ μερίδιο από την περιουσία των γονιών μας. Έτσι κι αλλιώς, τα όνειρά μου δεν είχαν να κάνουν με επιχειρήσεις και ξενοδοχεία. Είχα μεράκι με την Αρχαιολογία. Διάβαζα ασταμάτητα ό,τι έπεφτε στα χέρια μου. Στο σχολείο ήμουν από τις πρώτες μαθήτριες. Κατάφερα να περάσω στην Αρχαιολογική Σχολή της Θεσσαλονίκης. Επιμελής και στο Πανεπιστήμιο το τελείωσα με βαθμό οκτώ, για να συνεχίσω μεταπτυχιακές σπουδές στη Βυζαντινή Ιστορία. Ένας άλλος κλάδος που με συγκινούσε ιδιαίτερα. Ταξίδεψα σε πολλές χώρες, παρακολούθησα πολλά σεμινάρια. Έλαβα μέρος σε διάφορες έρευνες ανασκαφών. Κάποια στιγμή μού πρότειναν να ασχοληθώ και με τα κοινά, αλλά απέρριψα αμέσως την πρόταση. Δεν ήμουν για τέτοια. Δεν μπορούσα ούτε τις δεσμεύσεις, ούτε τις υποσχέσεις.
Πάντα μού άρεσαν τα ταξίδια και δεν είχα σκοπό να τα εγκαταλείψω τόσο σύντομα βάζοντας άλλες προτεραιότητες. Μετά ήρθαν και τα βιβλία. Η άλλη μεγάλη αγάπη της ζωής μου. Ξεκίνησα με τη συγγραφή ταξιδιωτικών εγχειριδίων και στη συνέχεια εξέδωσα το πρώτο μου μυθιστόρημα το οποία έτυχε πολύ καλών κριτικών. Χάρη τελικά σ’ αυτό το βιβλίο γνώρισα και τον Τζων. Ίσως κάτω από άλλες συνθήκες να μην είχαμε γνωριστεί ποτέ. Μια γνωριμία που έμελε ν’ αλλάξει ριζικά τον τρόπο της σκέψης μου, αλλά και να γεμίσει με έρωτα τη ζωή μου. Έρωτα μοναδικό, εφηβικό, από εκείνους που δεν μπορείς να τους ελέγξεις, που σε συνεπαίρνουν, αλλά και σε τσακίζουν αλύπητα.
Δεν είμαι καμιά άβγαλτη, ούτε και παιδούλα. Στα τριανταπέντε μου χρόνια είχα αρκετές εμπειρίες. Καμιά όμως απ’ αυτές τις εμπειρίες δεν ήταν ικανή για να λάβει τον τίτλο της μοναδικής, της ανεπανάληπτης. Ερωτεύτηκα τον Τζων με την πρώτη ματιά. Είχα την αίσθηση ότι τον γνώριζα από πάντα, ότι ήταν το κισμέτ, το πεπρωμένο μου, ότι είχαμε συναντηθεί σε κάποια προηγούμενη ζωή, ότι η ασημένια κλωστή που μας είχε ενώσει μάς κρατούσε φυλακισμένους στο όνειρο της πιο ζηλευτής αγάπης».

 

 

 

 

 

2

 

 

Ο κόσμος είχε αρχίσει σιγά- σιγά να συγκεντρώνεται στη μεγάλη αίθουσα του Πνευματικού Κέντρου «Π. Μελά», για την παρουσίαση του βιβλίου τής Έλλης Παυλίδη. Μετά την πολλή επιτυχημένη παρουσίαση στην Θεσσαλονίκη και την Αθήνα, ο εκδοτικός οίκος «ΛΕΩΝ» παρουσίαζε το απόγευμα της πρώτης Κυριακής του Δεκέμβρη του 1999, το κοινωνικό μυθιστόρημα τής Έλλης Παυλίδη στη γενέτειρά της, μετά από επιθυμία τής ιδίας. Η Έλλη μπορεί ν’ απουσίαζε αρκετά χρόνια από την πόλη που γεννήθηκε και μεγάλωσε, ωστόσο διατηρούσε δεσμούς με τους συντοπίτες της. Αποτελούσαν γι’ αυτήν σημείο αναφοράς. Ήταν πάντα παρούσα σε κάθε αίτημά τους, επειδή μέσα από τη δουλειά της είχε δεκάδες προσβάσεις σε υψηλόβαθμα στελέχη, εντός και εκτός χώρας.
Στην παρουσίαση αναμενόταν να προσέλθει πολύς κόσμος, από στελέχη της τοπικής αυτοδιοίκησης, έως βουλευτές και τοπικοί φορείς. Βέβαια, δεν μπορούσαν να απουσιάζουν οι φίλοι και συμμαθητές της από το σχολείο, όπως και τα συγγενικά της πρόσωπα.
Το πρώτο της βιβλίο με τίτλο «Κόντρα στο ρεύμα» διαπραγματευόταν τη ζωή μιας νεαρής γυναίκας, η οποία μετά από ένα επώδυνο διαζύγιο, προσπαθούσε να σταθεί στα πόδια της, να χαράξει τη δική της πορεία, κόντρα στα θέλω του ανδρικού πληθυσμού και στα προσχηματικά πρέπει. Ένας αγώνας θάρρους και πείσματος για τα δικά της θέλω, τα δικά της πρέπει, τη δική της επιβίωση και επικράτηση, σ’ έναν ανδροκρατούμενο χώρο. Οι κριτικές ήταν ήδη πολύ ενθαρρυντικές, αν και η θεματολογία του βιβλίου δεν ήταν ιδιαίτερα πρωτότυπη. Ωστόσο, ο τρόπος και η οπτική γωνία μέσα από την οποία παρουσίαζε το θέμα η Έλλη Παυλίδη, όχι απλά κέρδισε το γυναικείο αναγνωστικό κοινό, αλλά προβλημάτισε και τους πλέον σκληροπυρηνικούς έως και μισογύνηδες άνδρες, που σε πείσμα των καιρών εξακολουθούσαν στη χαραυγή του 21ου αιώνα να βλέπουν επιφυλακτικά την είσοδο των γυναικών στην οικονομική, πολιτική και κοινωνική ζωή του τόπου.
Την παρουσίαση του βιβλίου θα έκανε μια πολύ καλή φίλη της Έλλης από τα γυμνασιακά τους χρόνια, η Δώρα Κοσμίδου, Φιλόλογος στο επάγγελμα, ενώ για το βιβλίο θα μιλούσαν ο Δήμαρχος της πόλης, και δύο τοπικοί συγγραφείς. Ο ένας εξ αυτών υπήρξε και καθηγητής της στο Λύκειο.
Η ώρα πλησίαζε επτά το απόγευμα και η αίθουσα του Πνευματικού Κέντρου είχε γεμίσει ασφυκτικά. Η Έλλη συγκινημένη από την ανταπόκριση του κόσμου, αφού τους καλωσόρισε όλους, γνωστούς και μη, μ’ ένα εγκάρδιο χαμόγελο, κάθισε στη θέση της στο πάνελ μαζί με τους παρουσιαστές για να ξεκινήσει η εκδήλωση. Το κοινό παρακολουθούσε σιωπηλό και με ιδιαίτερο ενδιαφέρον τις αναλύσεις των παρουσιαστών και στο τέλος τους χειροκρότησε θερμά. Τα σχόλια, όλα κολακευτικά και επαινετικά. Μπορεί η ηρωίδα του μυθιστορήματος να μιλούσε με αρκετά σκληρά λόγια για τον ανδρικό πληθυσμό, αλλά κανείς δεν αμφισβήτησε το γεγονός ότι στη ζωή τίποτε δε χαρίζεται, ότι όλα με κόπους αποκτώνται, είτε ο χώρος είναι ανδροκρατούμενος, είτε όχι. Εξάλλου, δεν είναι το φύλο του ανθρώπου που καθορίζει την ποιότητα της παιδείας και της εκπαίδευσης που θα λάβει, αν και συχνά πυκνά χρησιμοποιείται από κάποιους ως πρόσχημα της όποιας αποτυχίας τους.
Η συγκίνηση αλλά και η ικανοποίηση για την έκβαση τής παρουσίασης ήταν χαραγμένη στο όμορφο και λαμπερό πρόσωπο τής Έλλης, η οποία παρά το γεγονός ότι κουβαλούσε τριανταπέντε Μάηδες στην πλάτη της, φαινόταν σαν παιδούλα, με τα μακριά ξανθά μαλλιά και τα λεπτοκαμωμένα χαρακτηριστικά του προσώπου της.
Μετά από μιάμιση ώρα σιωπής και προσήλωσης, η αίθουσα πλημμύρισε από φωνές, γέλια, φιλιά και αγκαλιές. Όλοι έσπευσαν να τη συγχαρούν και να της ζητήσουν να τους υπογράψει το βιβλίο. Και φυσικά η Έλλη, με περισσή ευχαρίστηση δεν αρνήθηκε τίποτα σε κανένα. Φωτογραφήθηκε με όσους τής το ζήτησαν, ευχαρίστησε όλους για τα θετικά τους σχόλια, αλλά και για την αγάπη τους, που πόσο απλόχερά της την προσέφεραν.
Μοναδική «πληγή» για την Έλλη ήταν η απουσία των γονιών της απ’ όλες τις μεγάλες και σημαντικές στιγμές της ζωής της. Παρά το γεγονός ότι είχαν περάσει πάνω από δύο δεκαετίες από τον χαμό τους, η απουσία τους ήταν πάντα αισθητή. Είχε την ανάγκη να μοιραστεί μαζί τους τα όνειρά της και τις επιτυχίες της. Ήξερε ότι θα ήσαν πολύ υπερήφανοι γι’ αυτήν. Θα καμάρωναν που το ανήσυχο και ζαβολιάρικο κοριτσάκι τους είχε καταφέρει να κάνει τόσα πολλά πράγματα στη ζωή του. Μετά τους δύο ταξιδιωτικούς οδηγούς που είχε εκδώσει από τις περιπλανήσεις της σε Ευρώπη και Αφρική, παρουσίαζε το πρώτο της μυθιστόρημα, που όπως όλα έδειχναν δεν θα ήταν και το τελευταίο. Δυστυχώς όμως η ζωή είχε επιλέξει να είναι απόντες και οι δύο. Το κενό τους αναπλήρωνε με το παραπάνω ο αδελφός της ο Κωστής, ο οποίος και είχε αναλάβει τη διοργάνωση της παρουσίασης και φυσικά το αποτέλεσμα ήταν πέραν του δέοντος ικανοποιητικό.
«Αδελφούλα μου, τα συγχαρητήριά μου. Πάντα πίστευα σε σένα και πάντα μ’ έβγαζες ασπροπρόσωπο» της είπε ο Κωστής και την αγκάλιασε με τον δικό του μοναδικό, τρυφερό και ζεστό τρόπο.
«Να σου συστήσω τον κύριο Τζων Μπράουν. Είναι πελάτης μας στο ξενοδοχείο και όταν έμαθε για την παρουσίαση, ζήτησε να έρθει μαζί μου γιατί είχε ακούσει για το βιβλίο σου στη Θεσσαλονίκη και ήθελε να σε γνωρίσει από κοντά», πρόσθεσε ο Κωστής.
«Κυρία Παυλίδη, γοητευμένος. Δεχθείτε τα θερμά μου συγχαρητήρια. Μαγέψατε το κοινό με το συγγραφικό σας ταλέντο και την εξαίσια φωνή σας», συμπλήρωσε ο άγνωστος λυγερόκορμος καλεσμένος με ένα πλατύ χαμόγελο, και υποκλίθηκε με λεπτότητα μπροστά της.
Η Έλλη αν και έμπειρη στις φιλοφρονήσεις, ένοιωσε το κορμί της να μυρμηγκιάζει. Έμεινε αποσβολωμένη να κοιτά αυτό το άγνωστο και συνάμα τόσο οικείο γι’ αυτήν πρόσωπο. Δε φημιζόταν για τον αυθορμητισμό της, τουλάχιστον τα τελευταία χρόνια καθώς οι επανωτές ερωτικές αποτυχίες την είχαν κάνει αρκετά απόμακρη και επιφυλακτική. Εκεί που είχε πάρει την απόφαση να αφοσιωθεί στη δουλειά της, στα δεκάδες σχέδια που είχε στο μυαλό της, στην αστείρευτη δημιουργικότητά της που αναζητούσε γόνιμο έδαφος για να καρποφορήσει, εμφανίστηκε μπροστά της ο Τζων Μπράουν. Ξύπνησε τη γυναικεία φιλαρέσκειά της, αν και το ένστικτό της της έλεγε ότι δεν ήταν τυχαία η συνάντηση αυτή. Ο άνθρωπος αυτός θα έπαιζε σημαντικό ρόλο στη ζωή της, το ένιωθε. Το πόσο σημαντικό, δεν μπορούσε να το φανταστεί, όπως δεν μπορούσε να αντισταθεί στη γοητεία του. Ξέχασε τις υποσχέσεις και τους όρκους που έδωσε στον εαυτό της και άφησε να κυλήσει στο αίμα της, η ηδονή τής παιδούλας που πρωτογνωρίζει τον έρωτα.
«Σας ευχαριστώ πολύ κύριε Μπράουν» είπε αμήχανα η Έλλη.
«Θα μου υπογράψετε το βιβλίο σας;»
«Μα φυσικά, τιμή μου» είπε η Έλλη. Έμεινε για λίγο μετέωρη, αναποφάσιστη. Κούνησε με αβεβαιότητα το στυλό της και μειδιάζοντας έγραψε: «Εύχομαι η χαραυγή της νέας χιλιετίας να σας επιφυλάξει μοναδικές αξέχαστες στιγμές, επαγγελματική άνοδο, υγεία και ευτυχία όπως εσείς τη θέλετε, τη ζητάτε και την επιδιώκετε».
Ασυνήθιστη αφιέρωση, περισσότερο έμοιαζε με πρόκληση, αλλά δεν την ένοιαζε, μάλλον την επιδίωκε. Έκλεισε το βιβλίο και του το έδωσε αποφεύγοντας να τον κοιτάξει στα μάτια. Ένοιωσε τα μάγουλά της να πυρώνουν, κι ένα κύμα καυτής μάζας αέρα να της κόβει την ανάσα. Προσπάθησε να κρατήσει την ψυχραιμία της, να το παίξει άνετη και αδιάφορη. Συνέχισε να υπογράφει τα βιβλία της μηχανικά «Στον κύριο ... με εκτίμηση…». Έδειχνε χαρούμενη κι ευγενική με τον κόσμο που την τίμησε με την παρουσία του, αλλά τα μάτια της συνεχώς έψαχναν μέσα στο πλήθος τον Τζων. Ένοιωσε ανακούφιση όταν τον αντίκρισε σε μια γωνιά της αίθουσας να συζητά με τον αδελφό της.
Ο κόσμος είχε αρχίσει σιγά- σιγά να λιγοστεύει, μέχρι που έμειναν στην μεγάλη αίθουσα μόνο η Έλλη, ο αδελφός της και ο Τζων Μπράουν.
«Τι θα λέγατε να πηγαίναμε για ένα ποτό, να γιορτάσουμε την επιτυχία σας κυρία Παυλίδη,» πρότεινε ο Τζων.
Τα δυο αδέλφια δέχτηκαν την πρόσκληση χωρίς δεύτερη σκέψη. «Αν δεν το πρότεινε αυτός, θα το πρότεινα εγώ», σκέφτηκε η Έλλη και χαμογέλασε. Δεν μπορούσε να κρύψει τον ενθουσιασμό της, ωστόσο μπορούσε να τον δικαιολογήσει, προφασιζόμενη την αίσια έκβαση της εκδήλωσης. Και ο Κωστής είχε συμπαθήσει τον Τζων. Αν και δεν γνώριζε τίποτε γι’ αυτόν, τον έβρισκε πολύ ενδιαφέροντα άνθρωπο και κάτι του έλεγε ότι θα γίνονταν με τον καιρό, καλοί φίλοι.
Έδωσαν ραντεβού για τις ένδεκα το βράδυ και γύρισαν όλοι μαζί στο ξενοδοχείο για να φρεσκαριστούν. Στη διαδρομή που δεν κράτησε περισσότερο από δέκα λεπτά έγιναν και οι επιπλέον συστάσεις. Ο Τζον Μπράουν τους ανέφερε αόριστα ότι επισκέφθηκε την πόλη τους για επαγγελματικούς λόγους, αποφεύγοντας να δώσει λεπτομέρειες, ενώ κανένα από τα αδέλφια δεν ένοιωσε την ανάγκη να ρωτήσει ή να μάθει τι είδους δουλειές μπορεί να είχε ένας σύμβουλος μιας από τις μεγαλύτερες πολυεθνικές του κόσμου, σε μια μικρή επαρχιακή πόλη. Για έναν ανεξήγητο λόγο, τόσο η Έλλη, όσο και ο αδελφός της, ένοιωθαν σαν να γνώριζαν από πάντα τον Τζων.
Η βραδιά κύλησε όμορφα και η συζήτηση περιστράφηκε γύρω από πολλά και ενδιαφέροντα θέματα, που τέθηκαν προς συζήτηση απ’ όλους. Μίλησαν για τα πάντα εκτός από αυτά που πραγματικά θα ήθελαν να πουν. Ο Τζων και η Έλλη προσπάθησαν να κρατήσουν τους τύπους, αν και γνώριζαν πολύ καλά και οι δύο, ότι δε θα το κατάφερναν για πολύ ακόμη. Η έλξη μεταξύ τους ήταν εμφανής και φυσικά αντιληπτή και από το Κωστή.
Την άλλη μέρα το πρωί, η Έλλη δέχθηκε μια υπέροχη ανθοδέσμη από κόκκινα τριαντάφυλλα που συνοδεύονταν από μια πρόσκληση σε γεύμα.
Κοίταξε το ρολόι της. Ήταν περασμένες έντεκα. Δεν είχε πολύ χρόνο στη διάθεσή της. Έπρεπε να ετοιμαστεί. Να κάνει μπάνιο, να χτενίσει τα μαλλιά της, να δει τι θα φορέσει. Ξαφνικά είχε ξυπνήσει μέσα της η γυναικεία φιλαρέσκεια, και ρίχνοντας μια ματιά στην ντουλάπα της ανακάλυψε ότι κανένα από τα φορέματά της δεν ήταν κατάλληλο για την έξοδο ή δεν της άρεσαν.
Η ώρα κυλούσε επικίνδυνα γρήγορα και αυτή μπροστά στον καθρέπτη δοκίμαζε μπλούζες, παντελόνια, φορέματα, αδυνατώντας να αποφασίσει τι θα φορέσει. Τελικά γύρω στη μία το μεσημέρι, αγανακτισμένη με τον εαυτό της, για την πολύτιμη ώρα που έφαγε μπροστά στον καθρέπτη, φόρεσε ένα τζιν παντελόνι με μια σιέλ ζιβάγκο μπλούζα, πήρε το πανωφόρι της και κατέβηκε στη ρεσεψιόν. Ο Τζων ήταν ήδη εκεί και μετά τις τυπικές χαιρετούρες και τις ευχαριστίες για την υπέροχη ανθοδέσμη, ξεκίνησαν.
«Έλλη επειδή δε γνωρίζω που θα μπορούσαμε να πάμε αφήνω σε σένα την πρωτοβουλία» της είπε.
Η αλήθεια είναι ότι ούτε και η ίδια γνώριζε και πολλά από χώρους διασκέδασης, μιας και απουσίαζε πολλά χρόνια και κάθε φορά που επέστρεφε την πόλη της, ανακάλυπτε πόσο γρήγορα άλλαζε. Ευτυχώς πάντα προς το καλύτερο. Παρ’ όλα αυτά το παραδοσιακό ταβερνάκι δίπλα στο άλσος της Παναγιάς, ήταν πάντα εκεί, με μοναδικές νοστιμιές και οικογενειακό σέρβις, που «σκλάβωνε» τους πελάτες.
Ο διάκοσμος της μικρής συμπαθητικής ταβέρνας, άρεσε πολύ στον Τζων. Οι πίνακες από την παλιά Θεσσαλονίκη που στόλιζαν τους τοίχους, του θύμισαν στιγμές από τα όμορφα εφηβικά του χρόνια. Τα τραπέζια με τα χειροποίητα στρωμένα τραπεζομάντιλα, και οι πλεκτές στο χέρι κουρτίνες, που σχημάτιζαν μπουκέτα από λουλούδια, ανέδυαν το άρωμα ενός ζεστού φιλόξενου σπιτιού, κι όχι την τσίκνα μιας απρόσωπης παραδοσιακής ταβέρνας. Οι γλάστρες με τα ανθισμένα Αλεξανδρινά, στα περβάζια των παραθύρων, προδιέθεταν τον ερχομό των Χριστουγέννων. Λίγες μέρες απέμεναν για την μεγάλη γιορτή της Χριστιανοσύνης και ήδη οι δρόμοι και οι πλατείες είχαν στολιστεί με πολύχρωμα λαμπιόνια, δίνοντας μια άλλη μοναδική αίσθηση γιορτής και χαράς, σαν αυτή που πλημύριζε την ψυχή της Έλλης το τελευταίο εικοσιτετράωρο.
Δεν χρειάστηκε πολύ για να σπάσει ο πάγος. Η έλξη, άλλωστε, ήταν αμοιβαία από την πρώτη στιγμή. Η Έλλη βρήκε στο πρόσωπο του Τζων έναν πολύ καλόν συνομιλητή, έναν άνθρωπο που μπορούσε να ερεθίσει το πνεύμα της και να δώσει απαντήσεις στις ατέρμονες πνευματικές της αναζητήσεις. Και ο Τζων, από την άλλη, έβλεπε στο πρόσωπο της Έλλης μια έξυπνη και δραστήρια γυναίκα που ήξερε να κρατά ζωντανό το ενδιαφέρον του άνδρα που της ενδιέφερε. Την έβρισκε ιδιαίτερα ενδιαφέρουσα, καθόλου βαρετή και θα μπορούσε να πει ότι η διαφορετικότητά της, την οποία είχε παρατηρήσει από την πρώτη στιγμή, την έκανε μοναδική. Διαβάζοντας το βιβλίο της, αλλά και αργότερα όταν την πρωτοαντίκρισε στην παρουσίαση τού, διαισθάνθηκε ότι η γυναίκα αυτή ήξερε να αγαπά και να δίνεται, χωρίς να κρατά τίποτε για τον εαυτό της, χωρίς να ζητά ανταλλάγματα. Ήταν ρομαντική και ταυτόχρονα απόλυτη, ανυποχώρητη εκεί που έπρεπε, όπου χρειαζόταν. Την έβλεπε σαν πρόκληση, αλλά και σαν απειλή…
Ο διάκοσμος της παραδοσιακής ταβέρνας, το καλό χύμα κρασάκι, τα βαθυπράσινα μάτια της Έλλης, το χαμόγελό της, ο τρόπος με τον οποίο έγερνε ελαφρά το κεφάλι, ήταν αρκετά για να χαλαρώσουν τον Τζων και να ξεδιπλώσει σημαντικές πτυχές της ζωής του, κάτι που δεν το έκανε συχνά και μάλιστα σε ανθρώπους που δεν γνώριζε τόσο καλά. Της ανέφερε ότι έμενε στην Αμερική, ότι ταξίδευε συχνά στην Ελλάδα και την Γερμανία, για επαγγελματικούς κυρίως λόγους, ότι είχε σπουδάσει Νομική στη Θεσσαλονίκη, τόπο καταγωγής τής μητέρας του, ενώ στη συνέχεια αναζήτησε την τύχη του στην Αμερική, εκεί όπου έζησε τα πρώτα χρόνια της ζωής του. Τα καλοκαίρια πάντα επισκεπτόταν την Ελλάδα, για να δει τη μητέρα του και τους συγγενείς του. Είχε παντρευτεί στην Αμερική και είχε δύο γιούς. Με τη γυναίκα του, της είπε, πως χώρισαν πρόσφατα, αλλά παρέλειψε να αναφέρει τους λόγους.
«Τυπικές συστάσεις, σχεδόν τηλεγραφικές, με αρκετή δόση αμηχανίας, λες και βρίσκεται σε interview», σκέφτηκε η Έλλη. Όχι πως δεν ήθελε να μάθει ποιος είναι και από πού κρατά η σκούφια του, αλλά περισσότερο ενδιαφερόταν να γνωρίσει τον άνθρωπο και την ψυχή του, να αγγίξει τις λεπτές χορδές του. Δεν μπορούσε να αρνηθεί, ούτε να παραβλέψει το γεγονός ότι ασκούσε πάνω της μια περίεργη γοητεία. Ήταν πρόθυμη να του δοθεί ψυχή τε και σώματι, να αφεθεί στα χάδια του.
«Τζων, αν δεν είμαι αδιάκριτη τι σε έφερε εδώ; Σίγουρα δε θα πρόκειται για δουλειές όπως είπες. Αν θέλεις βέβαια μου λες. Νομίζω όμως ότι θα ήταν καλύτερα και για τους δυο μας…» είπε κάποια στιγμή η Έλλη διακόπτοντας τον Τζων από την τυπική διαδικασία « ανάγνωσης» του «βιογραφικού» του.
«Κατανοώ την επιφυλακτικότητά σου. Δε με γνωρίζεις και όλα αυτά μπορεί να ακούγονται περίεργα. Όμως δεν έχω σκοπό να σου πω κανένα ψέμα. Δε σου αξίζει» της απάντησε φιλώντας ευγενικά το χέρι της. «Σε δυο μέρες θα φύγω για τη Θεσσαλονίκη, έχω κάτι δουλειές να τελειώσω. Θα γυρίσω όμως σύντομα», συνέχισε.
Απέφυγε να της πει πότε ακριβώς. Απλά έσκυψε και την φίλησε απαλά και τρυφερά, αυτή τη φορά όμως στα χείλη. Η Έλλη ένοιωσε να χάνει τη γη κάτω από τα πόδια της.
«Κάνε Θεέ μου να είναι το άλλο μου μισό. Αυτό που χρόνια αναζητούσα!» σκέφτηκε. Δε χρειαζόταν να πει ή να κάνει κάτι. Δε χρειαζόταν να παλέψει για την αγάπη του. Ήξερε, ήταν βέβαιη ότι τα ίδια αισθήματα έτρεφε κι αυτός για κείνη, κι ας είχαν γνωριστεί μόλις πριν από ένα εικοσιτετράωρο. Το έβλεπε στο πρόσωπό του, στο καθάριο βλέμμα του. Τον πίστεψε ή θέλησε να τον πιστέψει. Άλλωστε είχε στη διάθεση της άλλες δύο μέρες και δεν είχε σκοπό να τις αφήσει να περάσουν έτσι. Θα έκανε κάθε προσπάθεια να γνωρίσει καλύτερα τον άνθρωπο που τρύπωσε απρόσκλητος στη ζωή της, αν και η λογική της τής έλεγε ότι η σχέση αυτή μπορεί να ήταν απλά ένα ταξίδι, μια στάση, ότι οι δρόμοι τους θα χώριζαν, ότι πιθανόν να μη ξανάσμιγαν ποτέ. Παρόλα αυτά, ήθελε να ζήσει μαζί του την κάθε στιγμή, καλή ή κακή. Ήθελε να γίνει για άλλη μια φορά «μεγαλόψυχη», απέναντι στη ζωή και στον έρωτα. Και που ξέρεις ίσως τελικά και να μην έφευγε…

 

Αφού απόλαυσαν το φαγητό τους, η Έλλη του πρότεινε να πάνε μια βόλτα στο κέντρο της πόλης κι αυτός αποδέχθηκε πρόθυμα. Τελικά ο δρόμος τούς έβγαλε στο Δημοτικό Κήπο, μια τεράστια καταπράσινη έκταση, με σιντριβάνια και ζωολογικό κήπο, μια όαση στην καρδιά τής πολύβουης πόλης. Κάθισαν στον εξωτερικό χώρο της δημοτικής καφετέριας, κάτω από τα μεγάλα, γέρικα πλατάνια. Ο αρκετά ζεστός καιρός για την εποχή ήταν μια πρόκληση. Παρήγγειλλαν από μια ζεστή σοκολάτα και αφέθηκαν στο χάδι του χειμωνιάτικου ήλιου λίγο πριν βουτήξει πίσω από τα ψηλά βουνά, ακολουθώντας αιώνες τώρα την ίδια διαδρομή.
«Τζων, μίλησέ μου για τη ζωή σου, για τα παιδικά σου χρόνια.»
«Τι θέλεις να μάθεις Έλλη;»
«Τα πάντα», του απάντησε «ή όσα θέλεις να μου πεις, γιατί στην πορεία θα μου τα πεις όλα…», συμπλήρωσε γελώντας.
«Εσείς οι γυναίκες πάντα ξέρετε να παίρνετε αυτό που θέλετε, με τον έναν ή με τον άλλο τρόπο… ΟΚ λοιπόν θα σου πω με έναν όρο…»
«Αν και δε μου αρέσουν οι όροι… στην περίπτωσή σου θα κάνω μια εξαίρεση», απάντησε ευδιάθετα η Έλλη και η «συμφωνία» έκλεισε με υπονοούμενα, και από τις δύο πλευρές.
«Λοιπόν…», είπε ο Τζων ρουφώντας λίγη από τη ζεστή σοκολάτα του, «εξαιρετική… σαν και σένα…!»
«Λοιπόν;» επανέλαβε με αγωνία η Έλλη, «δώσε κλώστο να γυρίσει παραμύθι να αρχινίσει… κι άσε τις υπεκφυγές!»
«Είσαι και ανυπόμονη… Λοιπόν. Μεγάλωσα στην Αμερική. Η μητέρα μου ήταν Ελληνίδα και ο πατέρας μου Αμερικάνος. Λέω ήταν, γιατί δεν είναι πλέον στη ζωή και οι δύο. Γνωρίστηκαν στην Ελλάδα, όταν ο πατέρας μου υπηρετούσε ως αξιωματικός στο ΝΑΤΟ. Πέρασα όμορφα παιδικά χρόνια. Ο πατέρας μου αγαπούσε πάρα πολύ τη μητέρα μου και δεν της χαλούσε κανένα χατίρι. Δυστυχώς όμως τον χάσαμε γρήγορα. Πέθανε πολύ νέος από καρκίνο. Τότε η μητέρα μου, μη έχοντας κανένα στήριγμα στα ξένα, πήρε την απόφαση να γυρίσει πίσω, στους γονείς της, που ζούσαν στη Θεσσαλονίκη. Στην αρχή η προσαρμογή ήταν δύσκολη γι’ αυτήν. Άλλες συνήθειες, άλλες νοοτροπίες, άλλος τρόπος ζωής. Υπήρχε όμως πολύ αγάπη και από τις δύο πλευρές και τα εμπόδια ξεπεράστηκαν γρήγορα.
Όταν έγινα 15 χρονών η μητέρα μου αποφάσισε να ξαναπαντρευτεί. Ήταν πολύ νέα ακόμη για να μείνει μόνη στη ζωή. Εγώ μεγάλωνα, ο παππούς και η γιαγιά ήδη ήταν ηλικιωμένοι, έπρεπε να αποκτήσει ένα στήριγμα, ένα αποκούμπι.
Ο κύριος Γιώργος ήταν ένας καλοκάγαθος άνθρωπος, είχε και τον τρόπο του. Και για να πω και όλη την αλήθεια, στάθηκε στο πλευρό της μάνας μου σαν πραγματικός σύντροφος και σε μένα σαν πραγματικός πατέρας. Εκείνο που έντονα θυμάμαι απ’ αυτόν, είναι τα σαββατοκύριακα που πηγαίναμε για ψάρεμα. Περισσότερο περνούσαμε την ώρα μας κουβεντιάζοντας, για ότι μπορείς να φανταστείς, παρά ψαρεύαμε. Πάντως στο σπίτι επιστρέφαμε πάντα με ψάρια… τα αγοράζαμε φρεσκότατα από τα καΐκια που γύριζαν φορτωμένα, με λογιών- λογιών ψάρια! Ήταν το μικρό μας μυστικό. Κλείναμε ο ένας το μάτι στον άλλο και κρυφογελούσαμε με την μικρή μας αταξία. Η μητέρα μου σίγουρα καταλάβαινε τι σκαρώναμε, αλλά ποτέ δεν είπε κουβέντα. Κάθε φορά που γυρνούσαμε κουβαλώντας τη δήθεν ψαριά μας, έλεγε: «Ω! μπράβο Γιώργο, πάλι έπιασες ωραία ψάρια!» και έστηνε τη φουφού για να τα ψήσουμε. Στο τσιμπούσι που ακολουθούσε με τσιπουράκι, συμμετείχαν και κανά δυο γείτονες, φίλοι καλοί. Ο ένας προσέτρεχε στη χαρά και στον πόνο του άλλου. Μια πόρτα ήταν τα σπίτια μας. Εδώ που τα λέμε, μια πόρτα ήταν τα σπίτια όλων στη γειτονιά που ζούσαμε. Μικρά προσφυγικά σπιτάκια, άλλα μονώροφα, κι άλλα διώροφα. Πρόσφυγες και οι παππούδες μου εγκαταστάθηκαν στην περιοχή της Νεάπολης. Με κόπο και προσευχή στέγασαν τα όνειρα και τις προσδοκίες τους στις μικρές καμαρούλες, «στολισμένες» όμως από την αγάπη και την ανθρωπιά τους.
Ο παππούς μου ήταν τσαγκάρης και η γιαγιά μου μοδίστρα. Έκαναν μόνο ένα παιδί, τη μάνα μου, τη Βασιλική. Όταν αυτή ερωτεύτηκε τον πατέρα μου και τους ανακοίνωσε ότι θα τον παντρευτεί και θα φύγει μαζί του στην Αμερική, η αρχική χαρά έδωσε τη θέση της στη λύπη. Από τη μια χαίρονταν για το παιδί τους και ήθελαν να το δουν ευτυχισμένο, κι απ’ την άλλη ένοιωθαν ότι θα έχαναν το μοναχοπαίδι τους.
Ο πατέρας μου ήταν ένας λεβέντης! Ψηλός, ξανθός με ένα πλατύ χαμόγελο. Υποσχέθηκε στον παππού και στη γιαγιά ότι κάθε χρόνο θα έφερνε στην Ελλάδα την κόρη τους, για να την βλέπουν. Κράτησε την υπόσχεσή του. Μόνο, όπως σου είπα, τον χάσαμε πολύ γρήγορα. Μόνο 15 χρόνια έζησαν μαζί. Τουλάχιστον ήταν ευτυχισμένα αυτά τα χρόνια.
Όταν γυρίσαμε από την Αμερική εγώ ήμουν 10 χρονών. Πέντε χρόνια αργότερα, μια γειτόνισσα έφερε στη μητέρα μου το προξενιό για τον κύριο Γιώργο. Στην αρχή η Βασιλική δεν ήθελε να ακούσει κουβέντα. Σιγά σιγά όμως πείστηκε.
Δεν είδα ποτέ το πρόσωπο της μάνας μου φωτεινό και ευτυχισμένο όπως όταν ήταν στην Αμερική, δίπλα στον άνθρωπο που ερωτεύτηκε και ακολούθησε στην άλλη άκρη της γης. Ωστόσο, τίμησε με το παραπάνω τον Γιώργο. Ήταν καλός άνθρωπος. Την πρόσεχε σαν τα μάτια του. Δυστυχώς δεν έκαναν παιδιά, αν και θα ήθελα πάρα πολύ να έχω έναν αδελφό ή μία αδελφή. Μεγάλωσα μόνος κι αυτό με βαραίνει.
Ο Γιώργος υπήρξε για μένα και πατέρας και φίλος. Είχε ένα επίπεδο και μια κουλτούρα τόσο διαφορετική, τόσο ξεχωριστή για τα δεδομένα της εποχής! Και να φανταστείς δεν είχε τύχει και της ανάλογης εκπαίδευσης. Συχνά έλεγε: «εγώ σπούδασα στο πεζοδρόμιο. Εκεί ακούς και μαθαίνεις περισσότερα από οποιοδήποτε Πανεπιστήμιο» και δεν είχε και άδικο εδώ που τα λέμε…
Είχε ένα μικρό φορτηγάκι με είδη προικός και γυρνούσε τις γειτονιές για να προικίσει τις ομορφονιές, όπως έλεγε. Κάποιες φορές τα καλοκαίρια που δεν είχα σχολείο, πήγαινα κι εγώ μαζί του. Είχε πολύ χάζι. Όλες οι γυναίκες έτρεχαν στο κάλεσμά του. Είχε και μια βροντερή φωνή… άλλο πράγμα! Τα χωρατά πήγαιναν σύννεφο… αλλά και η τσέπη γέμιζε με παράδες… «Έναν καλό λόγο θέλουν όλοι, δεν κοστίζει τίποτα. Οι άνθρωποι έχουν ανάγκη από έναν καλό λόγο για να αισθανθούν καλύτερα, για να γίνουν καλύτεροι» έλεγε. Πόσο δίκιο είχε, και πόσο μου έλειψε ο καλός του λόγος!
Τον Γιώργο τον πόνεσα περισσότερο και από τον πατέρα μου. Έζησα μαζί του περίπου τριάντα χρόνια. Έφυγε ευτυχισμένος. Και η μάνα μου τον έκλαψε πολύ. Τελικά τα όμορφα, ήρεμα και γεμάτα στοργή χρόνια που έζησε κοντά του, έφεραν και την αγάπη. Έτσι ο θάνατός του ήταν ένα ακόμη πλήγμα γι’ αυτήν».
Η Έλλη που μέχρι εκείνη τη στιγμή άκουγε με πολύ προσοχή τα όσα τής εξιστορούσε ο Τζων, άπλωσε το χέρι της και έσφιξε το δικό του, ως ένδειξη κατανόησης. Γνώριζε από πρώτο χέρι πόσο πονά η απώλεια αγαπημένων προσώπων. Όσο κι αν λένε «ο χρόνος γιατρεύει τις πληγές», γι’ αυτήν αρκούσε μια αφορμή για να ξαναματώσουν. Η ίδια απέφευγε συστηματικά να τις «ξύνει», προσπαθούσε με κάθε τρόπο να τις σβήσει από τη μνήμη της. Ήταν η άμυνά της. Άλλοτε το κατάφερνε και άλλοτε όχι.
Ο Τζων τής χαμογέλασε με αγάπη, και αντί για ευχαριστώ την αγκάλιασε τρυφερά από τους ώμους και της έδωσε ένα πεταχτό φιλί στο μέτωπο. Μετά σήκωσε το ποτήρι και είπε: «Στην ψυχή τους».
Οι ώρες πέρασαν γρήγορα. Ο χειμωνιάτικος ήλιος βασίλεψε γρήγορα παραχωρώντας τη θέση του στην κρύα νύχτα του Δεκέμβρη. Τελικά αποφάσισαν να εγκαταλείψουν τον πλάτανο και να ζητήσουν καταφύγιο στο ξενοδοχείο και στο μικρό ζεστό δωμάτιο της Έλλης.

 

«Τζων, πότε φεύγεις;»
«Αύριο το απόγευμα καλή μου. Έχω κάποιες εκκρεμότητες στη Θεσσαλονίκη, θα τις τελειώσω και θα επιστρέψω όσο πιο σύντομα μπορώ. Θα συνδυάσω τις διακοπές μου με κάποια προσωπική μου υπόθεση, που σκοπεύω να αναθέσω σε συνάδελφο μου δικηγόρο, εδώ».
«Είναι κάτι για το οποίο θα μπορούσα ίσως να βοηθήσω και εγώ;»
Ο Τζων ζύγισε τα λόγια του πριν πει:
«Τι να σου πω; Είναι μεγάλη ιστορία! Μέρος αυτής της παράξενης για μένα ιστορίας ήδη σου έχω διηγηθεί. Αυτό που πραγματικά μ’ έφερε εδώ και δεν σου το έχω ομολογήσει ακόμη, είναι η αναζήτηση των βιολογικών μου γονιών. Θέλω να μάθω τις ρίζες μου! Η μητέρα μου πριν πεθάνει μου είπε ότι είμαι υιοθετημένος!»
Η νέα αυτή αποκάλυψη σόκαρε την Έλλη. Στύλωσε το βλέμμα της στο δικό του και έμεινε αποσβολωμένη. Έσμιξε τα φρύδια, αλλά δεν είπε κουβέντα.
«Ας το αφήσουμε προς το παρόν το θέμα», είπε τελικά ο Τζων.
Ξαφνικά χάθηκε η «μαγεία» τής στιγμής. Έμειναν και οι δύο σιωπηλοί. Ο καθένας στο δικό του κόσμο, στις δικές του σκέψεις. Αγκαλιάστηκαν σαν δυο πληγωμένα πουλιά και μέσα στη σιωπή «διήνυσαν» την απόσταση…
«Δεν ξέρω τι να πω. Η ζωή γράφει τα πιο περίεργα σενάρια», είπε μετά από λίγη ώρα η Έλλη,.«Αν ήμουν στη θέση σου, πιστεύω ότι δε θα μπορούσα να το χειριστώ!»
«Περίεργα είναι και τα δικά μου συναισθήματα. Μη νοιώθεις άβολα. Έκανα τρία χρόνια για να πάρω την απόφαση αν θα έπρεπε να αναζητήσω τους βιολογικούς μου γονείς ή όχι. Και τώρα που τελικά την πήρα, δεν είμαι καθόλου βέβαιος ότι θα καταφέρω να τους βρω. Έχω ελάχιστα στοιχεία στα χέρια μου. Ελπίζω να έχω την τύχη με το μέρος μου».
«Σου το εύχομαι από καρδιάς, μάτια μου!»

 

Εκείνη τη νύχτα η Έλλη δεν μπόρεσε να κλείσει μάτι. Η εξομολόγηση του Τζων την είχε ταράξει πολύ. Σκεφτόταν συνεχώς τα όσα της είχε πει για τη ζωή του. Αναρωτήθηκε αν κάποια μέρα της έλεγαν ότι ο Παύλος και η Κατερίνα δεν είναι οι βιολογικοί της γονείς, αν θα το πίστευε, αν θα έμπαινε η ίδια στον πειρασμό να αναζητήσει τους βιολογικούς της γονείς.
Το ξημέρωμα τους βρήκε αγκαλιασμένους. Όλη τη νύχτα η Έλλη κούρνιαζε στην αγκαλιά του και αφουγκραζόταν την ανάσα του. Δεν ήθελε να κοιμηθεί για να μη χάσει τη μαγεία της στιγμής. Τελικά όλες τις νύχτες που πέρασε στην αγκαλιά του αγαπημένου της, μετά τον γεμάτο πάθος έρωτά τους, παρέμενε ξάγρυπνη. Δεν ήθελε να κοιμηθεί. Ήθελε απλά να φωλιάζει στις φτερούγες του, να ανασαίνει από το δικό του αέρα, μέχρι, βαριά από την κούραση, να βασιλέψουν τα ματόκλαδά της.
Ο Τζων δεν γνώριζε τίποτα για τις αγρυπνίες τής Έλλης, γι’ αυτό και την αποκαλούσε υπναρού, αφού το πρωί δεν έλεγε να ανοίξει τα μάτια της με τίποτα.
Πλησίαζε δέκα το πρωί. Ο Τζων είχε ξυπνήσει από ώρα. Η Έλλη ήταν ακόμη παραδομένη στην αγκαλιά του Μορφέα. Δεν θέλησε να την ξυπνήσει. Της έδωσε ένα πεταχτό φιλί στο μέτωπο, της χάιδεψε τα μαλλιά, και έφυγε. Δεν ήθελε να την ενοχλήσει. Θα πήγαινε στο ραντεβού με το δικηγόρο που του σύστησε μια συνάδελφός του και μετά θα γευμάτιζε με την Έλλη, πριν αναχωρήσει για τη Θεσσαλονίκη. Είχε να τελειώσει εκεί κάποιες υποθέσεις τής εταιρείας του και στη συνέχεια θα έπαιρνε λίγες μέρες άδεια για να περάσει τα Χριστούγεννα με την Έλλη και τον Κωστή. Ένοιωθε ιδιαίτερα τυχερός με την γνωριμία τους αυτή. Μπορεί η Έλλη να ήταν μια εξαιρετική γυναίκα, αλλά και με τον αδελφό της τον Κωστή έβρισκε ότι είχαν πολλά κοινά. Ήταν σχεδόν του ιδίου αναστήματος, αυτός λίγο πιο καστανός στα χρώματα. Είχαν τα ίδια μεγάλα καστανά μάτια, λεπτά χείλη και το ίδιο χαμόγελο, μόνο που ο Κωστής όταν χαμογελούσε έκανε λακουβάκια στα μάγουλα και είχε λίγα περισσότερα κιλά απ’ αυτόν. Πάντως, όποιος τους έβλεπε δίπλα -δίπλα θα μπορούσε να ισχυριστεί ότι είχαν κάποια συγγένεια μεταξύ τους. Τις ομοιότητες αυτές τις είχε παρατηρήσει εξ αρχής ο Τζων, όταν πρωτοείδε τον Κωστή στη ρεσεψιόν του ξενοδοχείου. Είχε ακόμη την αίσθηση, αν και τον έβλεπε για πρώτη φορά στη ζωή του, ότι από κάπου τον γνώριζε. Ίσως αυτός να ήταν ένας από τους λόγους της τόσο αυθόρμητης προσέγγισής τους.

 

Σταύρος Παυλικιανός, Δικηγόρος, έγραφε η πινακίδα στην είσοδο της οικοδομής, δίπλα στο Δικαστικό Μέγαρο. Ο Τζων ανέβηκε με τον ανελκυστήρα στον τέταρτο όροφο. Κοίταξε το ρολόι του, ήταν έντεκα ακριβώς. «Άγγλος» στα ραντεβού του. Χτύπησε το κουδούνι και μόλις άκουσε το χαρακτηριστικό ήχο έσπρωξε την πόρτα και βρέθηκε σ’ έναν όχι και τόσο μεγάλο χώρο υποδοχής, κομψά διακοσμημένο όμως, με ένα μικρό σαλονάκι κι ένα επίσης μικρό γραφείο στο οποίο καθόταν μια κοπέλα με μακριά μαλλιά και ένα ζευγάρι γυαλιά που της έκρυβε σχεδόν όλο το πρόσωπο. Αν και η εικόνα ήταν κάπως περίεργη, έως και απωθητική θα μπορούσε να πει κανείς, όταν άνοιξε το στόμα της να μιλήσει, η γλυκύτητα τής φωνής της και οι ευγενικοί της τρόποι, ως δια μαγείας εξάλειφαν την πρώτη αρνητική εικόνα.
«Ο κ. Μπράουν;», είπε η γραμματέας πηγαίνοντας προς το μέρος του.
«Μάλιστα», απάντησε ο Τζων μέσα στη σαστιμάρα του, και άπλωσε το χέρι του να τη χαιρετήσει.
«Παρακαλώ κ. Μπράουν, περάστε στο γραφείο. Ο κ. Παυλικιανός σας περιμένει», του απάντησε ανταποκρινόμενη με χλιαρότητα στη χειραψία του, γεγονός που ανέτρεψε εκ νέου την εικόνα της.
Ο Σταύρος Παυλικιανός άκουσε με προσοχή όλα όσα είχε να του πει ο Τζων για την υπόθεση τής υιοθεσίας του και αφού κράτησε τις απαραίτητες σημειώσεις, του είπε:
«Κύριε Μπράουν, πρέπει να γνωρίζετε και από προσωπική σας εμπειρία, επειδή είστε συνάδελφος, ότι τα χρόνια εκείνα συνέβησαν πολλά με τις παράνομες υιοθεσίες. Ελάχιστες απ’ αυτές ήρθαν στο φως της δημοσιότητας και ακόμη πιο ελάχιστες πήραν το δρόμο της δικαιοσύνης, λόγω έλλειψης ενοχοποιητικών στοιχείων τόσο για τους γιατρούς, όσο και για τους μεσάζοντες. Απ’ ότι βλέπω, εσείς δεν έχετε και πολλά στοιχεία στη διάθεσή σας, πέρα απ’ όσα σάς είπε η θετή σας μητέρα λίγο πριν το θάνατό της, όπως μου είπατε. Έχουμε λοιπόν την πόλη στην οποία έχετε γεννηθεί, καθώς και την ημερομηνία γεννήσεώς σας, αν δεν είναι πλαστή. Στα αρχεία του Νοσοκομείου δεν εκτιμώ ότι θα βρούμε κάτι. Όπως και να έχει θα κάνω ό,τι καλύτερο μπορώ και ελπίζω σύντομα να έχετε νέα μου».

 

3

 

Όταν ο χρόνος γίνεται ο μεγαλύτερος εχθρός του ανθρώπου, όταν δεν μπορείς να δεις μπροστά, όταν δεν μπορείς να ονειρευτείς, τότε μοιραία στρέφεις το βλέμμα στο χθες. Στις πλημυρισμένες από αγάπη μέρες. Επιλέγεις να ζεις στο χθες, γιατί φοβάσαι το σήμερα, γιατί σε τρομάζει το αύριο. Σ’ αυτό το χθες ζούσε τον τελευταίο χρόνο και η Έλλη μετά την αναίτια εξαφάνιση τού Τζων από τη ζωή της. Περιπλανώμενη δεξιά και αριστερά, προσπαθούσε να ισορροπήσει, να βρει απαντήσεις στα ανεξήγητα γιατί.
Όπως απρόσμενα είχε εμφανιστεί στη ζωή της, έτσι απρόσμενα και εξαφανίστηκε. Χωρίς να αφήσει κανένα ίχνος πίσω του. Σαν να μην υπήρξε ποτέ. Σαν να ήταν όλα ένα κακόγουστο όνειρο. Τι τον οδήγησε έτσι ξαφνικά μακριά της; Τι είχε συμβεί; Γιατί εξαφανίστηκε από προσώπου γης, σβήνοντας πίσω του, κάθε ίχνος ζωής; Βασανιστικά ερωτήματα, χωρίς απάντηση, χωρίς εξήγηση.
Το πλοίο της γραμμής ήταν γεμάτο κόσμο, όμως η Έλλη ένοιωθε μόνη. Οι σκέψεις της μπερδεμένες. Τα συναισθήματά της για τον άνδρα που αγάπησε με τόσο πάθος, ένα με τη φουρτουνιασμένη θάλασσα. Στη σκοτεινιά τού ουρανού, η ψυχή της έτρεμε. Πριν από ενάμιση περίπου χρόνο ήταν γεμάτη ζωή, έκανε όνειρα. Στο γαλάζιο τού ουρανού ύψωνε το βλέμμα και ονειρευόταν όλα όσα δεν είχε ζήσει, όλα όσα ήθελε να ζήσει. Άνοιγε διάπλατα τα χέρια, χαμογελούσε στον άνεμο, κι εκεί που το βλέμμα της συναντούσε το δικό του, ζωγραφιζόταν η ευτυχία. Κοντά του κατάφερε να τακτοποιήσει τις εκκρεμότητες του χθες και να ανοίξει πανιά για το άγνωστο αύριο. Ενάμιση χρόνο μετά, μόνη πια, μακριά από το ταίρι της, αναζητούσε το δρόμο που θα την οδηγούσε από το χθες στο αύριο.
Στην παγωνιά του Μάρτη αναγνώριζε την ματαιότητα των προσδοκιών της. Δεν είχε πια τη δύναμη να πετάξει. Δεν ήξερε να πετά. Είχε γαντζωθεί σε ξένα φτερά και τώρα βουτούσε στ’ αφρισμένα κύματα αδιαφορώντας για την ζωή της. Το τίμημα πολύ βαρύ!
Τα δάκρυα χαράκωναν το πονεμένο της πρόσωπο σαν τα οργισμένα κύματα που σφυροκοπούσαν το γέρικο σκαρί, συντηρώντας τον πόνο στην πληγωμένη της ψυχή. Ασάλευτη με το βλέμμα καρφωμένο στο κενό, άφησε την απόγνωση να λεηλατήσει τη ζωή της. Με το κεφάλι τυλιγμένο σε μια μαύρη εσάρπα, τα χέρια σταυρωμένα, το σώμα να τρέμει, την καρδιά να πονά, αναζητούσε το άγγιγμά του.
Σταδιακά ο άνεμος άρχισε να κοπάζει, οι γλάροι έκαναν την επανεμφάνισή τους. Το πλοίο της γραμμής σε λίγο θα έπιανε λιμάνι. Ο κόσμος άρχισε να μαζεύει τα πράγματά του για την αποβίβαση. Φωνές και γέλια παντού. Μόνο η Έλλη έμενε ακίνητη, χαμένη στις σκέψεις της.
«Σκέψου λογικά… έχεις δυνατό, εύστροφο μυαλό. Μέσα από τον παραλογισμό των συναισθημάτων σου, την πνιγερή μοναξιά και την πίεση τής ζωής, θα βρεις τη δύναμη να σηκώσεις και πάλι το κεφάλι, να κοιτάξεις το μέλλον με αισιοδοξία. Αν το κατορθώσεις τότε θα δεις πίσω απ’ τα βουνά, γιατί αυτά είναι ακίνητα, ενώ εσύ είσαι άνθρωπος με αισθήματα, μυαλό και θέληση.» άκουγε να της λέει, ψιθυριστά, μια φωνή από τα βάθη της ψυχής της.
Δυο φωνές μέσα σ’ ένα κορμί. Η μία της καρδιάς, κι η άλλη της λογικής. Εκεί που άρχιζε η μία, σταματούσε η άλλη. Κι άντε πάλι απ’ την αρχή. Μονόπρακτο, στο θέατρο του παραλόγου. Αναζήτηση, προσδοκία, ικεσία για λίγη χαρά, λίγη ευτυχία.
Στις ερημιές και στους απάτητους γκρεμούς, εκεί που τα κύματα άλλοτε αλύπητα κτυπούν τα βράχια μετατρέποντάς τα σε άκακους γίγαντες, επέλεξε η Έλλη να μιλήσει με τον εαυτό της, να ακούσει τις αισθήσεις της, να φωνάξει δυνατά στους τέσσερις ανέμους, «Σ’ αγαπώ, σε θέλω, σε χρειάζομαι, θέλω να γευτώ και να γευτείς τους χυμούς του έρωτά μας!»

 

Η Θάσος, είναι ένα από τα ομορφότερα νησιά του Β. Αιγαίου. Καταπράσινο, με απέραντους ελαιώνες και πευκοδάση που κατηφορίζουν μέχρι τα σμαραγδένια νερά του γυαλού. Χρυσές αμμουδιές, πανέμορφα χωριά, πέτρινα σπίτια με λουλουδιασμένες αυλές. Πλαγιές γεμάτες θυμάρι και πεύκο. Δεκάδες ξωκλήσια και μοναστήρια σκαρφαλωμένα στα βράχια αγναντεύουν το πέλαγος. Είναι ένας από τους πολλούς μικρούς σκορπισμένους παράδεισους της χώρας μας.
Η Έλλη λάτρευε τη Θάσο. Τα τελευταία 10 χρόνια την επισκεπτόταν κάθε καλοκαίρι, μόνο που αυτή τη φορά δεν την είχε επιλέξει ως τόπο χαλάρωσης και ξενοιασιάς, αλλά ως τόπο λύτρωσης. Σε μια από τις απόκρημνες και απάτητες από τον πολύ κόσμο ακρογιαλιές, εκεί που οι ρίζες των γέρικων δένδρων γλύφουν τα βότσαλα τής καταγάλανης θάλασσας, την οδήγησαν τα βήματά της με το που πάτησε στο νησί. Αναζητούσε ένα ήσυχο και απόμερο μέρος για να βάλει σε τάξη τις σκέψεις της, να φωνάξει, να ξεσπάσει, να εκτονώσει τη συσσωρευμένη πίεση των τελευταίων μηνών.
Ο υπόκωφος θόρυβος των κυμάτων που έσκαγαν στις μεγάλες κουφάλες των βράχων, οι άναρθρες κραυγές που λυτρωτικά βγήκαν από τα βάθη της ψυχής της, τρόμαξαν τους γλάρους που αγνάντευαν το πέλαγος καθισμένοι στα απόκρημνα βράχια. Άνοιξαν τα μεγάλα κατάλευκα φτερά τους και πέταξαν ψηλά, μακριά από την απρόσκλητη επισκέπτρια που τάραξε την ησυχία τους.
Μακριά από τον άνθρωπο που τόσο πολύ αγάπησε, μακριά από τα μέρη που μοιράστηκε μαζί του τις πιο όμορφες στιγμές της ζωής της, η Έλλη προσπαθούσε τώρα να ξεπεράσει τις ανασφάλειές της, να διώξει τις μαύρες σκέψεις του μυαλού της. Να βρει τη δύναμη και το κουράγιο να συνεχίσει τη ζωή της, να μεγαλώσει την μονάκριβη κόρη της, τον καρπό του έρωτά της. Βαθιά μέσα της ήλπιζε σένα φωτεινό και δημιουργικό αύριο, όπως της άξιζε.
Ο καθένας μας έχει τις δικές του ελπίδες, άλλες εκπληρώνονται κι άλλες όχι. Διακινδυνεύουμε τις καρδιές μας χωρίς να ξέρουμε αν τελικά αξίζει τον κόπο. Πολλές φορές προκαλούμε οι ίδιοι προβλήματα στους εαυτούς μας. Όμως, είναι ο μοναδικός τρόπος για να φτάσουμε εκεί που ονειρευτήκαμε. Πολεμάμε ανύπαρκτους εχθρούς, στο φως του φεγγαριού, στη λάμψη των άστρων. Διαβάτες του πιο μακρινού και δύσκολου δρόμου. Μοναδικό εφόδιό μας, λίγα ψίχουλα αγάπης!
Έτσι και η Έλλη, με αλφάβητο το ένστικτό της, μίλησε στους ανέμους, στα άστρα, στην πλανεύτρα νύχτα, στο φως της ημέρας. Αναγνώρισε τα λάθη της και αποφάσισε καρτερικά και στωικά να αντιμετωπίσει τη δυσχερή κατάσταση.
Εκεί, σε μέρη που δεν περπάτησε μαζί του, δίπλα στα βράχια και τις απόκρυφες ακρογιαλιές της Θάσου, αναζήτησε τη λύτρωση. Ήξερε ότι δεν ήταν εύκολη υπόθεση να κρύψει, αλλά και να σβήσει μονομιάς τα αισθήματά της. Ήταν τόσα πολλά αυτά που δεν πρόλαβε να πει, αλλά και να μοιραστεί μαζί του! Ήθελε να τα φωνάζει στους τέσσερις ανέμους, να τους ικετεύσει να μετατρέψουν την κραυγή της σε ψίθυρο αγάπης, σε χάδι, στο κορμί και την ψύχη του, όπου κι αν ήταν, στα πέρατα του κόσμου!
Είναι στιγμές που δεν μπορείς να κρύψεις, αλλά ούτε και να εκφράσεις με λόγια τον έρωτά σου για έναν άνθρωπο. Όλα φαντάζουν μικρά και ασήμαντα μπροστά στην ταχυπαλμία, το σφίξιμο στο στομάχι, στα μάτια που μονίμως είναι βουρκωμένα, στο κεφάλι του γέρνει ελαφρά μπροστά.
Προσπαθούσε, αλλά πώς μπορούσε να ξεχάσει το τρυφερό του άγγιγμα; Τις δυνατές και συνάμα τρυφερές του παλάμες που «αγκάλιαζαν» με τόση αγάπη, τα αναψοκοκκινισμένα της μάγουλα.
Έκλεισε τα μάτια, ακούμπησε τα χέρια της στα πυρωμένα της μάγουλα, κράτησε την ανάσα της και ταξίδεψε, για άλλη μια φορά, κοντά του. Στις μοναδικές εκείνες στιγμές που για πάντα θα μείνουν χαραγμένες στη μνήμη της. Γλυκιά παραίσθηση. Ανεκπλήρωτος πόθος.
Ένοιωσε να χάνει τον κόσμο κάτω από τα πόδια της. Οι φωνές των γλάρων έγιναν ξαφνικά απόμακρες, το μυαλό της άρχισε να πονά τόσο πολύ… Ποθούσε απελπισμένα τη μεγάλη κάθετη σχισμή στο πηγούνι του, τα πλούσια και άστατα φρύδια του. Της άρεσε τόσο πολύ να αγγίζει το πρόσωπό του, με τις άκρες των δακτύλων της…
«Αγάπη μου, πώς να ξεχάσω τις όμορφες εξορμήσεις μας στην εξοχή; Έγερνα στο μπράτσο σου, άφηνα το χέρι μου να ακουμπά τρυφερά στο μηρό σου και συ, με τον ενθουσιασμό εφήβου, οδηγούσες επιδέξια και γρήγορα μέσα στους χωματόδρομους. Χαιρόμουν και γελούσα σα μικρό παιδί. Άλλες πάλι φορές, καθόμουν λοξά στο κάθισμα τού αυτοκινήτου και χάζευα το πρόσωπό σου, το βαθυστόχαστο βλέμμα σου, το υπερήφανο στήσιμο του κεφαλιού σου. Χαμογελούσα από ευτυχία. Κοντά σου έμαθα να αγαπώ τη ζωή και τους ανθρώπους!», μονολογούσε η Έλλη, άλλοτε κλαίγοντας και άλλοτε χαμογελώντας.
Εκεί, μέσα στη θολούρα του μυαλού και της ψυχής της, κουλουριασμένη πάνω στην υγρή άμμο και τον αέρα να τρυπά τα κόκαλα της, ξαφνικά ένοιωσε ότι δεν ήταν μόνη. Αναρρίγησε, μα δεν βρήκε ούτε τη δύναμη, ούτε το θάρρος να σηκώσει το κεφάλι. Την κυρίευσε ο φόβος και ο πανικός. Έμεινε ασάλευτη.
«Θεέ μου βοήθα με!», σιγοψιθύρισε.
«Όποιος αγαπά τους ανθρώπους είναι υπεύθυνος και δυστυχώς αυτό σπανίζει», άκουσε μια φωνή να της λέει.
«Κοντά σου αγάπησα τη ζωή, αγάπησα εσένα. Δεν μπόρεσα να αγαπήσω την ασχήμια της ζωής», απάντησε αυθόρμητα χωρίς καν να γυρίσει να δει σε ποιόν μιλούσε.
«Την ομορφιά και την ασχήμια της ζωής τη δημιουργεί η ψυχική μας διάθεση και η οπτική γωνία με την οποία αποδεχόμαστε το λόγο τού άλλου», άκουσε να της λέει η φωνή.
«Οι περισσότεροι διαφωνούν μαζί μου», είπε η Έλλη.
«Μπορεί, όμως μέσα τους ζηλεύουν που δεν έχουν το θάρρος να πουν και να κάνουν αυτά που εσύ τόλμησες, τολμάς και θα τολμήσεις στο μέλλον. Σ’ αγαπώ γιατί είσαι ελεύθερη και αληθινή», της απάντησε η φωνή.
Ξαφνικά ο αέρας κόπασε, οι γλάροι άρχισαν και πάλι να σκούζουν επαναφέροντας την Έλλη στην πραγματικότητα. Διστακτικά σήκωσε το κεφάλι και κοίταξε γύρω της. Ερημιά. Δεν υπήρχε κανείς, μόνο αυτή και οι γλάροι. Αποφάσισε να μαζέψει το συντρίμμια της και να ανηφορίσει προς το δρόμο. Ο ήλιος είχε κατεβεί αρκετά. Σε λίγο θα έπεφτε η νύχτα. Ήδη ένοιωθε πολύ κουρασμένη ψυχικά και σωματικά. Τίναξε την άμμο από τα ρούχα της, άνοιξε την τσάντα της και κοίταξε το κινητό της. Δεν την είχε καλέσει κανείς. «Καλύτερα», σκέφτηκε. Στην παραζάλη του μυαλού της δεν υπήρχε χώρος για τίποτε πλέον. Μόνο κάπου εκεί στο βάθος της ψυχής της υπήρχε μια φωνή λογικής που της έλεγε: «Προχώρα, μη κοιτάς πια πίσω».
Σηκώθηκε και με μικρά βήματα άρχισε να ανηφορίζει προς τον κεντρικό δρόμο ακολουθώντας το μονοπάτι ανάμεσα στις γέρικες ελιές. Τότε πρόσεξε κάτι που ήταν σίγουρη πως δεν υπήρχε πριν εκεί, όταν κατέβηκε την πλαγιά. Στη ρίζα μιας γέρικης ελιάς είδε ακουμπισμένο ένα τετράδιο με χοντρά εξώφυλλα πάνω στα οποία ήταν ζωγραφισμένα δύο κόκκινα τριαντάφυλλα. Πλησίασε, κοίταξε δεξιά και αριστερά, δεν είδε κανένα. Πήρε στα χέρια της το τετράδιο και το άνοιξε. Ήταν άδειο. Μόνο στην πρώτη σελίδα έγραφε:
«Κανείς δεν μπορεί να τραγουδήσει το τραγούδι σου. Κανείς δεν μπορεί να χορέψει το χορό σου. Κανείς δεν μπορεί να γράψει την ιστορία σου. Αν αφουγκραστείς το παρελθόν, θα μπορέσεις να δεις τη σχέση των γεγονότων στο πέρασμα του χρόνου. Γράψε τα πάντα για να παρακολουθείς το χρόνο»
Διάβασε και ξαναδιάβασε τις λιγοστές αράδες του τετραδίου και μετά το έκλεισε με ευλάβεια. Το έσφιξε στο στήθος της, έκλεισε τα μάτια και «ένοιωσε» το άρωμα των ρόδων. Τώρα ήξερε με ποιόν μιλούσε πριν από λίγο στην παραλία! Τώρα ήξερε πως κάθε τι που είχε περάσει, κάθε τι που είχε ζήσει, ήταν για να προετοιμαστεί γι’ αυτήν την στιγμή! Κατανόησε ότι ήταν ο δημιουργός της μοίρας της.
«Κανείς δεν μπορεί να χορέψει το χορό σου. Κανείς δεν μπορεί να τραγουδήσει το τραγούδι σου. Κανείς δεν μπορεί να γράψει την ιστορία σου...»
Υπήρχε μια δύναμη μέσα της που ήταν μεγαλύτερη από τον κόσμο όλο. Είχε αρχίσει να αναβλύζει για να αναλάβει τη ζωή της, για να θρέψει τις πληγές της, για να την οδηγήσει, να την προστατεύσει, για να στηρίξει την ίδια την ύπαρξή της.
«Γράψε τα πάντα για να παρακολουθείς το χρόνο…»
Ναι, θα κατέγραφε τα συναισθήματα, τις σκέψεις, τους προβληματισμούς, τα θέλω της σ’ αυτό το τετράδιο με τα κόκκινα τριαντάφυλλα, για να εξαγνίσει την ψυχή της, για να δει τη σχέση των γεγονότων στο πέρασμα του χρόνου, για να ακούσει τα μελλούμενα…

 

Η Έλλη τα καλοκαίρια, όποτε επισκεπτόταν τη Θάσο, επέλεγε για τη διαμονή της ένα από τα μικρά και φιλόξενα δωμάτια της Αλέκας με τη γεμάτη χρώματα και αρώματα αυλή όπου συγκεντρώνονταν οι ένοικοι για το απογευματινό τους καφεδάκι, κάτω από την παχιά σκιά της κληματαριάς. Η γραφική αυτή γωνιά του νησιού, στους πρόποδες τις πλαγιάς με τη χρυσή αμμουδιά και τη σμαραγδένια θάλασσα να γλύφει τις λιγοστές αυλές των σπιτιών, έμοιαζε με ονειρικό πίνακα ζωγραφικής δεξιοτέχνη καλλιτέχνη.
Η Έλλη φτάνοντας στο νησί προσπάθησε να επικοινωνήσει με την Αλέκα για να της δώσει ένα δωμάτιο για όσο χρόνο θα έμενε στο νησί, όμως εκείνη απουσίαζε και όπως της είπε ακόμη δεν είχε ξεκινήσει τις ετοιμασίες για το καλοκαίρι, επομένως δε θα μπορούσε να την εξυπηρετήσει, αν και θα το ήθελε πολύ. Της πρότεινε όμως, αν ήθελε, να τη φιλοξενήσει στο σπίτι της αφού στα χρόνια που πέρασαν μαζί, είχε αναπτυχθεί μεταξύ τους μια καλή φιλία. Δε χρειάστηκε και πολύ για να αποδεχτεί την πρόσκληση η Έλλη, πολύ δε περισσότερο όταν η Αλέκα της είπε ότι βρισκόταν για επαγγελματικό ταξίδι στην Αθήνα και θα επέστρεφε σε μία εβδομάδα. Άρα θα είχε όλο το σπίτι στη διάθεσή της, χωρίς να την ενοχλεί κανείς και χωρίς να χρειάζεται να δίνει εξηγήσεις για την κακή ψυχολογική της διάθεση. Αφού έγιναν οι απαραίτητες ενημερώσεις για το που θα απευθυνόταν για να πάρει το κλειδί του σπιτιού, η Έλλη αναχώρησε για την Ποταμιά. Εκεί, κλεισμένη τρία μερόνυχτα, έβγαλε τα εσώψυχα της πάνω στο τετράδιο με τα κόκκινα τριαντάφυλλα. Κατέγραψε τα πάντα για να παρακολουθεί το χρόνο.

 

Στα δύσβατα μονοπάτια του μυαλού

«Αγαπημένε μου,
Κρατώ σα φυλακτό τις αναμνήσεις της σύντομης, αλλά τόσο εκρηκτικής γνωριμίας μας. Κάποια στιγμή την είχες αποκαλέσει «όαση». Είναι στιγμές που αμφιβάλλω. Μήπως ήμουν μια ανάπαυλα και τίποτα παραπάνω; Θα ήθελα πάντως να ξέρεις πως ακόμη και έτσι να ήταν, η ανάπαυλα αυτή στιγμάτισε τη ζωή μου. Αποδέκτες των συναισθημάτων μου, τώρα πια, οι λευκές κόλες ενός τετραδίου. Οι πιο πιστές μου φίλες, υπομονετικές, καρτερικές στο σβήσιμο και στο γράψιμο. Ρουφούν με πάθος το μελάνι της πικραμένης μου καρδιάς.
Είναι πολύ δύσκολο να ζητάς λίγη αγάπη, μια ζεστή αγκαλιά, ένα χάδι, ένα γλυκό χαμόγελο, ένα καλό λόγο και να μη το βρίσκεις πουθενά!
Πόσο δρόμο διήνυσα πηγαινέλα στην κόλαση και στον παράδεισο, μέρα νύχτα, αναζητώντας την αγάπη!
Έψαξα να βρω το κάλεσμα της μοίρας μου. Αρνήθηκα να υπακούσω στη λογική, να ακολουθήσω τις διεξόδους που έβλεπα μπροστά μου. Ήθελα μαζοχιστικά να ζήσω με τον πόνο μου και τα αναπάντητα γιατί μου.
Κάθε δρόμος κι άλλο παρακλάδι, κάθε παρακλάδι κι άλλη σκέψη, μια άλλη εκδοχή, μια άλλη παραλλαγή της ζωής που έζησα μέχρι τώρα.
Μπορεί οι αποστάσεις στις μέρες μας να έχουν εκμηδενιστεί, όταν όμως είναι ψυχικές μοιάζουν με ταξίδι στο άπειρο!
«Φως μου, γιατί δε δίνεις σημεία ζωής;», σου είχα πει μέσω μηνύματος προσπαθώντας να σε προσεγγίσω.
«Το φως, χαρά μου, είναι ενέργεια, δεν είναι οργανικό για να δώσει σημεία ζωής!», ήταν η απάντησή σου, μέσω μηνύματος.
Τότε συνειδητοποίησα γιατί το τελευταίο διάστημα είχα τόση ενέργεια στη ζωή μου! Γιατί ήσουν το «φως» που έφεγγε στο κάθε μου βήμα. Καθοδηγούσες τη σκέψη μου, έδινες αέρα δημιουργίας στην ανιαρή και ανούσια μέχρι τότε ζωή μου!
Θέλω να πιστεύω ότι όλα αυτά που ζήσαμε δεν θα πάνε χαμένα, ότι θα γίνει κάποιο θαύμα!
Θέλω να πιστεύω ότι θα μείνουμε νέοι, στο μυαλό και την ψυχή, ότι δεν θα μετατραπούμε σε κουφάρια πνευματικής και ψυχικής «πτώχευσης»!

 

Ο σταυρός του νότου

«Αγαπημένε μου,
Η κόρη που τόσο ήθελες να αποκτήσεις δεν έμελε να τη γνωρίσεις. Δεν ευφραίνει την καρδιά σου, κάθε που βραδιάζει και με τα μάτια βαριά από την κούραση, την αναζητάς. Είναι τότε που τα δικά μου μάτια με νοσταλγία ψάχνουν στον έναστρο ουρανό, το Σταυρό του Νότου. Είναι τότε που αναζητώ τα γλυκά σου λόγια, το ζεστό σου άγγιγμα. Είναι τότε που αναζητώ ψεύτικα όνειρα, στην ψεύτικα φωτισμένη ζωή.
Φώτα-φώτα-φώτα. Υπέρλαμπρα φώτα, τυφλώνουν κάθε βράδυ το κουρασμένο μου βλέμμα. Μια ζωή, μια εκπομπή. Μια στιγμιαία προβολή της ύπαρξής μας. Μια ουτοπία. Ερχόμαστε και φεύγουμε από τη ζωή αφήνοντας πίσω μας εικόνες. Τις μνήμες τις παίρνουμε μαζί μας. Είναι το άτολμο πέρασμά μας από την ζωή!
Η αγαπημένη μας κόρη ήθελες να μοιάζει στη μητέρα της. Σ’ αυτήν την αγαπημένη, τρυφερή, αισθησιακή γυναίκα που άλλαξε τη ρότα της ζωής σου, όπως συνήθιζες να λες. Σ’ αυτήν που με την αγάπη της, ομόρφαινε το δικό σου κόσμο. Σου χάρισε το χαμόγελό της, σου πρόσφερε την ψυχή της. Σου άπλωσε τα χέρια σα γέφυρες ζωής, ανάμεσα στη φαντασίωση και το όνειρο! Σου έμαθε να αγαπάς, να ζεις και να σιγοτραγουδάς τον έρωτα. Μέσα στα φουρτουνιασμένα της μάτια, βρήκες το λιμανάκι σου, το αποκούμπι της ζωής σου. Κι όμως, δε στάθηκαν ικανά όλα αυτά για να σε κρατήσουν κοντά της! Δεν ξέρω τελικά αν το καθήκον, το χρέος τιμής ή κάτι άλλο που δεν τόλμησες ποτέ να μου πεις, σε κράτησαν μακριά μου. Τα μάτια σου, η καρδιά σου, η ψυχή σου, έμειναν πίσω.
Το ξέρω, το νοιώθω, το πιστεύω, το αισθάνομαι…»

 

Το άγγιγμα

«Αγαπημένε μου,
Μου είπες πως μ’ αγαπάς, πως είμαι το ομορφότερο και τρυφερότερο πλάσμα που γνώρισες στη ζωή σου. Όμως δεν τόλμησες να με ακολουθήσεις. Ήμουν για σένα η γυναίκα οπτασία, η γυναίκα που στο πέρασμα της σήκωνε θύελλες και άφηνε συντρίμμια. Εσύ ήθελες μια ήσυχη, βολεμένη ζωή.
Ήσουν πολύ «μικρός» για να με ακολουθήσεις και πολύ «μεγάλος» για να με αντέξεις. Μου είπες πως δεν είναι κακό, στη ζωή, να είσαι πρόβατο… Συμβιβάστηκες με τους κανόνες της κοινωνίας. Μου ζήτησες να κάνω το ίδιο, για να μη χαθώ.
Με εκτίμηση και σεβασμό πήρες από τη ζωή ότι σου πρόσφερε, δε ζήτησες τίποτε