Sunday, 21 January 2018 20:06

Οι «Αράπηδες» Μοναστηρακίου

Written by

Κορυφαίο πολιτιστικό γεγονός για το Μοναστηράκι είναι οι ‘Αράπηδες’, ένα έθιμο με μορφή δρώμενου, που τελείται την ημέρα των Θεοφανείων. Την ονομασία του την οφείλει στη μεταμφίεση των πρωταγωνιστών του, στην οποία κυριαρχεί το μαύρο χρώμα.
Την ίδια ημέρα των Θεοφανείων, παράλληλα με το δρώμενο, τελούνται και τα θρησκευτικά νόμιμα, σύμφωνα με το εκκλησιαστικό τελετουργικό και το τοπικό εθιμικό τυπικό που είναι το εξής:ο ιερέας γυρίζει όπως γίνεται και στα άλλα μέρη από την παραμονή της μεγάλης εορτής και ραντίζει τα σπίτια με αγιασμό, διώχνοντας μακριά σύμφωνα με τις πανελλήνιες δοξασίες κάθε κακό, ιδιαίτερα τους καλικάντζαρους. Τα πλάσματα αυτά της νεοελληνικής μυθοπλασίας, κυριαρχούν τις μέρες του Δωδεκαήμερου σε λαϊκές διηγήσεις και δοξασίες.
Οι ‘Αράπηδες’ φορούν μαύρες, φλοκωτές, ποιμενικές κάπες, που καλύπτουν όλο το σώμα και εντυπωσιακές υψικόρυφες προσωπίδες- κεφαλοστολές από γιδοπροβιές. Στη μέση τους κρεμούν τρία μεγάλα κουδούνια αρμονικά συνταιριασμένα από έμπειρους συγχωριανούς. Στα χέρια τους κρατούν από ένα μεγάλο, ξύλινο σπαθί και ένα σακουλάκι με στάχτη του Δωδεκαημέρου, με το οποίο χτυπούν όσους συναντούν, ‘για το καλό’ –Τα κουδούνια και οι στάχτες πιστεύεται ότι έχουν αποτρεπτικές ιδιότητες του κακού. Στην ομάδα των ‘Αράπηδων’ –την ‘τσέτα’- όπως λέγεται, μετέχουν ενεργά και άλλοι μεταμφιεσμένοι, όλοι τους ευσταλείς και ενθουσιώδεις νέοι του χωριού. Είναι οι ‘Γκιλίγκες’, οι ‘Παπούδες’ και οι ‘Εύζωνοι-Τσολίαδες’.

79af8aec56dc576e2fcbe3b2f46516ce XL

Οι ‘Γκιλίγκες’ ντύνονται με παραδοσιακές γυναικείες φορεσιές. Φορούν άσπρη βράκα από βαμβακερό υφαντό. Από πάνω περνούν μακρύ, άσπρο πουκάμισο, που φτάνει ως τα γόνατα και στον ποδόγυρο του διακρίνονται πολύχρωμα κεντίδια. Πάνω από το πουκάμισο φορούν τη λεγόμενη ‘αντεριά’, πιο κοντή από αυτό και με μανίκια, φτιαγμένη από ύφασμα καπιτονέ ή χασέ, σκούρο πράσινο ή ανοιχτό κόκκινο στις εξωτερικές επιφάνειες και ενισχυμένο ενδιάμεσα με βαμβάκι. Στη συνέχεια φορούν ξεμανίκωτο πανωφόρι, που φτάνει λίγο πιο πάνω από την ‘αντεριά’, φτιαγμένο από χοντρή μαύρη τσόχα, κεντημένη γύρω- γύρω στις άκρες με γαϊτάνι. Φορούν επίσης πολύχρωμη, με μεγάλα τετράγωνα, υφαντή, μάλλινη ποδιά και στη μέση δένεται με τη βοήθεια χειροποίητης, τσόχινης ζώνης, ολοκέντητης με πολύ μικρές πολύχρωμες χάντρες, που σχηματίζουν μικρά λουλούδια. Στο κεφάλι βάζουν χρωματιστή, λουλουδάτη μαντίλα (τσερβέτα), με χρυσές ή ασημένιες πούλιες στις άκρες. Στο χέρι κρατούν ένα άλλο μαντήλι.
Οι ‘Παπούδες’ φορούν τις παλιές, γιορτινές, τοπικές, αγροτικές ενδυμασίες: μαύρη βράκα, άσπρο πουκάμισο, μαύρο υφασμάτινο ζωνάρι τυλιγμένο στη μέση, στο πάνω μέρος του οποίου διακρίνονται οι πούλιες μιας μαντίλας(τσέβρας), μαύρο γιλέκο, κοντό, μαύρο σακάκι, μακριές, μαύρες πλεχτές μέχρι το γόνατο κάλτσες και μαύρη τραγιάσκα στο κεφάλι. Στο χέρι κρατούν γκλίτσα ή πλεκτό κορδόνι.
Οι ‘Τσολιάδες’ φορούν μια ιδιόμορφη φουστανέλα, ως αντιπροσωπευτικό εθνικό ένδυμα, με ριγμένες στην πλάτη τους πολύχρωμες μαντίλες(τσέβρες) και στο κεφάλι τους βάζουν μια άλλη μαύρη μαντίλα με κρόσσια, σαν κεφαλόδεσμο.
‘Παπούδες’ και ‘Τσολιάδες’ μπήκαν στην ‘τσέτα’ σε νεώτερους χρόνους, οι πρώτοι για να τιμήσουν τις περασμένες γενιές, οι δεύτεροι για να τονίσουν στα χρόνια της σκλαβιάς την ελληνικότητα των Μακεδόνων και το ακμαίο τους φρόνημα.
Παλαιότερα, αρχηγοί της ομάδας που συντόνιζαν τα μέλη της, ήταν οι ‘τσεταμπάσηδες’, γνωστά πρόσωπα της τοπικής κοινωνίας. Μοναστηρακιώτες που για χρόνια μεταμφιέζονταν και οι ίδιοι. Απαραίτητοι συνοδοί της ‘τσέτας’ σήμερα, όπως και παλιά, είναι οι τοπικοί οργανοπαίχτες, δεξιοτέχνες όλοι τους του ‘κεμενέ’(λύρα) και του ‘νταϊρέ’(ντέφι). Το ντύσιμο των μελών της ‘τσέτας’ απαιτεί μεγάλη δεξιοτεχνία και προσοχή, ιδιαίτερα του ‘Αράπη’. Χρειάζεται πάντοτε για αυτό το σκοπό η βοήθεια κάποιου συγχωριανού γνώστη του εθίμου. Ήταν μια μικρή ‘ιεροτελεστία’ που απαιτούσε χαρά και τραγούδι.
Προάγγελος της τέλεσης του δρώμενου είναι ομάδες από παιδιά, τα οποία από το απόγευμα της παραμονής των Θεοφανείων, τριγυρίζουν στους δρόμους και τους του χωριού, χτυπώντας τα κουδούνια που την επομένη θα φορέσουν οι ‘Αράπηδες’.
Πρωί-πρωί, ανήμερα των Θεοφανείων, η ‘τσέτα’ μαζί με τους οργανοπαίχτες ξεκινά και επισκέπτεται με τη σειρά όλα τα σπίτια του χωριού. Τραγούδια, ευχές, πειράγματα, κεράσματα και το γλέντι δεν αργεί να στηθεί. Μέχρι το μεσημέρι έχει μεταφερθεί η γιορτινή ατμόσφαιρα σ’όλο το χωριό, προσφέροντας απλόχερα την ευθυμία, τη χαρά σε κάθε σπίτι, προετοιμάζοντας κατάλληλα όλους τους συγχωριανούς για το μεγάλο χορό που θα στηθεί νωρίς το απόγευμα. Γύρω στις τρεις, ο κόσμος έχει ήδη συγκεντρωθεί στην πλατεία και περιμένει την ‘τσέτα’ και τους οργανοπαίχτες για να ξεκινήσει ο χορός. Σε λίγο ακούγεται ο ήχος των μεγάλων κουδουνιών και οι ‘Αράπηδες’ πραγματοποιούν μια εντυπωσιακή είσοδο στην πλατεία, κραδαίνοντας τα μεγάλα, ξύλινα σπαθιά τους και σκορπώντας στάχτες δεξιά και αριστερά. Με τον τρόπο αυτό ανοίγουν τον δρόμο για τα υπόλοιπα μέλη της ‘τσέτας’, με πρώτους-πρώτους τους ‘Τσολιάδες’, που ακολουθούν χορεύοντας υπό τους ήχους της λύρας και του νταϊρέ. Σ’ ολόκληρη την πλατεία κυριαρχεί πια η ‘τσέτα’. Κανείς δεν τολμά να διεισδύσει σ’ αυτήν.
Κόσμος πολύς, όχι μόνο από το χωριό αλλά και από τις γύρω περιοχές, συνωστίζεται στις άκρες τις πλατείας, παρακολουθώντας τους ‘Τσολιάδες’ να χορεύουν και τους ‘Αράπηδες’ να περιφέρονται στο κέντρο της πλατείας, χωρίς να επιτρέπουν σε κανένα να καταλάβει τον χώρο.
Σε λίγο στήνεται τρανός, κοινοτικός χορός, με πρώτους τους ηλικιωμένους του χωριού. Ο κύκλος του χορού πρέπει να είναι ένας και μοναδικός από την αρχή ως το τέλος της γιορτής. Παλαιότερα δεν επιτρεπόταν ούτε οι άνδρες να ανακατευτούν με τις γυναίκες, αλλά ούτε και οι ηλικίες. Πρώτοι οι ηλικιωμένοι και ακολουθούσαν άνδρες νεώτεροι σε ηλικία, έπειτα οι ηλικιωμένες και μετά οι νεώτερες και τον κύκλο έκλειναν τα μικρά παιδιά, σε μια ουσιαστική μύησή τους στην τοπική, χορευτική δημιουργία.

ARAPIDES 3

Όταν έχει σχηματιστεί ο επιβλητικός κύκλος του χορού, δύο ‘Αράπηδες’ απαγάγουν μια ‘Γκιλίγκα’, μόλις όμως απομακρυνθούν λίγο, την απελευθερώνουν δύο ‘Τσολιάδες’ και αυτή ξαναμπαίνει στο χορό. Κατά την διάρκεια επίσης του χορού, μια ‘Γκιλίγκα’ πλησιάζει τον πρωτοχορευτή, του ρίχνει στον ώμο την τσέβρα της και εκείνος δίνει φιλοδώρημα για την τσέτα. Ο κυριότερος όμως ρόλος που επωμίζονται οι ‘Γκιλίγκες’ στην περίπτωση αυτή, είναι να μη διαταράσσεται η τάξη και το εθιμικό του χορού. Δημοφιλής τοπικός χορός είναι η ‘παϊτούσκα του Δρανόβου’.
Ο χορός στην πλατεία διαρκεί ώρες πολλές. Με την ανοχή των ‘Αράπηδων’, ή σε διαλείμματα του χορού, δύο μεταμφιεσμένοι, παριστάνοντας την αρκούδα και τον αρκουδιάρη, σκορπίζουν γέλιο και πρόσθετη χαρά, ενθουσιάζοντας μικρούς και μεγάλους με τα φερσίματα και τους σατυρικούς μιμητισμούς τους. ‘Όταν πλησιάζει ο ήλιος να βασιλέψει, ξεκινά το εικονικό όργωμα και η σπορά. Το ξύλινο άροτρο σέρνουν δύο ψηλόσωμοι ‘Αράπηδες’, με ζευγολάτη ένα ‘Τσολιά’ και σπορέα κάποιο παλιό γεωργό του χωριού. Θέαμα πραγματικά εντυπωσιακό, με βαθύ συμβολισμό κάτω από τον εύθυμο, σήμερα, χαρακτήρα του. Όργωμα και σπορά αντιπροσωπεύουν βασικά έργα βιοπορισμού και τα έργα του κύκλου αυτού, όπως και τα εργαλεία του, καλύφθηκαν προαιώνια από το πέπλο του θρύλου και της ιερότητας.
Ακολουθεί ολονύχτιο γλέντι στα καφενεία του χωριού, με ‘κεμενέδες’ και ΄νταϊρέδες’. Η άλλη μέρα βρίσκει τους τελεστές του δρώμενου με την ικανοποίηση ότι εκπλήρωσαν ένα χρέος στον ίδιο τους τον εαυτό και στους συγχωριανούς τους, συνεχίζοντας ό,τι και οι προγονοί τους σεβάστηκαν ακόμη και στα χρόνια της σκλαβιάς.
Το δρώμενο λήγει τυπικά το βράδυ της γιορτής του Αγίου Αθανασίου, στις 18 Ιανουαρίου, που ‘τελειώνει το χτύπημα του ‘νταϊρέ’, όπως λένε, σταματούν δηλαδή τότε οι γιορτές και αρχίζουν οι δουλειές του χωριού με τον συνηθισμένο ρυθμό. Τη βραδιά αυτή γλεντούν και πάλι όλοι όσοι πήραν μέρος στη γιορτή των Θεοφανείων, τρώγοντας χαλβά με υλικά, τα οποία αγόρασαν με τα χρήματα που συγκέντρωσαν στον αγερμό τότε, στις επισκέψεις τους δηλαδή στα σπίτια. Στο γλέντι πρωτοστατούν και πάλι η λύρα και ο νταϊρες.
Όπως συμβαίνει με πολλές εθιμικές εκδηλώσεις, έτσι και οι Μοναστηρακιώτες ερμηνεύουν το δρώμενο τους σύμφωνα με την τοπική δοξασιολογία και παράδοση. Λέγεται δηλαδή ότι οι μεταμφιεσμένοι με τα κουδούνια και με την στάχτη διώχνουν μακριά κάθε κακό. Ένα κακό, που στα χρόνια της σκλαβιάς ταυτιζόταν όχι μόνο με τα παγανά του Δωδεκαημέρου, αλλά και με τον κάθε δυνάστη της περιοχής.
Απόηχος άλλης παράδοσης δίνει στο δρώμενο διαφορετικές διαστάσεις:Α) ‘Όπως έλεγαν παλαιότερα τα κουδούνια είχαν έρθει στο χωριό σε ανάμνηση μιας μάχης που έκανε ο Μέγας Αλέξανδρος για να διαλύσει τους ελέφαντες που απέλυσε ο Πώρος, βασιλιάς των Ινδιών κατά την μάχη με τον Μέγα Αλέξανδρο. Για να φοβήσουν τους ελέφαντες οι στρατιώτες του Μεγάλου Αλεξάνδρου βάλανε κουδούνια και μαύρα δέρματα, βάφτηκαν και οι ελέφαντες βλέποντάς τους τράπηκαν σε φυγή και οι Μακεδόνες κέρδισαν την μάχη. Το γεγονός αναφέρεται στη ‘Φυλλάδα του Μεγάλου Αλεξάνδρου’.
Β)Η αληθινή όμως ερμηνεία του δρώμενου στο Μοναστηράκι βρίσκεται στους αυθόρμητους λόγους μιας παλαίμαχης αγρότισας του χωριού: ‘κάνομε τους Αράπηδες για το καλό, για τη σοδειά μας. Είναι έθιμο πολύ παλιό παραδοσιακό. Έτσι το βρήκαμε, έτσι το συνεχίζουμε. Συνέχεια είναι. Κάθε χρόνο, πάππου προς πάππου. Προσπαθούμε όσο μπορούμε να γίνεται πιο καλά’.
Ο άνθρωπος της υπαίθρου, με κληρονομημένη διαίσθηση αιώνων, έχει την συνείδηση ότι το έθιμο του χωριού του δεν αποτελεί μια απλή και μόνο εκδήλωση χαράς ή μια αιτία ξεφαντώματος. Εξυπηρετεί κάποιο βαθύτερο σκοπό. Ο σκοπός αυτός, όπως δείχνουν και άλλες παρεμφερείς εκδηλώσεις στον ευρύτερο ελληνικό χώρο, αποβλέπει βασικά και πρώτιστα στην καλή υγεία και την πλούσια παραγωγή.
Προβιές και ζωομορφισμός, μάσκες και κεφαλοστολές, κουδούνια και θόρυβοι, στάχτη και σταχτώματα, μιμητικό όργωμα και εικονική σπορά, χορός και αγερμοί, ευωχία και ευχές οδηγούν σε μια πρωταρχική, μαγικοθρησκευτική ιδέα, πυρήνα πολλών αγροτικών τελετουργιών, που επιδιώκουν να επενεργήσουν στην γονιμότητα και την καρποφορία της γης. Η τελετουργία των ‘Αράπηδων καλύπτει την ψυχική ανάγκη και την εκπλήρωση του καθήκοντος προς την τοπική κοινότητα όπως κληροδοτήθηκε από τις γενιές που πέρασαν. ‘Κάνομε τους ‘Αράπηδες’ για το καλό, για τη σοδειά μας…. Έτσι το βρήκαμε, έτσι το συνεχίζουμε…

Ο πρόεδρος του Πολιτιστικού Συλλόγου Μοναστηρακίου
Γιάννης Παπουτσής

 

ΔΗΜΟΣ ΔΡΑΜΑΣ

1. ΙΣΤΟΡΙΑ

2. ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ

3. ΑΞΙΟΘΕΑΤΑ

ΔΗΜΟΣ ΔΟΞΑΤΟΥ

1. ΙΣΤΟΡΙΑ

2. ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ

3. ΑΞΙΟΘΕΑΤΑ

ΔΗΜΟΣ ΠΑΡΑΝΕΣΤΙΟΥ

1. ΙΣΤΟΡΙΑ

2. ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ

3. ΑΞΙΟΘΕΑΤΑ

ΔΗΜΟΣ ΠΡΟΣΟΤΣΑΝΗΣ

1. ΙΣΤΟΡΙΑ

2. ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ

3. ΑΞΙΟΘΕΑΤΑ

ΔΗΜΟΣ Κ. ΝΕΥΡΟΚΟΠΙΟΥ

1. ΙΣΤΟΡΙΑ

2. ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ

3. ΑΞΙΟΘΕΑΤΑ

© 2018 Destanea. All Rights Reserved. ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ: ΡΕΝΑ ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΙΔΟΥ | ΑΙΓΑΙΟΥ 4 ΔΡΑΜΑ, 66100 | 6932416400 - eirtrian@otenet.gr